Supreme Court allows appeal against second instance judgment due to insufficient reasoning on damages calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ordering a remand for retrial. The appellant argued the lower court failed to provide clear reasoning regarding the calculation of property damage and moral compensation. Consequently, the Court found the reasoning insufficient to permit appellate review on substantive legal issues.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 19: An appeal is admissible when the lower court's reasoning is unclear or inadequate regarding the application of substantive law, rendering appellate review impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 618 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 618/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ... χήρας Θ1, και 2. ... του Θ1, κατοίκου .... Η πρώτη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Ο δεύτερος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Θωμόπουλο ο οποίος δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσείουσα απεβίωσε την 28η-4-2008 και κληρονομήθηκε από τον δεύτερο ο οποίος συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη.
Του αναιρεσιβλήτου :..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Παλυβού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2002 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1668/2004 μη οριστική 5667/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3450/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-9-2007αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 15-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του, στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στη δίκη για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει, ότι αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει ο αναιρεσείων, η δίκη διακόπτεται, εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση του λόγου διακοπής από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν την δίκη, όπως είναι και ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, ο οποίος μπορεί να επαναλάβει εκουσίως τη δίκη με δήλωσή του, που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, με τη μη αμφισβήτηση, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντας τη δίκη ως κληρονόμου, η οποία, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, που έγινε με εκφώνηση της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (9.11.09) δεν εμφανίσθηκε η πρώτη των αναιρεσειόντων ..., εμφανίσθηκε όμως ο δεύτερος με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και δήλωσε ότι η πρώτη απεβίωσε την 28.4.2008 (μετά δηλαδή την άσκηση της κρινόμενης αίτησης) και ότι μοναδικός κληρονόμος της είναι αυτός και συνεχίζει τη διακοπείσα δίκη.
Ο παρασταθείς αναιρεσίβλητος, νομίμως εκπροσωπούμενος από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Παληβού με τις έγγραφες προτάσεις του συνομολογεί τον θάνατο της πρώτης των αναιρεσειόντων και την ιδιότητα του δεύτερου ως μοναδικού κληρονόμου αυτής. Επομένως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη.
II. Από τα άρθρα 147 εδ. α και β, 298, 361 και 914-938 ΑΚ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 513, 534, 535, 540, 543, 547, 559 και 561 του ίδιου Κώδικα (όπως ίσχυαν πριν εισαχθούν οι νέες ρυθμίσεις με τον ν. 3043/2002), συνάγονται τα εξής: Όποιος παρασύρθηκε σε σύναψη συμβάσεως με απάτη εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου του έχει δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την ακύρωση της συμβάσεως ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, να ζητήσει και ενδεχομένως να πετύχει από τον τελευταίο τη σύναψη σχετικής ανατρεπτικής συμβάσεως, δηλαδή συμβάσεως περί του ότι η προηγούμενη σύμβαση λογίζεται σαν να μην είχε ποτέ συναφθεί.
Επίσης., ο απατηθείς, αν αποδεχθεί την εν λόγω σύμβαση δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για το θετικό διαφέρον, ήτοι την ανόρθωση κάθε ζημίας, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά και η οποία θα απεφεύγετο αν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ήταν όχι ψευδή αλλά αληθινά και η σύμβαση εκπληρωνόνταν.· Ως απάτη, κατά το άρθρο 147 ΑΚ, νοείται κάθε συμπεριφορά με την οποία ευσυνειδήτως και από πρόθεση (αρκεί και ενδεχόμενος δόλος) δημιουργείται, διατηρείται ή ενδυναμώνεται σε άλλον πεπλανημένη παράσταση, με σκοπό να επηρεασθεί η βούλησή του για την κατάρτιση ορισμένης δικαιοπραξίας.
Η παραπλανητική συμπεριφορά μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους, όπως με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών (παρελθόντων, παρόντων ή μελλοντικών), που μπορεί να επηρεάσουν τη βούληση του δηλούντος, με την ατελή ανακοίνωση αληθινών περιστατικών, με απόκρυψη ή αποσιώπηση της αλήθειας κλπ, εφόσον στη τελευταία αυτή περίπτωση ο αποσιωπών ή αποκρύπτων την αλήθεια είχε υποχρέωση να την αποκαλύψει, είτε από το νόμο, είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, πράγμα που συμβαίνει ιδίως όταν τα μέρη τελούν σε ιδιαίτερη σχέση ή το είδος της δικαιοπραξίας επιβάλλει στα μέρη υποχρέωση πίστης.
Η πλάνη του δηλούντος δεν είναι ανάγκη να είναι ουσιώδης, αν όμως είναι ουσιώδης μπορεί να επιφέρει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Ο δόλος του μετερχόμενου την απάτη πρέπει να τείνει στη διατύπωση ορισμένης δήλωσης βουλήσεως από τον εξαπατηθέντα, δεν απαιτείται δε όπως ο εξαπατών επιδιώκει την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους.
Αρκεί μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της δηλώσεως βουλήσεως του εξαπατηθέντος να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η παραπλανητική αυτή συμπεριφορά υπήρξε αποφασιστικό αίτιο για τη δήλωση βουλήσεως του συγκεκριμένου εξαπατηθέτος, με βάση τις προσωπικές ικανότητες και ιδιότητες αυτού (υποκειμενικό κριτήριο) και όχι με το αντικειμενικό κριτήριο, εκείνο δηλαδή του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τα προεκτιθέμενα ισχύουν και σε περίπτωση συνάψεως συμβάσεως πωλήσεως αν ο αγοραστής, που, αγνοώντας ότι στο πωλούμενο πράγμα λείπει συμφωνημένη ιδιότητα ή υπάρχει πραγματικό ελάττωμα, παρασύρθηκε από τον πωλητή, που, γνωρίζοντας την αντίστοιχη έλλειψη ή ύπαρξη, παρέστησε σε εκείνον ψευδές γεγονός ως αληθινό, δηλαδή ότι υπήρχε η ιδιότητα ή έλειπε το ελάττωμα, και έτσι εκείνος συνήψε τη σύμβαση πωλήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) κατά το έτος 2001, ενδιαφέρθηκε για την αγορά ενός ακινήτου στην περιοχή της ... και ανέθεσε γι' αυτό τη σχετική έρευνα στην Ε1 ;που ενεργούσε για λογαριασμό του. Μετά από σχετική έρευνα ο ίδιος αποφάσισε να αγοράσει τρία συνεχόμενα αγροτεμάχια, συνολικού εμβαδού 1.707 τ.μ., που βρίσκονταν στη θέση "...", εκτός σχεδίου πόλεως, της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., όπου είχε γίνει ένα είδος ιδιωτικής ρυμοτόμησης, και τα οποία είχαν συνενωθεί και εμφαίνονταν με αριθμούς 9, 11 και 12 στο από 1.7.1957 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχικώς εναγομένου (μηχανικού) Θ1.
Στην απόφασή του για αγορά του εν λόγω ακινήτου κατέληξε ο ενάγων, αφού προηγουμένως μετέβη επί τόπου με την προαναφερόμενη αντιπρόσωπο του Ε1 και τον άνω μηχανικό Θ1, πού υπέδειξε σ' αυτούς την πωλούμενη έκταση, η οποία ήταν σχεδόν επίπεδη και δεν συνόρευε με ρέμα. Εν συνεχεία, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βαρβάρας Αγγελάκη, ο ενάγων αγόρασε από τους συγκύριους πωλητές, μεταξύ των οποίων και ο Θ1, την έκταση, καταβάλλοντος πράγματι το συνολικό ποσό των 17.070.000 δραχμών, ήτοι 5.000.000 δραχμές για καθένα από τα υπ' αριθμ. 9 και 12 και 7.070.000 δραχμές για το υπ' αριθμ. 11, στα οποία ποσά ανερχόταν και η αγοραία τους αξία.
Μετά την κατάρτιση του άνω συμβολαίου και ύστερα από αναβολές και καθυστερήσεις εκ μέρους του Θ1, οι διάδικοι (αγοραστής και πωλητές) μετέβησαν επί τόπου προς υλοποίηση των ορίων του πωληθέντος ακινήτου. Κατά την επίσκεψή τους αυτή ο ενάγων διαπίστωσε ότι το υπ' αριθμ. 11 τεμάχιο, που συναπάρτιζε την όλη έκταση, δεν ήταν εκείνο που του υποδείχθηκε από τον Θ1, κατά την επίσκεψή τους πριν την υπογραφή του συμβολαίου, αλλά διέφερε εμφανώς από το υποδειχθέν, διότι ευρίσκετο σε διαφορετική θέση και δη στην πλαγιά ενός ρέματος με πολύ μεγάλη κλίση του εδάφους, συνεπεία της οποίας καθίστατο ανέφικτη οποιαδήποτε μελλοντική του εκμετάλλευση.
Στην αγορά του προαναφερομένου υπ' αριθμ. 11 τεμαχίου (συνεχίζει το Εφετείο) προέβη ο ενάγων παρασυρθείς από την ψευδή παράσταση του Θ1 ως προς την πραγματική θέση του εν λόγω τεμαχίου, αν γνώριζε δε αυτή τη θέση δεν θα προέβαινε στην αγορά του και δεν θα κατέβαλε για τα άλλα δύο τίμημα υπερβαίνον το ποσό των 7.000.000 δραχμών.
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία, κατά μερική αποδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, επιδικάσθηκαν σ' αυτόν τα ποσά των 29.552,42 και 3.000 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για τη περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη, αντιστοίχως, που υπέστη.
Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικώς με τον τρόπο υπολογισμού και το μέγεθος της προκληθείσας στον αναιρεσίβλητο περιουσιακής ζημίας, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερομένων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, ως προς το υπ' αριθμ. 11 εδαφικό τεμάχιο αναφέρει ότι κατά την ...έκθεση πραγματογνωμοσύνης η αγοραστική αξία του.... είναι μηδενική" και ότι με το από 7-12-2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής "......εμμέσως γίνεται παραδεκτή η μειονεκτική θέση του.....την οποία αντισταθμίζει με τη μελλοντική δυνατότητα έκδοσης ενιαίας οικοδομικής άδειας", χωρίς να διευκρινίζει αν δέχεται ότι η αξία του είναι μηδενική ή μειωμένη και χωρίς, στη δεύτερη περίπτωση, να προσδιορίζει το μέγεθος της μειώσεως, δηλαδή τη διαφορά της αξίας του εν λόγω ακινήτου με το ελάττωμα από εκείνη χωρίς το ελάττωμα.
Επίσης, ως προ τα υπόλοιπα δύο ακίνητα, δεχθέν ότι "αν όμως δεν μεσολαβούσε η απατηλή συμπεριφορά του Θ1, ο ενάγων...... θα πλήρωνε μικρότερο τίμημα για τα υπόλοιπα δύο αγροτεμάχια, μη υπερβαίνον τα 7.000.000 δραχμές", δεν αποσαφηνίζει αν το καθένα από αυτά υπέστη ή όχι μείωση της αξίας του κατά 1.500.000 δραχμές και, σε καταφατική περίπτωση, αν η μείωση αυτή οφείλεται σε συγκεκριμένο ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας.
Οι ελλείψεις αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως το ζήτημα αν η ως άνω συμπεριφορά του Θ1 προκάλεσε ή όχι περιουσιακή ζημία στον αναιρεσίβλητο, αν δηλαδή η συμπεριφορά αυτή συνιστά ή όχι αδικοπραξία, καθώς και ως προς το συναρτώμενο συναφώς ζήτημα αν ορθώς ή όχι επιδικάσθηκε στον τελευταίο χρηματική ικανοποίηση για ηθική του βλάβη.
Επομένως, ο προτεινόμενος σχετικώς από τον Εισηγητή αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, γι' αυτό και πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγω του αναιρετηρίου, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3450/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, από ευρώ δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ