Supreme Court dismisses appeal on fixed-term contract validity and evidence sufficiency grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's cassation request against the Athens Court of Appeal's decision. The lower court found the employment relationship was a fixed-term contract justified by seasonal business needs and the employer's intent to avoid indefinite contracts. The Supreme Court upheld this ruling, stating the appellate court correctly formed its evidentiary assessment based on witnesses and documents without arbitrary findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 and 669 of the Civil Code; Articles 1 and 8 of Law 2112/1920: A fixed-term employment contract is valid when its duration is clearly defined by the nature and purpose of the work or specific business circumstances, provided it was not established to circumvent mandatory provisions regarding indefinite-term contracts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 618 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 618/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Καραβιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΓΟΔΡΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στο Πολύδροσο Αττικής όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρήγο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2263/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6329/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/4/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 11/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν η χρονική διάρκειά της δεν καθορίζεται και δεν συνάγεται ούτε από το είδος και το σκοπό της, ούτε έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλόμενους. Αντίθετα, ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας υπάρχει όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως, χαρακτηριστικό δε της συμβάσεως αυτής είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεώς της.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του Ν. 2112/1920, οι οποίες ορίζουν ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου αυτού περί καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, συνάγεται ότι ο καθορισμός ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως εργασίας είναι δικαιολογημένος από τη φύση αυτής, όταν όχι μόνο η σύμβαση, ως εκ του είδους και του σκοπού της εργασίας, έχει το χαρακτήρα συμβάσεως ορισμένου χρόνου, αλλά και όταν η διάρκειά της υπαγορεύεται από αποχρώντα λόγο, αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως (ανάγκες εργοδότη, εποχικός χαρακτήρας λειτουργίας της επιχειρήσεως, αβεβαιότητα για το μέλλον αυτής κλπ).
Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές η κατάρτιση συμβάσεως ορισμένου χρόνου ή οι διαδοχικές ανανεώσεις της σύμβασης εργασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγιναν σκόπιμα για να καταστρατηγηθούν οι διατάξεις περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου. Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ.
α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη (εναγόμενη), ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΠΑΓΟΔΡΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ", που έχει συσταθεί το έτος 1981, διατηρεί και εκμεταλλεύεται επιχείρηση παγοδρομίου στο Πολύδροσο Αμαρουσίου Αττικής.
Αυτή λειτουργεί εποχιακά, από το μήνα Σεπτέμβριο έως και το μήνα Μάϊο του επομένου έτους, απασχολεί δε προσωπικό ανάλογα με τις ανάγκες της το οποίο προσλαμβάνει κάθε Σεπτέμβριο με σύμβαση ορισμένου χρόνου, λήξεως στο τέλος Μαΐου κάθε επομένου έτους, επειδή παραμένει κλειστή κατά τους θερινούς μήνες.
Η αναιρεσείουσα ενάγουσα προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη από το έτος .... με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες της σ' αυτή ως υπάλληλος - ταμίας. Τις υπηρεσίες αυτές συνέχισε να προσφέρει η αναιρεσείουσα στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, με την προαναφερόμενη ιδιότητά της, δυνάμει άτυπων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, μέχρι το έτος 1995 και από το έτος 1996 δυνάμει εγγράφων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου μέχρι τις 31.5.01, οπότε και έληγε η χρονική διάρκεια της τελευταίας απ' αυτές.
Κατά τα πρώτα έτη λειτουργίας της η αναιρεσίβλητη κάποια καλοκαίρια λειτουργούσε και κατά τους θερινούς μήνες και γι' αυτό τα έτη αυτά απασχόλησε την αναιρεσείουσα καθόλη τη διάρκεια του έτους και την ασφάλιζε στο ΙΚΑ. Όμως, από το έτος 1989, που η αναιρεσίβλητη δεν λειτουργούσε τους θερινούς μήνες, δεν απασχολούσε προσωπικό κατά τη διάρκεια αυτών, γι' αυτό και η αναιρεσείουσα πρόσφερε τις υπηρεσίες της μόνο κατά διαστήματα από Σεπτέμβριο μέχρι Μάιο.
Τα επικαλούμενα απ' αυτή ότι προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ότι κατά το έτος 1999 υποχρεώθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπό της να υπογράψει συμβάσεις ορισμένου χρόνου προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της που απέρρεαν από τη σύμβαση εργασίας της αορίστου χρόνου δεν αποδεικνύονται.
Τούτο δε κυρίως, διότι προέκυψε η εποχιακή λειτουργία της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης από το έτος 1989 και η αντίστοιχης χρονικής διάρκειας απασχόληση της αναιρεσείουσας σ' αυτή δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αδιαμαρτύρητα μέχρι την 31.5.01, οπότε και έληγε η χρονική διάρκεια της τελευταίας έγγραφης από τις άνω συμβάσεις.
Άλλωστε, το γεγονός ότι για το προηγούμενο χρονικό διάστημα των πρώτων ετών λειτουργίας της επιχειρήσεως 1982 - 1989 η εναγόμενη κάποια έτη δεν λειτουργούσε το καλοκαίρι, όπως λ. χ. το έτος 1986, ενώ άλλα λειτουργούσε, δικαιολογεί την κατάρτιση συμβάσεων ορισμένου χρόνου με το προσωπικό της, όπως και με την αναιρεσείουσα και για το χρονικό αυτό διάστημα, εφόσον ενόψει των πιο πάνω, κρίνεται ότι η προθεσμία στις επίδικες συμβάσεις εργασίας εναρμονίζεται με τη λειτουργία της επιχειρήσεως και δεν τέθηκε από την αναιρεσίβλητη εργοδότρια προς καταστρατήγηση των περί αορίστου διάρκειας συμβάσεως εργασίας αναγκαστικών διατάξεων του νόμου.
Άλλωστε, συνεχίζει το Εφετείο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα παρά την ως άνω εποχιακή λειτουργία της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης προσέφερε τις υπηρεσίες της σ' αυτή κα κατά τους θερινούς μήνες απασχολούμενη σε βοηθητικές εργασίες όπως αβάσιμα ισχυρίζεται.
Σημειώνεται τέλος ότι η αναιρεσίβλητη ως εκ περισσού προέβαινε σε καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων της αναιρεσείουσας, κατά την εκάστοτε ημερομηνία λήξεώς τους, με σκοπό να λαμβάνει η τελευταία επίδομα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, ενώ η ίδια (αναιρεσίβλητη) ουδέποτε έλαβε σχετική επιδότηση από τον ΟΑΕΔ, όπως αβάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα.
Ακολούθως, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η διώκουσα την επιδίκαση αποζημιώσεως απολύσεως, λόγω καταγγελίας της αορίστου χρόνου διαρκείας συμβάσεως εργασίας της, αγωγή της (αναιρεσείουσας) είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέοντες, πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.
Η πρώτη περίπτωση του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να έχει προσαχθεί καμία απόδειξη. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν συντρέχει όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από τα αναφερόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχθηκε πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε το έτος 1981 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και συνέχισε μέχρι το έτος 1995 να προσφέρει την εργασία της δυνάμει ατύπων συμβάσεων ίδιου χαρακτήρα (ορισμένου χρόνου). Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι την αποδεικτική του κρίση για τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα το Εφετείο διαμόρφωσε όχι αυθαιρέτως, αλλά με βάση τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και έγγραφα). Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-4-2007 αίτηση της Χ1 περί αναιρέσεως της 6329/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ