Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy company's seizure of bank's bill of exchange due to lack of legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a bankrupt partnership against a first-instance court's refusal of their seizure action. The appellant argued the bank knew the bill did not cover their claim and acted in bad faith, but the court found these claims unsupported by the lower court's explicit findings. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the bank's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 560(5) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on direct violation of substantive law is baseless if the lower court's decision explicitly acknowledges facts negating the alleged bad faith or lack of knowledge required for such a violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 617 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 617/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: άλλοτε εδρεύουσας στην … ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... και Σια οε" και με τον διακριτικό τίτλο "..." και ήδη λυθείσης με ομόφωνη απόφαση των εταίρων και τελούσης πλέον υπό εκκαθάριση, νόμιμα εκπροσωπούμενης από την άλλοτε διαχειρίστριά της και ήδη εκκαθαρίστρια Ε. Ν. Ρ., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Νίκου.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρθένα Μιλτσανίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-2-2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 13/ΜΙ-ΑΚ/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-5-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 13/ΜΙ-ΑΚ/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 635-646 ΚΠολΔ και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ. 171/2013 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Βεροίας. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί η από 29-2-2012 ανακοπή της αναιρεσείουσας για ακύρωση της …2012 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Ειρηνοδικείου αυτού. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 §§ 1 και 3 ΚΠολΔ).
II. Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και, αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και, όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 17 του νόμου 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.
Η αρχή, που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνο εφόσον εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.
Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιούνταν. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση.
Σε περίπτωση δε, που εκείνος κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής (ΑΠ 353/2015).
Εν προκειμένω το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα εξέδωσε στη Βέροια την υπ’ αριθμ ... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας ... Α.Ε. με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30-12-2011, ποσού οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ με χρέωση του υπ’ αριθμ ...
λογαριασμού της στο κατάστημα ... της ανωτέρω Τράπεζας, πληρωτέα σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.". Η άνω επιταγή μεταβιβάσθηκε από την εις διαταγή δικαιούχο λήπτρια εταιρία "... Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενη δι’ οπισθογραφήσεως και παραδόσεως στην εφεσίβλητη την 29-3-2011, ως αξία λόγω ενεχύρου.
Η εν λόγω επιταγή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα και νόμιμα προς πληρωμή και δεν πληρώθηκε λόγω της ανακλήσεως της από την εκκαλούσα, γεγονός που βεβαιώθηκε επί του σώματος της οπότε και σφραγίσθηκε την 03.01.2012. Με βάση την επιταγή αυτή η καθής υπέβαλε αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής κατά της εκκαλούσας και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό ...2012 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Βέροιας, με την οποία η εκκαλούσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εφεσίβλητη το ποσό των 8.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Τα αγορασθέντα από την εκκαλούσα εμπορεύματα της σεζόν φθινόπωρο-χειμώνας 2011-2012, για τα οποία εξεδόθη η επίδικη επιταγή, συμφωνήθηκε ότι θα παραδίδονταν από 1-8-2011 έως 30- 10-2011, όπως ισχυρίζεται και η ίδια η εκκαλούσα (σελ.3 της ανακοπής). Η εκκαλούσα πληροφορήθηκε στις 31-5-2011 ότι δεν πρόκειται να παραλάβει τα παραγγελθέντα εμπορεύματα....
Κατά συνέπεια την 29-3-2011, χρόνο κατά τον οποίο έλαβε η εφεσίβλητη την επίδικη επιταγή, η τελευταία δεν γνώριζε την μετέπειτα ανώμαλη εξέλιξη της σχέσης μεταξύ της εκκαλούσας και της λήπτριας εταιρείας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τον άνω χρόνο κτήσεως της επίδικης επιταγής, η εφεσίβλητη είχε ζητήσει και είχε λάβει από την λήπτρια εταιρία ασφαλιστική ενημερότητα με ισχύ μέχρι την 19-7-2011, αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας της ...
με λήξη ισχύος την 16-2-2011, ενώ από το σχετικό έγγραφο, που προσκομίζει η εφεσίβλητη, προκύπτει ότι δυσμενή στοιχεία για την "... Α.Ε" εμφανίσθηκαν το πρώτον στον "Τειρεσία" τον Μάιο του 2011. Ακολούθως η άνω εταιρεία κατέθεσε αίτηση υπαγωγής της στη διαδικασία συνδιαλλαγής (και πλέον εξυγίανσης) του άρθρου 99 ΠτΚ, η οποία έγινε δεκτή δια της υπ’ αριθμό 863/11-8-2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Το γεγονός ότι η εφεσίβλητη δεν στράφηκε εναντίον και της λήπτριας της επιταγής δεν αποδεικνύει κακή πίστη, αφού είναι δικαίωμά της να στραφεί επιλεκτικά εναντίον του εκδότη της λήπτριας ή εναντίον και των δύο ταυτόχρονα (άρθρο 44 Ν. 5960/1933). Επομένως η εφεσίβλητη κατά τη λήψη της επίδικης επιταγής προέβη στον απαραίτητο έλεγχο της φερεγγυότητας της πιστούχου εταιρίας και της εκδότριας, γνωρίζοντας τη μεταξύ τους ύπαρξη συνάφειας της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, εφαρμόζοντας και τη σχετική με αριθμό 216/2005 εγκύκλιο του Διευθυντή της του τομέα χρηματοδοτήσεων δικτύου, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να ελέγξει τη βασιμότητα της απαίτησης της λήπτριας από τη βασική σχέση, ούτε περιήλθε σε γνώση της ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε ως εγγύηση για την μελλοντική εκπλήρωση πώλησης προς την εκκαλούσα, όπως ισχυρίζεται η τελευταία.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση η εφεσίβλητη γνώριζε κατά το χρόνο που αποκτούσε την επιταγή την ύπαρξη των πραγματικών γεγονότων που μπορούσε να αντιτάξει ο οφειλέτης κατά του πρώτου δικαιούχου και ενήργησε προς βλάβη του οφειλέτη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί αντιθέτου λόγου εφέσεως.
Περαιτέρω, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα απέρριψε τον υπό στοιχείο 5 λόγο ανακοπής της, με τον οποίο ισχυριζόταν ότι η καθής και ήδη εφεσίβλητη ζήτησε την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής καταχρηστικά, διότι όταν έλαβε την επιταγή γνώριζε ότι η λήπτρια πιστούχος της βρισκόταν σε δυσμενή οικονομική κατάσταση και ότι υπήρχαν λόγοι, που την καθιστούσαν αφερέγγυα.
Ο λόγος αυτός ορθά απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς, και αληθινοί υποτιθέμενοι οι ισχυρισμοί που προβάλλει η εκκαλούσα, δεν στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφει η καλή πίστη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της εφεσίβλητης, ώστε να απαγορευθεί η άσκηση του κατ’ άρθρο 281 ΑΚ αλλά εξετάζονται με βάση τη δυνατότητα προβολής κατά του τρίτου κομιστή ενστάσεων, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις του εκδότου και των προηγούμενων οπισθογράφων".
Κατόπιν τούτων το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την από 29-2-2012 ανακοπή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ...2012 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Ειρηνοδικείου Βέροιας.
Κρίνοντας έτσι το ως άνω δικαστήριο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 του ν.5960/1933 περί επιταγής, 38 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 41 § 1 του ΕισΝΑΚ και 1251 του ΑΚ, αφού υπάρχει ρητή παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα δεν γνώριζε, κατά την απόκτηση των επίδικων επιταγών, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτήν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των ενστάσεων της εκδότριας αυτών αναιρεσείουσας προς τη λήπτρια αυτών ανώνυμη εταιρεία, στοιχείο απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτήν των επιταγών και δεν θα ασκούσε επίδραση η μεταγενέστερη γνώση.
Περαιτέρω δεν παρεβίασε με τη μη εφαρμογή τους ούτε τις διατάξεις των άρθρων 281, 288 και 300 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού υπάρχει στην απόφαση ρητή παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη κατά το χρόνο απόκτησης της επιταγής δεν ήταν κακής πίστεως, πολλώ μάλλον δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη της οφειλέτιδας και επομένως ούτε για καταχρηστικότητα ούτε για συμπεριφορά εναντίον των συναλλακτικών ηθών ούτε για συντρέχον πταίσμα της αναιρεσίβλητης μπορεί να γίνει λόγος.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο κατ’ επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.
III. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο ως εφετείο δικάσαν δικαστήριο την από το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αναφέρεται δε στους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ανακοπή και στην έφεση, ήτοι ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε ότι η επίδικη επιταγή δεν κάλυπτε γεννημένη αξίωση της λήπτριας εναντίον της αναιρεσείουσας, ότι υπήρχαν άκρως δυσμενή οικονομικά στοιχεία για τη λήπτρια κλπ και ότι παρά ταύτα εκείνη δέχθηκε ως ενέχυρο την επιταγή, με σκοπό να επιδιώξει την είσπραξή της μόνο από την αναιρεσείουσα που ήταν φερέγγυα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκαν με τις αντίθετες παραδοχές.
Κατ’ ακολουθίαν, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί αυτή ως ηττώμενη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Μαΐου 2016 αίτηση της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... & Σια ΟΕ" για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 13/ΜΙ-ΑΚ/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ