Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment on hotel window replacement delay. Appeal rejected due to lack of new evidence and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance judgment regarding a hotel's failure to replace defective windows. The appellant argued procedural errors and evidence issues, but the court found the lower court had properly evaluated witness testimonies and documentary evidence. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 554, 559, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellate court has correctly assessed evidence and no new grounds for review exist.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 617 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 617/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο, και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Σ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ευφροσύνης Τσαμολιά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ροδόπη Στέφα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 336/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/12/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Σπάρτης Η. Φ.-Ζ., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και της υπ' αριθ. 38/2019 πράξης του Προέδρου του Τμήματος αυτού του Αρείου Πάγου περί ορισμού της παρούσας δικασίμου προς συζήτηση της υπόθεσης έχουν επιδοθεί, με επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υπόθεσης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η κατά το άρθρο 503 αρ. 1 ιδίου Κώδικα δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως ή από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β' ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία με την προσκόμιση των εγγράφων αυτών από τον παριστάμενο διάδικο, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 14-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (εφεσιβλήτων) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 336/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 1/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που είχε απορρίψει την από 15-5-2009 αγωγή αυτού, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Από την προσκομιζόμενη δε υπ' αριθ. ... έκθεση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα στο Πρωτοδικείο Σπάρτης Η. Φ.- Ζ. περί επίδοσης της ως άνω απόφασης στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. 130/26- 11 -2019 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου περί μη άσκησης εκ μέρους της ανακοπής ερημοδικίας, προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη.
Επομένως, η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι δε παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, όταν στην τελευταία αυτή περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ ΑΠ 8 και 11/2ΘΘ5, ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 847/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018).
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 138/2019, ΑΠ 345/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή, μετά από εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 14 Σεπτεμβρίου 2006 ο ενάγων, που διατηρεί συγκρότημα παραδοσιακών ξενώνων με την ονομασία "..." στο δημοτικό διαμέρισμα της ..., στο βουνό του ..., συμφώνησε με την πρώτη εναγομένη να του πωλήσει και τοποθετήσει στον ως άνω ξενώνα κουφώματα και συγκεκριμένα, 32,14 τ.μ.
εξωτερικές πόρτες, 73,46 τ.μ. υαλοστάσια-εξωστοθύρες και 63,76 τ.μ. πατζούρια, αντί συνολικού τιμήματος 61.880 ευρώ. Την κατασκευή των εν λόγω κουφωμάτων ανέλαβε η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία για λογαριασμό της πρώτης, στα πλαίσια συνεργασίας που υπάρχει μεταξύ τους, με υλικά που προμηθεύθηκε από την τρίτη και μη εναγόμενη γερμανική εταιρεία ....
Στις 15-12-2006 παραδόθηκαν στον ενάγοντα από την πρώτη εναγόμενη τα κουφώματα που είχαν συμφωνηθεί και τοποθετήθηκαν από τεχνίτες της δεύτερης εναγόμενης. Τον Αύγουστο του έτους 2007, για πρώτη φορά, διαπιστώθηκαν ελαττώματα στα κουφώματα και ειδικότερα, προβλήματα στρέβλωσης, κακής εφαρμογής και στεγανότητας, με συνέπεια να εισέρχεται στο εσωτερικό αέρας και νερό κατά τον καθαρισμό τους.
Ο ενάγων ενημέρωσε την πρώτη εναγόμενη, η οποία ήταν και η συμβαλλόμενη με αυτόν εταιρεία, σχετικά με τις διαπιστώσεις αυτές, ζητώντας την άμεση αντικατάστασή τους, και ο ίδιος ο εκπρόσωπος της, Κ. Β., μετέβη στο ξενοδοχειακό συγκρότημα του ενάγοντος προβαίνοντας σε επιτόπιο έλεγχο καταλήγοντας στις διαπιστώσεις του αγοραστή του....
Κατόπιν αυτού, η πρώτη εναγόμενη ειδοποίησε τη δεύτερη, η οποία απέστειλε τεχνικούς της και προέβησαν σε ρεγουλάρισμα-ρύθμιση των κουφωμάτων. Τον Ιανουάριο του 2008, τα προβλήματα στρέβλωσης και στεγανότητας εξακολουθούσαν, ενώ παράλληλα παρατηρήθηκε και άνευ αιτίας θραύση των τζαμιών απορρόφησης ακτινοβολίας τύπου energy, οπότε η δεύτερη εναγόμενη απέστειλε και πάλι τεχνικούς, οι οποίοι όμως δεν διαπίστωσαν κάτι ουσιώδες.
Ωστόσο, λόγω του συνεχιζόμενου προβλήματος και των διαρκών παραπόνων του ενάγοντος, αλλά και άλλων πελατών της πρώτης εναγόμενης, στους οποίους είχαν τοποθετηθεί κουφώματα της ίδιας παρτίδας της δεύτερης εναγομένης, η τελευταία ειδοποίησε το γενικό διευθυντή της εταιρείας ... στην Ελλάδα, Β. Τ., ήτοι της εταιρείας που προμήθευε τη δεύτερη εναγομένη με τα υλικά προφίλ των κουφωμάτων.
Στις 31-1-2008 ο Β. Τ. επισκέφθηκε τα ακίνητα των πελατών, που είχαν εκφράσει διαμαρτυρίες και μεταξύ αυτών και τον ξενώνα του ενάγοντος, διαπιστώνοντας την στρέβλωση των προφίλ. Προκειμένου, όμως, αυτός να εισηγηθεί την αντικατάσταση των ελαττωματικών κουφωμάτων, έπρεπε προηγουμένως, να διενεργηθεί λεπτομερής πραγματογνωμοσύνη από την ίδια την προμηθεύτρια εταιρεία των υλικών.
Προς τούτο, απεστάλησαν στο παραδοσιακό συγκρότημα του ενάγοντος δύο μηχανολόγοι- τεχνικοί της εταιρείας ..., οι οποίοι διαπίστωσαν αστοχία υλικού και εισηγήθηκαν την άμεση απομάκρυνση των ελαττωματικών κουφωμάτων και την αντικατάστασή τους με καινούργια, τα οποία θα κατασκευάζονταν πλέον με τα νέα υλικά που θα απέστειλε η προμηθεύτρια εταιρεία ...
στη δεύτερη εναγομένη. Περί τα μέσα Απριλίου 2008 η προμηθεύτρια των υλικών εταιρεία απέστειλε τα νέα υλικά στη δεύτερη εναγομένη, η οποία προέβη στην κατασκευή των προς αντικατάσταση κουφωμάτων και τα οποία άρχισαν να τοποθετούνται πλέον στον ξενώνα του ενάγοντος το Μάιο του έτους 2008 και συγκεκριμένα στις 13-05-2008.
Αυτό προκύπτει από το υπ' αριθ. ... δελτίο αποστολής της δεύτερης εναγομένης, που η τελευταία προσκομίζει και συνομολογείται από τον ίδιο τον ενάγοντα. Ωστόσο, παρότι η πλειοψηφία των ελαττωματικών κουφωμάτων αντικαθίστανται την ως άνω ημερομηνία (13-5-2008) και ειδικότερα αντικαθίστανται 16 τεμάχια φύλλων εισόδου, 7 τεμάχια φύλλων παραθύρου και 29 τεμάχια φύλλων μπαλκονόπορτας και συνολικά 115 τεμάχια, τα υπόλοιπα και ειδικότερα, 32 τεμάχια φύλλων παντζουριών, 8 τεμάχια φύλλων μπαλκονόπορτας, 1 τεμάχιο φύλλου παραθύρου και 17 τεμάχια ειδικών τζαμιών και συνολικά 58 τεμάχια, αντικαταστάθηκαν στις 9-9-2008......
Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι τα ελαττώματα στα κουφώματα οφείλονταν σε αστοχία του υλικού και όχι σε κακή κατασκευή και τοποθέτηση εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας ή σε αμελή επίβλεψη του εκτελούμενου έργου εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης εταιρείας. Την ως άνω αιτία της ελαττωματικότητας των κουφωμάτων συνομολογεί άλλωστε και ο ίδιος ο ενάγων..., ο οποίος ζήτησε την αντικατάστασή τους.
Προκειμένου, όμως, η δεύτερη εναγόμενη κατασκευάστρια εταιρεία να προβεί στην αιτούμενη αντικατάσταση των ελαττωματικών-από αστοχία υλικού-κουφωμάτων, έπρεπε να προηγηθεί η επίσκεψη του στην Ελλάδα γενικού διευθυντή της προμηθεύτριας εταιρείας ..., η μετάβαση των εξειδικευμένων τεχνικών της ανωτέρω εταιρείας στο εν λόγω συγκρότημα και η σύνταξη σχετικής πραγματογνωμοσύνης από αυτούς καθώς και η αποστολή νέων υλικών από τη Γερμανία, ώστε η δεύτερη εναγόμενη να κατασκευάσει εκ νέου τα κουφώματα και να τα τοποθετήσει.
Όλες οι ανωτέρω ενέργειες της προμηθεύτριας γερμανικής εταιρείας, η οποία ανέλαβε και την ευθύνη για την αστοχία του υλικού και πραγματικά παρέδωσε νέο, χωρίς ελαττώματα, υλικό, ολοκληρώθηκαν το μήνα Απρίλιο του 2008, με την παράδοση από αυτήν των υλικών, και μέσα σε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός (1) μήνα η δεύτερη εναγόμενη κατασκεύασε και αντικατέστησε το μεγαλύτερο μέρος των ελαττωματικών κουφωμάτων του ξενώνα, ενώ ένα μικρό μέρος των κουφωμάτων και τα ειδικά τζάμια αντικατέστησε περί τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2008.
Επομένως, αποδείχθηκε ότι τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη εναγόμενη ανταποκρίθηκαν άμεσα στις διαμαρτυρίες του ενάγοντος. Ειδικότερα δε ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης, Κ. Β., επισκέφθηκε τον ξενώνα του ενάγοντος και, αφού διαπίστωσε το πρόβλημα, ενημέρωσε τη δεύτερη εναγόμενη κατασκευάστρια εταιρεία, προκειμένου αυτό να αντιμετωπιστεί.....
Επίσης, η δεύτερη εναγόμενη απέστειλε τεχνικούς της άμεσα τον Αύγουστο του 2007, οπότε και για πρώτη φορά ενημερώθηκε για το πρόβλημα των κουφωμάτων από την πρώτη εναγόμενη αλλά και τον Ιανουάριο του 2008 απέστειλε τον υπεύθυνο της προμηθεύτριας γερμανικής εταιρείας και προέβη σε αντικατάσταση της μεγάλης πλειοψηφίας των κουφωμάτων σε διάστημα μικρότερο του ενός (1) μήνα και σε διάστημα τεσσάρων (4) σχεδόν μηνών για ένα μικρό υπόλοιπο των κουφωμάτων από την παράδοση του νέου υλικού.
Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, στην ξενοδοχειακή επιχείρηση του ενάγοντος χορηγήθηκε το ειδικό σήμα λειτουργίας του EOT στις 9-4-2008...και επομένως για το προγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από τις 2-11-2007, που ο ενάγων υποστηρίζει ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει η εν λόγω επιχείρησή του, προκύπτει ότι αυτή δε θα λειτουργούσε νομίμως.
Πέραν τούτου, όμως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ξενοδοχειακή επιχείρηση του ενάγοντος δεν λειτούργησε από τον Απρίλιο του 2008, που έλαβε το ειδικό σήμα λειτουργίας του EOT, εξαιτίας των ελαττωματικών κουφωμάτων. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε για ποιο λόγο δεν λειτούργησε η εν λόγω επιχείρηση, έστω και κατά ένα μέρος της, αφού ο ανωτέρω ξενώνας αποτελείται από πέντε ανεξάρτητες μεζονέτες και καφετέρια-εστιατόριο, από τα μέσα Μαΐου του 2008 και μετέπειτα, που αντικαταστάθηκε η πλειοψηφία των κουφωμάτων συνεκτιμώμένου και του ότι επρόκειτο για θερινούς μήνες, κατά τους οποίους δεν εμφανίζονται ακραία καιρικά φαινόμενα.
Το γεγονός δε αυτό συνηγορεί στην παραδοχή της ύπαρξης άλλων κωλυμάτων και έλλειψης των προϋποθέσεων για τη νόμιμη λειτουργία του καταλύματος. Κατά συνέπεια, κανένα πταίσμα δε βαρύνει τις εναγόμενες εταιρείες για την καθυστέρηση της αντικατάστασης των ελαττωματικών κουφωμάτων, η δε έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης το μήνα Νοέμβριο του 2008 δεν προέκυψε ότι οφειλόταν στα ελαττωματικά κουφώματα που αντικαταστάθηκαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους το Μάιο του 2008 και κατόπιν τούτων η αγωγή του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Συνακόλουθα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, όσον αφορά την καθυστέρηση έναρξης λειτουργίας της επιχείρησης, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ορθώς εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις και επομένως άπαντες οι λόγοι έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα και αφορούν στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν και μη υφισταμένου άλλου λόγου έφεσης, με τον οποίο να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει η έφεση να απορριφθεί στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κρίνοντας ότι η αγωγή του ήταν απορριπτέα, με επάλληλη αιτιολογία, ήτοι αφ' ενός μεν διότι δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε η πρώτη ως άνω απαιτουμένη προϋπόθεση για τη θεμελίωση ευθύνης των αναιρεσιβλήτων εταιρειών από αδικοπραξία, ήτοι αυτή της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς εκ μέρους τους, και αφ' ετέρου διότι δεν αποδείχθηκε και η συνδρομή και της άλλης ως άνω σχετικής προϋπόθεσης, ήτοι αυτής της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς τους και της αναφερόμενης ζημίας.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926, 932, 330 εδ. β', 297, 298 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν πληρούσαν το πραγματικό και δεν υπάγονταν στις εν λόγω διατάξεις, αφού δεν συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της επικαλούμενης αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα δεν συνέτρεχε η ύπαρξη των στοιχείων του παρανόμου της συμπεριφοράς τους ως παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, η υπαιτιότητα (αμέλεια) αυτών, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του αναφερομένου ως ζημιογόνου γεγονότος της μη λειτουργίας της επιχείρησής του για έντεκα (11) μήνες και της ως άνω επικαλούμενης ζημίας του.
Περαιτέρω, το Εφετείο στην προκειμένη περίπτωση ορθά δεν ερεύνησε τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την εφαρμογή των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα διατάξεων των άρθρων 1, 6, 7 και 14 του ν. 2251/1914 "περί προστασίας των καταναλωτών", 513, 522, 534, 540, 543, 559, 681, 688-690 του ΑΚ και ως εκ τούτου δεν παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις με τη μη εφαρμογή τους.
Τούτο δε διότι μοναδική και αποκλειστική βάση της ένδικης αγωγής είναι η αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων εταιρειών από την επικαλούμενη συμπεριφορά αυτών (ελαττωματική κατασκευή και τοποθέτηση καθώς και καθυστέρηση αντικατάστασης των κουφωμάτων) και όχι από την αναφερόμενη σύμβαση. Τα παραπάνω ενισχύονται και από το ότι ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του επικαλείται την ύπαρξη συμβατικού δεσμού (πώληση) μόνο με την πρώτη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία (πωλήτρια), ως προς την οποία όμως δεν εκθέτει την απαιτούμενη κατ' άρθρ. 543 ΑΚ για τη θεμελίωση της σχετικής ευθύνης της υπαιτιότητα αυτής ως προς τη γνώση του ελαττώματος των πωληθέντων και παραδοθέντων πραγμάτων.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, καθόσον αφορά στην επικαλούμενη εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", αποκλείονται από τη ρύθμιση αυτού του νόμου, κατά τη ρητή διατύπωση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 6 αυτού, οι ζημίες σε περιουσιακά αγαθά που προορίζονται για επαγγελματική χρήση ή χρησιμοποιούνται από το ζημιωθέντα κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη εφαρμογή των ως άνω νομικών κανόνων, που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 914, 922, 926, 932, 330 εδ.
β', 297, 298 ΑΚ. Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις, ανεπάρκεια και αντιφάσεις στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με την περιγραφή και το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι τα ελαττώματα των κουφωμάτων οφείλονταν σε αστοχία του υλικού και όχι σε κακή κατασκευή και τοποθέτηση εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ούτε σε αμελή επίβλεψη του έργου από την πρώτη αυτών, καθώς και ότι κανένα πταίσμα δεν βαρύνει τις αναιρεσίβλητες εταιρείες για την καθυστέρηση αντικατάστασης των ελαττωματικών κουφωμάτων.
Επίσης, εκτίθεται ότι οι αναιρεσίβλητες εταιρείες ανταποκρίθηκαν άμεσα στις διαμαρτυρίες του αναιρεσείοντος και δεν καθυστέρησαν από υπαιτιότητά τους για την αντικατάσταση των κουφωμάτων, ενόψει των απαιτουμένων διαδικασιών και την παρεμβολή της εδρεύουσας στη ….. προμηθεύτριας εταιρείας των υλικών ..., η οποία μετά από συγκεκριμένες διατυπώσεις και την πάροδο ορισμένου χρόνου παρέδωσε νέο υλικό, χωρίς ελαττώματα, για την κατασκευή από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων νέων κουφωμάτων, τα οποία αντικατέστησαν τα ελαττωματικά, το μήνα Απρίλιο του 2008 κατά το μεγαλύτερο μέρος τους και στις αρχές Σεπτεμβρίου κατά το υπόλοιπο μέρος τους.
Ακόμη, στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα έγινε δεκτό, ότι η έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης του αναιρεσείοντος το Νοέμβριο του 2008 δεν οφειλόταν στην καθυστέρηση αντικατάστασης των κουφωμάτων εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, καθώς και ότι υπήρχαν άλλα κωλύματα και έλλειψη των προϋποθέσεων για τη νόμιμη λειτουργία της ξενοδοχειακής επιχείρησης του αναιρεσείοντος.
Τα παραπάνω δε ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί ελλείψεων και ανεπάρκειας της ως άνω δεύτερης επάλληλης αιτιολογίας, που στηρίζει αυτοτελώς τη σχετική απορριπτική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του αναφερομένου ζημιογόνου γεγονότος και της ως άνω επικαλούμενης ζημίας, προβάλλονται αλυσιτελώς, ενόψει του ότι, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, δεν πλήττεται αποτελεσματικά (επιτυχώς) η άλλη (πρώτη) επάλληλη αιτιολογία αυτής (απόφασης) περί μη συνδρομής της προϋπόθεσης της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων εταιρειών.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά ο ίδιος ως άνω λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον ίδιο ως άνω λόγο (πρώτο) της αίτησης αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του προβάλλει την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 του ΑΚ και 2, 3 παρ. 7 του ν. 2160/1993 "ρυθμίσεις για τον τουρισμό και άλλες διατάξεις", καθόσον αξίωσε για τη θεμελίωση της επίδικης αξίωσης διαφυγόντος κέρδους περισσότερα στοιχεία απ' όσα ορίζονται στις εν λόγω διατάξεις και ειδικότερα αξίωσε την ύπαρξη του ειδικού σήματος του EOT για τη λειτουργία της επιχείρησής του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του 2007 έως Νοέμβριο του 2008.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (πρώτος), κατά το τρίτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Ειδικότερα, το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του αναφερομένου ζημιογόνου γεγονότος και της ως άνω επικαλούμενης ζημίας, όχι λόγω της έλλειψης της απαιτούμενης άδειας από τον EOT για τη λειτουργία της επιχείρησής του μέχρι την 9-4-2008 κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω ν. 2160/1993, αλλά προέβη στις πιο πάνω παραδοχές του^ εκτιμώντας το σύνολο των στοιχείων της συγκεκριμένης περίπτωσης, μεταξύ των οποίων και αυτό της έλλειψης της απαιτούμενης σχετικής άδειας από τον EOT μέχρι τον Απρίλιο του 2008.
Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι οι προαναφερόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται στην πιο πάνω δεύτερη επάλληλη αιτιολογία, προβάλλονται αλυσιτελώς, ενόψει του ότι κατά τα ως άνω εκτιθέμενα δεν πλήττεται αποτελεσματικά (επιτυχώς) η άλλη (πρώτη) επάλληλη αιτιολογία αυτής (απόφασης).
IV. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που σκοπό έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από τον νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.
Εξάλλου, ο εκ του άνω αριθμού λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Περίπτωση απόρριψης του σχετικού ισχυρισμού συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ του πράγματος τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που συνιστούν την ιστορική του βάση, έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 268/2019, ΑΠ 1262/2018, ΑΠ 927/2017, ΑΠ 1795/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, που προέβαλε τόσο με την αγωγή, όσο και με την έφεσή του, ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα και μόνο των αναιρεσιβλήτων εταιρειών καθυστέρησε η αντικατάσταση των ελαττωματικών κουφωμάτων, με αποτέλεσμα η ξενοδοχειακή του μονάδα να ξεκινήσει τη λειτουργία της με καθυστέρηση έντεκα (11) μηνών.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο δέχθηκε, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές του, ότι, για τους εκτιθέμενους ως άνω ειδικότερα λόγους, κανένα πταίσμα δεν βαρύνει τις αναιρεσίβλητες εταιρείες για την καθυστέρηση της αντικατάστασης των ελαττωματικών κουφωμάτων και ως εκ τούτου έλαβε υπόψη τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό και αμέσως και ευθέως τον απέρριψε, απορρίπτοντας ως αβάσιμο και το σχετικό λόγο έφεσης.
V. Με τον με στοιχείο Β' δεύτερο λόγο (κατ' εκτίμηση τρίτο λόγο) αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την επίκληση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί, μεταξύ άλλων, και ότι "η επιχείρηση του ενάγοντος επρόκειτο να τεθεί σε λειτουργία το Νοέμβριο του έτους 2007, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται τόσο από το από 2-11-2007 δελτίο αυτοψίας....το οποίο έκρινε το έργο ολοκληρωμένο, όσο και από επιστολές ταξιδιωτικών πρακτορείων, τα οποία είχαν αποδεχθεί πρόταση συνεργασίας με την επιχείρηση του ενάγοντος ήδη από τον Οκτώβριο του έτους 2007...Αντί όμως του παραπάνω προγραμματισμένου χρόνου, η επιχείρηση έκανε ουσιαστικά έναρξη εργασιών το Νοέμβριο του 2008, δηλαδή έντεκα μήνες αργότερα".
Επίσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 522 και 536 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαφάνισε το ως άνω κεφάλαιο της δίκης και απέρριψε τελικά το σχετικό ισχυρισμό και λόγο έφεσής του, ενώ αυτοί έπρεπε να γίνουν δεκτοί, όπως και η αγωγή του. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, που καθιερώνουν την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος, εφόσον έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης είχε ασκήσει μόνο αυτός και όχι οι αναιρεσίβλητες και βεβαίως δεν είχε προσβάλει το ως άνω κεφάλαιο που τον ωφελούσε, ενώ δεν εξαφανίστηκε με την προσβαλλόμενη η πρωτόδικη απόφαση.
Επιπλέον, εκθέτει ότι η εξαφάνιση του ως άνω κεφαλαίου της δίκης θα είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής, διότι, εάν ήταν μέρος των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης το ως άνω κεφάλαιο, το οποίο δεν είχε εκκληθεί, θα ήταν διαφορετική η έκβαση της δίκης, αφού θα είχε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του, ο οποίος αποτελούσε και λόγο έφεσης και ως εκ τούτου θα γινόταν δεκτή η έφεση καθώς και η αγωγή του.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού το προαναφερόμενο τμήμα της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν αποτελεί κεφάλαιο, αλλά αιτιολογία αυτής. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε εξ ολοκλήρου κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος, που περιλάμβανε δύο κεφάλαια, αυτό της αποζημίωσης για αποθετική ζημία (διαφυγόντα κέρδη) και αυτό της χρηματικής του ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενώ είναι σαφές ότι, μετά την άσκηση έφεσης από τον ήδη αναιρεσείοντα και για τα δύο ως άνω κεφάλαια της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο σύνολο της στο Εφετείο, το οποίο δεν έκανε δεκτή την έφεση αυτού και δεν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αλλά απέρριψε την έφεση.
Επομένως, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη ως άνω εφετειακή και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 522 και 536 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επιπλέον, με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα στην παρούσα περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο κάποιου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, που να αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, Ολ ΑΠ 2/2008).
Όμως δεν αποτελούν έγγραφα, για την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης, τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως η αγωγή, η έφεση, οι προτάσεις των διαδίκων κλπ (ΑΠ 257/2016, ΑΠ 166/2016, ΑΠ 1672/2013, ΑΠ 1994/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα, που είχε επικαλεστεί και νομίμως προσκομίσει ως προς ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων για την καθυστέρηση αποκατάστασης των ελαττωμάτων των κουφωμάτων και ως εκ τούτου και της λειτουργίας της ξενοδοχειακής του μονάδας επί έντεκα (11) μήνες, ήτοι:
α) την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σπάρτης Η. Φ.-Ζ., καθώς και την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βέροιας Α. Κ., β) την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Σπάρτης Ι. Β. και την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βέροιας Α.
Κ., γ) την από 24-7-2008 εξώδικη πρόσκληση προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων και κοινοποιούμενη προς τη δεύτερη αυτών, δ) τις από 17-7-2008 και 18-1-2008 απαντητικές επιστολές του εκπροσώπου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων Κ. Β., ε) τα υπ' αριθ. ... τιμολόγια πώλησης, στ) τα υπ' αριθ. ... δελτία αποστολής της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, ζ) τα υπ' αριθ. ...
δελτία αποστολής, η) το από 2-11-2007 δελτίο αυτοψίας, θ) την εργοστασιακή εγγύηση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, θ) την από 10-10-2007 αποδοχή της πρότασης συνεργασίας και την από 25-4-2008 ακύρωση της συνεργασίας του εδρεύοντος στην …. γραφείου γενικού τουρισμού Η. Π., την από 2- 9-2007 αποδοχή της πρότασης συνεργασίας του εδρεύοντος στη ...
……. ταξιδιωτικού πρακτορείου ..., την από 17-10-2007 αποδοχή της πρότασης συνεργασίας από το εδρεύον στην ….. γραφείο γενικού τουρισμού ... και το από 16-6-2008 έγγραφο διακοπής της συνεργασίας, την από 17-12-2009 επιστολή του εδρεύοντος στη …. Της …. πρακτορείου ..., την από 2-5-2008 αποδοχή της πρότασης συνεργασίας εκ μέρους του παραρτήματος ….
της Εθνικής Αντίστασης και την από 9-6-2008 ακύρωση, την από Σεπτεμβρίου 2007 σύναψη συνεργασίας με την εδρεύουσα στη ... εταιρεία ... και την από Απριλίου 2008 διακοπή συνεργασίας, την από 17-3-2008 επιστολή για συνεργασία από την Ελληνοκυπριακή κοινότητα …. και την από 11-4-2008 επιστολή για ακύρωση της συνεργασίας, το από 15-10-2007 έγγραφο του εδρεύοντος στη ….
γενικού πρακτορείου τουρισμού "..." για την έναρξη συνεργασίας και το από 23-7- 2008 έγγραφο ακύρωσης της συνεργασίας, το από 31-10-2007 έγγραφο του πρακτορείου "..." περί έναρξης συνεργασίας και το από 21-7- 2008 έγγραφο διακοπής της συνεργασίας, το από 28-11-2007 έγγραφο του εδρεύοντος στο … πρακτορείου "..." για συνεργασία και το από 26-6- 2008 έγγραφο για ακύρωση της συνεργασίας, την από 12-10-2007 αποδοχή της πρότασης συνεργασίας από την εδρεύουσα στο ….
εταιρεία "...." και την από 10-6-2008 ακύρωση-διακοπή της συνεργασίας, το από 1-11-2007 έγγραφο της εδρεύουσας στην …. εταιρείας "..." περί έναρξης συνεργασίας και το από 14-5-2008 έγγραφο άρσης της συμφωνίας και διακοπής της συνεργασίας, το από 18-10-2007 έγγραφο αποδοχής συνεργασίας του εδρεύοντος στο ….. ταξιδιωτικού πρακτορείου "..." και το από 22-2-2008 έγγραφο ακύρωσης συνεργασίας, ι) το τεύχος 72 του περιοδικού "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ", ια) το τεύχος 1 του περιοδικού "ΥΔΡΟ-ΒΙΟΣ σφαίρα", ιβ) τα υπ' αριθ. 27/Δεκέμβριος 2005 και 30/0κτώβριος 2006 φύλλα της τοπικής εφημερίδας "Η Μπαρμπίτσα", ιγ) αντίγραφα των από Ιανουαρίου 2006 τοπογραφικών σχεδίων του τοπ.
μηχανικού Γ. Κ., ιδ) τιμοκατάλογο της επιχείρησης του αναιρεσείοντος, ιε) αντίγραφο του παραστατικού εκταμίευσης δανείου με ημερομηνία 29-9-2008, ποσού 110.000 ευρώ, από την τράπεζα EFG EUROBANK ΑΕ προς τον αναιρεσείοντα, ιστ) 23 φωτογραφίες της ξενοδοχειακής εγκατάστασης του αναιρεσείοντος, ιζ) αντίγραφο του βιβλίου εσόδων-εξόδων της επιχείρησης του αναιρεσείοντος, ιη) 10 φωτογραφίες υαλοπινάκων, ιθ) την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του μάρτυρα του αναιρεσείοντος Α.
Κ. και την στο ίδιο Δικαστήριο ανωμοτί κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων Κ. Β. και κ) την έφεση, την εκκαλούμενη απόφαση, τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της εκκαλούμενης απόφασης, την αγωγή, τις προτάσεις των διαδίκων και τις προσθήκες-αντικρούσεις αυτών, καθώς και το πρακτικό μονομερούς δήλωσης αποτυχίας της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς.
Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (5η και 6'1 σελίδα αυτής) ότι στην κρίση του για τα αναφερόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κατέληξε "από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, Α. Κ. και Χ. Μ., που εξετάσθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με επιμέλεια του ενάγοντος ο πρώτος και με επιμέλεια της δεύτερης εναγομένης ο δεύτερος, καθώς και της χωρίς όρκο εξέτασης του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης εταιρείας, Κ.
Β., που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, που λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς έμμεση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3 και 395 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι εκτιμώμενες ως δικαστικά τεκμήρια, επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από αμφοτέρους τους διαδίκους φωτογραφίες...", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα με στοιχεία α' έως και ιθ', προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του ότι κανένα πταίσμα δεν βαρύνει τις αναιρεσίβλητες εταιρείες για την καθυστέρηση της αντικατάστασης των ελαττωματικών κουφωμάτων και ως εκ τούτου και της λειτουργίας της ξενοδοχειακής του μονάδας επί έντεκα (11) μήνες.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Επίσης, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αφορά τα πιο πάνω με στοιχεία κ' έγγραφα, είναι απαράδεκτος, διότι αυτά είναι διαδικαστικά έγγραφα της υπό κρίση υπόθεσης και δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, ώστε να στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ.
γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε'του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-12-2018 αίτηση του Π. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 336/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ