Supreme Court allows retrial for procedural error in appeal admissibility ruling regarding conflicting decisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a First Instance Court decision that had previously rejected an application for retrial. The appellant argued that the lower court violated procedural rules by failing to recognize a conflict between its own prior decisions and the current ruling. The Court found the First Instance Court had acted contrary to law by not declaring the retrial inadmissible, thus ordering a retrial at the Court of Appeal level.
Legislator headnote
AI generatedArticles 544(1) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; A retrial is permitted when a court fails to declare a decision inadmissible despite a clear conflict with its own prior rulings on the same parties and issues.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 618 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 618/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Τσιάντη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Υπό Εκκαθάριση Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΝΤΕΝΝΑ Ε.Π.Ε." που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της Θ. Μ., 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΤΕΝΝΑ Α.Ε.", οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νικολόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/7/2004 αίτηση αναψηλαφήσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά της 3147/1999 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 569/2005 και 3312/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 257/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/1/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 25/2/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε 1) να γίνει δεκτός ο τρίτος και τελευταίος, κατά το δεύτερο μέρος του λόγος της από 15-1-2010 αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 257/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το πληττόμενο μέρος της με το οποίο έκρινε τυπικά δεκτή την αίτηση αναψηλάφησης των αναιρεσιβλήτων, απορρίπτοντας αντίθετο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, στη συνέχεια δε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, 2) Επικουρικά για την περίπτωση που ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως κριθεί αβάσιμος να απορριφθούν επί της ουσίας κατά τα λοιπά οι λοιποί αναιρετικοί λόγοι.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα, ή απαράδεκτο. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 544 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναψηλαφήσεως, όταν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν μεταξύ των ίδιων διαδίκων, που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Από τη διάταξη αυτή ενόψει και της διαγραφής κατά τη συζήτηση του αντίστοιχου άρθρου 538 αρ. 1 του Σχεδίου της Συντακτικής Επιτροπής, από την Αναθεωρητική Επιτροπή, των λέξεων "εφ' όσον πιθανολογείται ότι ο αιτούμενος την αναψηλάφηση αναιτίως παρέλειψε την επίκληση της προεκδοθείσας αποφάσεως", με την αιτιολογία ότι "και επί τη προϋποθέσει ότι ο αιτούμενος την αναψηλάφηση υπαιτίως παρέλειψε την επίκληση της προεκδοθείσας αποφάσεως, παραμένει πάντως η ανωμαλία", σαφώς προκύπτει ότι ο προεκτεθείς λόγος αναψηλαφήσεως προϋποθέτει, αφ' ενός την ύπαρξη τελεσίδικων αποφάσεων στην αυτή υπόθεση και αφ' ετέρου αντίφαση μεταξύ τους στο διατακτικό, όχι όμως και στις αιτιολογίες, εκτός εάν οι τελευταίες έχουν και τα προσόντα διατακτικού, ιδίως όταν στο τελευταίο το Δικαστήριο εκφράστηκε ασαφώς, πράγμα όμως που συγκεκριμενοποιείται με τις αιτιολογίες της ίδιας απόφασης.
Και τούτο επειδή, σκοπός της διατάξεως είναι η κατάργηση του δεδικασμένου, το οποίο δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη απόφαση, η οποία σε περίπτωση παραδοχής της αναψηλαφήσεως εξαφανίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 549 του Κ.Πολ.Δ. Η προεκτεθείσα δε αντίφαση πρέπει να προήλθε εκ του ότι ενώ κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση συνέτρεχαν όλες οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις με βάση τις οποίες μπορούσε να προβληθεί επιτυχώς η ένσταση του ουσιαστικού δεδικασμένου, η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε από υπαίτια ή όχι συμπεριφορά των διαδίκων, ούτε λήφθηκε οπωσδήποτε υπόψη από το Δικαστήριο.
Εάν όμως η ίδια ένσταση προτάθηκε ή εξετάστηκε το ζήτημα του ουσιαστικού δεδικασμένου και το δικαστήριο εξέφερε κρίση περί αυτού με τη μεταγενέστερη απόφασή του, δεν χωρεί αναψηλάφηση για τον προεκτεθέντα λόγο, αλλά αναίρεση από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Ενόψει αυτών στην περίπτωση που κατά την εκδίκαση στο πρωτοβάθμιο ουσιαστικό Δικαστήριο της δεύτερης υπόθεσης ταυτιζόμενης κατά τα ουσιώδη στοιχεία της με προηγηθείσα υπόθεση, εκκρεμούσε στο Εφετείο η έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της πρώτης υπόθεσης, και κατά συνέπεια δεν υφίστατο δεδικασμένο από την πρώτη υπόθεση, δυνάμενο να προβληθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της δεύτερης υπόθεσης εάν στη συνέχεια, και πριν την έκδοση της απόφασης επί της δεύτερης υποθέσεως από το πρωτοβάθμιο ουσιαστικό δικαστήριο, δημοσιευθεί στο μεταξύ η απόφαση του Εφετείου και ανατρέψει την πρωτόδικη απόφαση επί της πρώτης υπόθεσης, εκδοθεί δε στη συνέχεια από το πρωτοβάθμιο ουσιαστικό δικαστήριο οριστική απόφαση επί της δεύτερης υπόθεσης, αντίθετη προς την προηγηθείσα απόφαση του Εφετείου, το προκύψαν εντεύθεν δεδικασμένο επί της πρώτης υπόθεσης που δεν μπορούσε να προβληθεί κατά τη συζήτηση της δεύτερης υπόθεσης, μπορεί να προβληθεί από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, που επιθυμεί την εφαρμογή επί της δεύτερης υπόθεσης του προκύψαντος εκ των υστέρων αντιθέτου δεδικασμένου επί της πρώτης υπόθεσης, με έφεση κατά της δεύτερης απόφασης και με λόγο στηριζόμενο επί του οψιγενούς και εκ των υστέρων προκύψαντος δεδικασμένου κατ' άρθρο 527§2 Κ.Πολ.Δ.
Στην περίπτωση όμως αυτή, που το εκ των υστέρων προκύψαν δεδικασμένο, δεν υφίστατο προφανώς κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εάν το δεδικασμένο αυτό δεν προβλήθηκε εκ μέρους του ενδιαφερόμενου διαδίκου με λόγο εφέσεως κατά τα προαναφερθέντα, δεν είναι επιτρεπτό δικονομικά, μετά την παρέλευση τριετίας από την έκδοση της απόφασης, επί της δεύτερης συναφούς υπόθεσης, που δεν επιδόθηκε ποτέ και την μη άσκηση εναντίον της έφεσης, ν' αποτελέσει λόγο αναψηλάφησης, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 544§1 του Κ.Πολ.Δ.
η επιγενόμενη αντίθεση, των δύο τελεσιδίκων πλέον αποφάσεων, αφού ελλείπει η αναγκαία δικονομική προϋπόθεση ότι κατά τη συζήτηση επί της δεύτερης υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνέτρεχε η προϋπόθεση της τελεσιδικίας επί της πρώτης υπόθεσης που επέτρεπε την επιτυχή προβολή επί της δεύτερης υπόθεσης της ένστασης του ουσιαστικού δεδικασμένου από την πρώτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ., για την εκτίμηση της βασιμότητας των εδώ ερευνόμενων αναιρετικών λόγων προκύπτουν τ' ακόλουθα:
Α. Με την από 27.7.04 αίτηση αναψηλάφησης επί της οποίας έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση ζητήθηκε από τις αναιρεσίβλητες, από τις οποίες η πρώτη εταιρεία είναι μισθώτρια και η δεύτερη εταιρεία εγγυήτρια σε μισθωτική σχέση, η εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 3147/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία μισθωτικών διαφορών) που εκδόθηκε επί αγωγής του αναιρεσείοντος εκμισθωτή κατά των αναιρεσιβλήτων και ανταγωγής των τελευταίων κατά του πρώτου για την αναπροσαρμογή του οφειλομένου μισθώματος που προβλεπόταν συμβατικά μεταξύ των διαδίκων, η οποία (υπ' αριθμ. 3147/1999 απόφαση) κατέστη τελεσίδικη την 30 Ιουνίου 2002 λόγω της παρόδου τριετίας από τη δημοσίευσή της την 30 Ιουνίου 1999, χωρίς αυτή να επιδοθεί από κανένα διάδικο μέρος και χωρίς ν' ασκηθεί εναντίον της το ένδικο μέσο της έφεσης, για το λόγο ότι η εν λόγω απόφαση αντιφάσκει κατά το διατακτικό της με την υπ' αριθμ. 3704/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε την 30.4.1999, δηλαδή πριν τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης με τη αναψηλάφηση υπ' αριθ. 3147/1999 απόφασης, που δημοσιεύθηκε την 30/6/1999, καθόσον η δεύτερη υπόθεση ταυτίζεται με την πρώτη κατά τα ουσιώδη κρίσιμα στοιχεία της και αφορά τους ίδιους διαδίκους που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα και στις δύο δίκες - υποθέσεις.
Με το περιεχόμενό της όμως αυτό η ένδικη αίτηση αναψηλάφησης, έπρεπε ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, διότι το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 3704/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εμφανίζεται στην αίτηση αναψηλάφησης ως αντιφάσκον με το δεδικασμένο της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 3147/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που προσβάλλεται με την αναψηλάφηση, δεν υφίστατο κατά τον χρόνο που συζητήθηκε η υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 26/2/1999 μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση, και δεν μπορούσε να προβληθεί τότε, μπορούσε όμως ν' αποτελέσει λόγο έφεσης κατά της ίδιας απόφασης και για μια ολόκληρη τριετία μετά τη δημοσίευσή της, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναψηλάφησης δεν επιδόθηκε ποτέ.
Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε αντίστοιχο περί απαραδέκτου της αναψηλάφησης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και επαναφέρθηκε και στο Εφετείο μετά την απόρριψή του από το Πρωτοδικείο, με λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος (που επισημαίνεται και στο αναιρετήριο) παρά το νόμο και ειδικά εναντίον των πιο πάνω δικονομικών διατάξεων των άρθρων 544§1 και εκείνων περί δεδικασμένου που προαναφέρθηκαν, δεν εκήρυξε το προαναφερθέν απαράδεκτο, και τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον τρίτο σχετικό λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του, κρίνονται βάσιμα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580§3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.) Επί της σωρευομένης στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατ' άρθρο 579§2 του Κ.Πολ.Δ. αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579§2 του Κ.Πολ.Δ., αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις, ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με σωρευόμενη στην ένδικη αίτηση αναίρεσης αυτοτελή αίτηση ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση, ώστε να επιστραφεί σ' αυτόν, το ποσό των 500 € που καταβλήθηκε από αυτόν στις αναιρεσίβλητες ως επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας. Με το ιστορικό αυτό και το αντίστοιχο αίτημά της η κρινομένη αίτηση, που συνεκδικάζεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή ως παραδεκτή και νόμιμη, αλλά και βάσιμη στην ουσία της, όπως αυτό προκύπτει από την προαναφερθείσα αναιρετική κρίση και την ενσωματωμένη απόδειξη στην ένδικη αίτηση αναίρεσης που θα καταβληθεί στον αναιρεσείοντα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση στις αναιρεσίβλητες της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 257/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Υποχρεώνει τις αναιρεσίβλητες ως καθών η αίτηση επαναφοράς να καταβάλουν (επιστρέψουν) στον αναιρεσείοντα το ποσό των πεντακοσίων (500) Ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας απόφασης.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ