Legislator Case Law & Legislation
618/2009 AI generated

Appeal dismissed for failure to specify factual premises and legal errors in the grounds of appeal.

Case Number 618/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a property transfer dispute. The appellants argued for specific legal errors but failed to identify the factual premises upon which the lower court relied. The court ruled that without precise identification of the factual basis and the specific legal error, the appeal grounds were inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(1), 559(1)(2), 559(1)(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the factual premises relied upon by the lower court and the precise legal error committed.

Keywords

AI generated
appeal grounds factual premises legal error inadmissible appeal Code of Civil Procedure property transfer specificity requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(8) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 432 of the Code of Civil Procedure
Article 939 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 618 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 618/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. ... και 2. ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λαζανά.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Χορταρέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3042/1999 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας, 1581/1997 προδικαστική, 728/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5062/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-3-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 1-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, από σφάλμα κατά την ανάγνωση του εγγράφου είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση αυτού είτε αρνητικώς με την παράλειψη κρισίμων τμημάτων αυτού, αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο που πράγματι αυτό δεν έχει και στη συνέχεια στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη και ανταπόδειξη των ισχυρισμών τους. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ίδιος λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, να καθορίζεται τόσο το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου όσο και το διαφορετικό που προσέδωσε το δικαστήριο.

Με τον πρώτο λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, όπως επί λέξει αναφέρουν, "δέχτηκε η προσβαλλόμενη ότι το επικαλούμενο από εμάς κατάστημα επιφανείας 64 τερ. Μέτρων, που βρίσκεται επί της οδού ..., ανήκε μόνο κατά ψιλή κυριότητα στην πρώτη από εμάς, πλήν όμως έχει ήδη κατασχεθεί και εκπλειστηριασθεί με την υπ' αριθμ. ...

περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Καλογήρου....έσφαλε όμως, διότι δεν είχα μόνο την ψιλή κυριότήτα, αλλά σε μένα είχε περιέλθει και η επικαρπία". Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι οι αναιρεσείουσες δεν προσδιορίζουν με σαφήνεια την ταυτότητα του φερόμενου ως παραμορφωθέντος αποδεικτικού εγγράφου ούτε το αληθινό περιεχόμενό του αλλ' ούτε και τον νόμιμο τρόπο που το έγγραφο προσκομίστηκε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ κατά τα λοιπά πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς το ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανεπάρκειας της υπολειπόμενης, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσίας της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας για ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος εις βάρος της.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με τον λόγο αυτόν ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα κατά την υπαγωγή σ' αυτή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές.

Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματός τους, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, αρκεί δε να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχτηκε ως διατακτικό της απόφασής του.

Εξάλλου, όταν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος δεν αρκεί να αναφέρεται στο αναιρετήριο το κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη πλημμέλεια και επίσης να προσδιορίζεται το συγκεκριμένο σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης νόμου, η οποία ακόμη πρέπει να αναφέρεται συγκεκριμένως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, απόρριψαν την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και διατάχθηκε η διάρρηξη ως καταδολιευτικής της γενομένης από την πρώτη εναγομένη στη δεύτερη μεταβίβασης ακινήτου λόγω γονικής παροχής και δεχθέν ότι μετά τη μεταβίβαση αυτή η υπολειπόμενη περιουσία της οφειλέτριας (πρώτης εναγομένης) δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος, παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή υπαγωγή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, αφού η μεταβιβάσασα είχε περιουσία και δη το αναφερόμενο πιο πάνω κατάστημα.

Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος αφενός διότι οι αναιρεσείουσες δεν αναφέρουν τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου και αφετέρου διότι, υπό την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.

Με τον τρίτο λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον εκ μέρους την αναιρεσειουσών προβληθέντα ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι οι αναιρεσείουσες δεν αναφέρουν τον νόμιμο τρόπο που προέβαλαν τον ισχυρισμό αυτόν στο πρωτοδικείο και επανέφεραν στο Εφετείο.

Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.03.2005 αίτηση των ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5062/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια οκτακόσια (1800).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ