Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to file supplementary grounds 30 days prior to hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to retry the appeal and rejected their supplementary grounds filed late. The court found the appeal inadmissible because the supplementary arguments were not submitted in writing at least thirty days before the hearing as required by law. Additionally, specific appeal grounds were rejected as vague and lacking the necessary factual details to constitute a valid legal challenge.
Legislator headnote
AI generatedArticle 569 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 paragraphs 11 and 20 of the Code of Civil Procedure: Supplementary grounds for appeal must be filed in writing at least thirty days before the hearing, and specific grounds must contain concrete factual elements to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 618 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 618/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων- καθού η κλήση:....(αναφέρονται 6 ονόματα). Οι 1ος,2η , 5ος και 6ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Ποταμιάνο, ο 3ος και η 4η εκπροσωπήθηκαν από τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο τους,
Των αναιρεσίβλητων- καλούντων:1) ....και 2) ..... , που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πάλλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:107/1995 μη οριστική, 44 ΤΠ/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 208/1999 προδικαστική,232/2001 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι τότε αναιρεσείοντες και νυν αναιρεσίβλητοι με την από 16-11-2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 254/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αιγαίου.
Το Εφετείο Αιγαίου εξέδωσε την 174/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες- καθού η κλήση με την από 23-9-2004 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1790/2005 απόφαση, που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες- αναιρεσίβλητοι με την από 16-12-2005 κλήση τους.
Οι αναιρεσείοντες- καθού η κλήση κατέθεσαν τους από 27-11-2006 προσθέτους λόγους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 9-9-2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Φώσκολου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επίσης ανέγνωσε και την από 20-12-2006 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι ως απαράδεκτοι.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων- καθού η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων- καλούντων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή το άρθρο 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και αντίγραφο του δικογράφου αυτού επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης, για τον υπολογισμό της προθεσμίας για άσκηση πρόσθετων λόγων, θεωρείται αυτή που ορίστηκε κατά το άρθρο 568 παρ. 2 από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος και όχι η μεταγενέστερη μετ' αναβολή ή ματαίωση της συζήτησης της αίτησης (Ολ. ΑΠ 654/1984). Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης της 174/2004 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου κατατέθηκε στις 27-9-2004 στη γραμματεία του Εφετείου Αιγαίου και προσδιορίστηκε για να δικαστεί το Γ' Τμήμα του Αρείου Πάγου στις 5 Οκτωβρίου 2005. Με την 1790/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η συζήτηση κηρύχθηκε απαράδεκτη και με κλήση επαναπροσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 17 Ιανουαρίου 2007. Στις 13-12-2006, δηλαδή μετά την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο κατατέθηκε το από 27-11-2006 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, για το οποίο δεν προκύπτει ότι έγινε επίδοση στους αναιρεσίβλητους,. Όμως, οι πρόσθετοι λόγοι, ενόψει των όσων έχουν προεκτεθεί, είναι εκπρόθεσμοι, και γιαυτό απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει ν' αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από όσους περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αποδιδόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, αφού δεν είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλιπών στοιχείων με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο καθώς και στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αρκούν οι γενικές εκφράσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης ή για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά θα πρέπει να καθορίζεται ειδικά το αποδιδόμενο στην απόφαση σφάλμα.
Συγκεκριμένα, αν η αιτίαση αναφέρεται σε ανεπάρκεια αιτιολογιών, πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται, δηλαδή ποιο είναι το επιπλέον στοιχείο που ήταν αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών, ενώ αν αναφέρεται σε αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να εκτίθεται στο λόγο αναίρεσης σε τι συνίσταται η νόμιμη βάση και να αναφέρονται οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά αυτό δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις. Η υποχρέωση αυτή της παράθεσης των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης του καθενός στα δικαστήρια, το οποίο (δικαίωμα) μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής οιασδήποτε μορφής, η οποία επιτρέπει, λόγω του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο κρίση.
Γι' αυτό τ' απαιτούμενα από το νόμο, για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δε δυσχεραίνουν αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια, για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής. Στην προκείμενη υπόθεση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (κατά την αρίθμηση των λόγων από τον Άρειο Πάγο) από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, για έλλειψη νόμιμης βάσης, και συγκεκριμένα για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν περιέχει τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και η αντίφαση των αιτιολογιών και όσον αφορά την ανεπάρκεια ποιο το επί πλέον στοιχείο ήταν αναγκαίο για την επάρκεια των αιτιολογιών.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ συγχωρείται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υφίσταται κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Αντίθετα υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων κατά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, με την οποία παραβιάστηκαν κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Στην προκείμενη υπόθεση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφονται το Εφετείο ότι εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται α) ότι το Εφετείο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι δεν υφίσταται κενό ή δεν δημιουργείται αμφιβολία από τις δηλώσεις βουλήσεως αυτών που είχαν συμβουλευθεί στο επικαλούμενο διανεμητήριο συμβόλαιο και παρόλα αυτά τούτο προσφεύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, β) ποια είναι, κατά τους αναιρεσείοντες ή αληθής έννοια των κανόνων αυτών, γ) σε ποιο σφάλμα υπέπεσε το Εφετείο και με ποιες παραδοχές και δ) ποια η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης που προσβάλλεται.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-341 (όπως το άρθρο 341 ίσχυε πριν καταργηθεί από το ν. 2915/2001) και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί όμως να είναι αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του εδαφίου 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησης από τον 11γ του άνω άρθρου 559 αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο σχεδιαγράμματα και αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άνδρου, που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση προς απόδειξη της ένστασής τους, για κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την υπάρχουσα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη πέρα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στις εισηγητικές εκθέσεις και στο σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν....και οι μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα ποινικών δικών, σχετικών με το επίδικο, που συνεκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια" σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τ' ανωτέρω αποδεικτικά μέσα των οποίων δεν ήταν αναγκαία η χωριστή μνεία του καθενός από αυτά.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει ν' αναφέρονται στο αναιρετήριο α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Αν ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία είναι αόριστος και πρέπει ν' απορριφθεί. Ενόψει τούτων ο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι όχι μόνο δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα προαναφερόμενα στοιχεία αλλά και δεν προσδιορίζεται ποιων συγκεκριμένα εγγράφων παραμορφώθηκε το περιεχόμενο.
Επειδή οι λόγοι της αίτησης τέταρτος από τον αρ. 12, πέμπτος από τον αρ. 13 και έβδομος από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως εντελώς αόριστοι, διότι πέρα από την αριθμητική τους επίκληση, δεν περιλαμβάνονται στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον καθένα από τους λόγους αυτούς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-9-2004 αίτηση και τους από 27-11-2006 πρόσθετους λόγους του ..... κλπ, για αναίρεση της 174/2004 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ