Legislator Case Law & Legislation
618/2006 AI generated

Supreme Court overturns lower court ruling, holding that a 1999 law lacks retroactive force regarding past employment contracts.

Case Number 618/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Athens Court of Appeal's decision to dismiss the plaintiff's claim for unpaid wages. The court found that the lower court incorrectly applied a 1999 law requiring written coach contracts to retroactively invalidate a valid oral employment agreement from 1998. Relying on the principle of non-retroactivity, the court ruled that the new law could not alter established contractual rights from the past, necessitating a retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 of the Civil Code; Art. 7(1) and 78(2) of the Constitution: The general principle of non-retroactivity of laws protects legal certainty; therefore, unless explicitly provided, laws do not apply to past legal relationships, and retroactive application is prohibited if it infringes upon constitutionally protected property rights.

Keywords

AI generated
principle of non-retroactivity retroactive application of law employment contract validity written form requirement established contractual rights civil code article 2 constitutional property rights

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 of the Civil Code
Art. 7(1) of the Constitution
Art. 78(2) of the Constitution
Art. 31(6) of Law 2725/1999
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
6257/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 618 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 618/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Ν., κατοίκου…, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδημητρίου.

Του αναιρεσίβλητου: Αθλητικού Σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ Α.Ο.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζωϊτό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιουλίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 594/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3443/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 12 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, το άρθρο 2 ΑΚ εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου, περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων, ασφάλεια των συναλλαγών και σταθερότητα δικαίου, η οποία αρχή όμως δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ.

Επομένως, ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται κατ' αρχήν να προσδώσει στον νόμο αναδρομική δύναμη, με μόνο περιορισμό τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευόμενων δικαιωμάτων. Στον νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς, όταν δηλαδή από την έννοια και τον σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος.

Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα (άρθ. 7 παρ. 1, 78 παρ. 2). Από την απόλυτη συνταγματική απαγόρευση της αναδρομικότητας αυτών των κατηγοριών νόμων συνάγεται ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρ. 28 παρ. 1 του Σ.) διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Οι διατάξεις των τελευταίων επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας, στην οποία περιλαμβάνονται και περιουσιακά (ενοχικά) δικαιώματα. Δηλαδή, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, μόνον εφόσον η κατάργηση ή απόσβεση επιβάλλεται για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος (ΟλΑΠ 1067/1979).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 37 παρ. 1 του Ν. 75/1975, "το επάγγελμα του προπονητή δύνανται να ασκούν μόνο οι κεκτημένοι παρά της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού σχετική άδεια, ως και οι απόφοιτοι της Εθνικής Ακαδημίας Σωματικής Αγωγής, δια τα αθλήματα άτινα εδιδάχθησαν". Κατά την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 εδ.

στ' του Ν. 1070/1980 "δια κανονισμών εκδιδομένων υπό του αρμοδίου επί θεμάτων Αθλητισμού Υπουργού μετά γνώμην της υπερκειμένης κατά κλάδον αθλήσεως Ενώσεως Συνδέσμου ή Ομοσπονδίας, ρυθμίζονται οι όροι και προϋποθέσεις ασκήσεως του επαγγέλματος του προπονητού, τα προσόντα αυτών κατά κατηγορίας αθλητικών σωματείων ή ποδοσφαιρικών ανωνύμων εταιριών (Α' ή Β' Εθνικής Κατηγορίας κ.λ.π.), αι μετά των αθλητικών σωματείων σχέσεις αυτών, τα της επιλύσεως των εκ των σχέσεων τούτων διαφορών, ως και παν συναφές προς τα ανωτέρω θέμα".

Από τη διάταξη δε του άρθρου 19 του Ν. 1958/1991, όπως αυτή ίσχυε έως τις 17-6-1999, οπότε καταργήθηκε με το άρθρο 139 του Ν. 2725/1999, που όριζε ότι "η σύμβαση παροχής υπηρεσιών αθλητή με αμοιβή ή επαγγελματία ή ημιεπαγγελματία αθλητή αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παρόντος και των σε εκτέλεση αυτού εκδιδομένων κανονιστικών γενικά πράξεων, μη εφαρμοζομένων σε καμία περίπτωση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας", προκύπτει ότι αυτή εφαρμόζεται μόνο στη σύμβαση περί παροχής αθλητικών υπηρεσιών από αμειβόμενο ή επαγγελματία ή ημιεπαγγελματία αθλητή, όχι δε και στη σύμβαση παροχής υπηρεσιών από προπονητή.

Επακολούθησε ο Ν. 2725/1999 "περί ερασιτεχνικού και επαγγελματικού αθλητισμού και άλλων διατάξεων", ο οποίος όρισε στο άρθρο 31 παρ. 6 ότι "κάθε προπονητής συμβάλλεται υποχρεωτικά εγγράφως με τον αθλητικό φορέα στον οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του με πλήρη, μερική ή περιοδική απασχόληση εξαρτημένης εργασίας.

Η σχετική σύμβαση, για να είναι έγκυρη, απαιτείται να κατατεθεί και να θεωρηθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.". Το άρθρο 75 παρ. 2 του Ν. 3057/2002 συμπλήρωσε τη διάταξη αυτή, προσθέτοντας και την παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, προφανώς προς αποφυγή τυχόν αμφισβητήσεων περί της νομικής φύσεως της παροχής υπηρεσιών προπονητή και πληρέστερη προστασία του.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι, υπό το προ του Ν. 2725/1999 νομικό καθεστώς, η σύμβαση παροχής υπηρεσιών από προπονητή, εγκύρως καταρτιζόταν ατύπως, βάσει δε των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών κρινόταν σε κάθε περίπτωση, αν ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Από την ισχύ όμως του Ν. 2725/1999 (17-6-1999), καθιερώθηκε, ως συστατικός, ο έγγραφος τύπος καταρτίσεώς της. Ο νομοθέτης δεν όρισε αναδρομική δύναμη του νόμου αυτού ρητά, αλλά ούτε από την έννοια και τον σκοπό του που προφανώς είναι η αποτροπή της φοροδιαφυγής από πλευράς αθλητών και προπονητών συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν, υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του, άτυπες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών προπονητών, για τις οποίες, εξάλλου, δεν διέλαβε μεταβατική διάταξη, που να τάσσει προθεσμία υποβολής τους στον έγγραφο τύπο, οπότε, μετά την άπρακτη παρέλευσή της, να καθίστανται άκυρες.

Στην εισηγητική έκθεση του νόμου ορίζεται σχετικά (Κεφ. Δ') ότι "επί πλέον από τούδε και στο εξής, η συνεργασία προπονητή και αθλητικού σωματείου ή φορέα πρέπει να αποδεικνύεται με έγγραφη σύμβαση". Επομένως, ο εν λόγω νόμος δεν έχει αναδρομική δύναμη και εφαρμόζεται από την έναρξη της ισχύος του για τις εφεξής συναπτόμενες συμβάσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επαγγελματίας προπονητής, κάτοχος της από 25-5-1998 άδειας άσκησης του επαγγέλματος προπονητή άρσης βαρών Γ' κατηγορίας, προσλήφθηκε στις 15-10-1998 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο αθλητικό σωματείο, για να προσφέρει την εργασία του ως προπονητής των αθλητών του αρσιβαριστικού τμήματός του με συμφωνημένο μηνιαίο μισθό 80.000 δραχμών.

Μέχρι τον Ιούνιο του 2001 ο ενάγων απασχολήθηκε στο εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας, διότι η σύμβαση αυτή ήταν άκυρη λόγω μη έγγραφης διατυπώσεώς της, όπως είχε κριθεί και με την 6257/2003 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί προγενέστερης δίκης μεταξύ των ίδιων διαδίκων που παρίσταντο με την ίδια ιδιότητα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, εξαφανίζοντας την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη τη στηριζόμενη σε σύμβαση εργασίας -και μη περιέχουσα βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού- αγωγή, κατά το κεφάλαιο των δεδουλευμένων αποδοχών του διαστήματος Μαρτίου 1999 έως Ιουνίου 2001. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 6 του Ν. 2725/1999, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η πρώτη διάταξη δεν έχει αναδρομική εφαρμογή και συνεπώς δεν μπορεί να ρυθμίσει έννομες σχέσεις του παρελθόντος, με την αντίθετη δε εκδοχή, από την εφαρμογή της, θα θίγονταν κεκτημένα ενοχικά δικαιώματα που απορρέουν από την προκείμενη, έγκυρη, σύμβαση εργασίας.

Σημειώνεται ότι από την γενόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση μνεία της 6257/2003 τελεσίδικης αποφάσεως, με την οποία φέρεται ότι κρίθηκε άκυρη η επίδικη σύμβαση, λόγω μη έγγραφης διατυπώσεώς της, δεν μπορεί να συναχθεί ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του για ακυρότητα της συμβάσεως αυτής στο δεδικασμένο της άνω αποφάσεως, αφού δεν αναφέρονται στην απόφαση όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την ύπαρξη δεδικασμένου και μάλιστα το αντικείμενο της δίκης εκείνης και τα ζητήματα που επιλύθηκαν σ' αυτή, ούτε γίνεται επίκληση των ως άνω στοιχείων από τους διαδίκους.

Επομένως ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3443/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ