Legislator Case Law & Legislation
617/2015 AI generated

Appeal partially allowed; court found factual error regarding evidence consideration and remanded case.

Case Number 617/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court of Athens, finding a procedural error in the appellate court's handling of evidence. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate specific documents proving economic reasons for dismissal, while the appellee contested the admissibility of these proofs. The court ruled that the omission of this evidence constituted a violation of Article 559(11) of the Code of Civil Procedure, necessitating a remand for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if it clearly identifies a violation of substantive law, including the failure of the court to consider evidence that could have influenced the outcome of the case.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation evidence consideration remand for retrial economic reasons dismissal code of civil procedure factual error

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 617 / 2015 (Β, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 617/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕ ... ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ι. Π. αμφότεροι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ζωητό και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: L. M. B., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 10-4-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1572/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1177/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 8-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αίτηση αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιον λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος Ό λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, α) η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, β) η νομική πλημμέλεια, ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και γ) εφόσον η αγωγή ή ο αυτοτελής ισχυρισμός (ένσταση, αντένσταση κλπ.) απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα, (πρέπει να περιέχεται στο αναιρετήριο) η ιστορική βάση της αγωγής ή του αυτοτελούς ισχυρισμού, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεστεί ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση τους, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δεδομένου ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε και από τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα ως προς τον οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Στο δε αναιρετήριο δεν περιέχεται, κατά τα προαναφερόμενα, κάποιος λόγος με τον οποίο ν'αποδίδεται νομική πλημμέλεια, από μέρους του, στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης του πιο πάνω διαδίκου είναι απαράδεκτη και πρέπει ν'απορριφθεί. Ενώ πρέπει να καταδικασθεί λόγω της ήττας του και στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (Κ.Πολ.Δ. 183).

ΙΙ) Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου, η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Καταχρηστική, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Η ακυρότητα αυτής δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική και ως εκ τούτου δικαιούται να την επικαλεσθεί μόνο ο εργαζόμενος υπέρ του οποίου έχει ταχθεί αυτή και ο οποίος έχει το δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να προσβάλλει αυτή σαν άκυρη, να δεχθεί τη γενόμενη απόλυση σαν έγκυρη και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής του.

Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 § 1 και 22 § 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητας του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ'εύλογη κρίση (ΑΠ 22/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο εκτιμώντας τις αποδείξεις δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 5-1-2009, ως υπάλληλος πωλήσεων στο ξενοδοχείο "...", με καθεστώς πενθήμερης εργασίας (40ωρη απασχόληση έναντι μηνιαίων αποδοχών ύψους 1200 ευρώ).

Η ενάγουσα εκπροσωπούσε το ως άνω ξενοδοχείο στις συναλλαγές με τα πρακτορεία και εν γένει τους πελάτες και διαφήμιζε τις υπηρεσίες του. Προέκυψε επίσης ότι την 31.10. 2011, η ενάγουσα - εφεσίβλητη υπέστη διάστρεμμα δεξιάς ποδοκνημικής, συνεπεία του οποίου κρίθηκε ανίκανη προς εργασία από την αρμόδια επιτροπή του ΙΚΑ και έλαβε διαδοχικές αναρρωτικές άδειες μέχρι την 30.11.2011.

Επειδή όμως η ανωτέρω εργαζομένη επανήλθε στην εργασία της ενωρίτερον (από 18.11.2011) υποτροπίασε και υπέστη βαρύ διάστρεμμα δεξιάς ποδοκνημικής λαμβάνοντας εκ νέου αναρρωτική άδεια. Η ενάγουσα επέστρεψε στα καθήκοντα της ενωρίτερα κατόπιν αιτήματος της εναγομένης, μέσω του νομίμου εκπροσώπου της χωρίς να ασκηθούν υπέρμετρες πιέσεις προς τούτο.

Η ενάγουσα - εφεσίβλητη με την από 19.12.2011 εξώδικη διαμαρτυρία της διαμαρτυρήθηκε και για τη μη έγκαιρη καταβολή των αποδοχών της. Η εκκαλούσα εταιρία έκτοτε αφαίρεσε από την ενάγουσα τα καθήκοντα της με αποτέλεσμα να προσέρχεται στο γραφείο της άνευ εργασιακού αντικειμένου με αποτέλεσμα η τελευταία να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας Δάφνης ισχυριζομένη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της.

Ενώ όμως εκκρεμούσε η ανωτέρω προσφυγή η εκκαλούσα εταιρία την 20.2.2012 κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και συνεπώς, είναι άκυρη, η δε πρώτη εναγόμενη, αρνούμενη ν'αποδεχθεί έκτοτε τις υπηρεσίες της ενάγουσας βρίσκεται σε υπερημερία και οφείλει σ'αυτήν τις μηνιαίες αποδοχές της που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα της υπερημερίας που δέχθηκε και η πρωτόδικη απόφαση (20-2-12 έως 20-5-12).

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία αποτελεί και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, γιατί είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ηθικής βλάβης στην ενάγουσα, εξαιτίας της συμπεριφοράς της πρώτης εναγόμενης και για το λόγο αυτό της επιδίκασε και χρηματική ικανοποίηση. Στη συνέχεια δε των πιο πάνω παραδοχών το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγομένων και την αντέφεση της ενάγουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Η πρώτη αναιρεσείουσα ισχυρίζεται κατ'αρχήν, ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε, τόσο, στην πρωτόδικη όσο και στην κατ'έφεση δίκη, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον απ'αυτά αποδεικνύεται ότι οι λόγοι απόλυσης της ενάγουσας ήταν οικονομοτεχνικοί και είχαν να κάνουν με την κακή οικονομική κατάσταση της επιχείρησης η οποία προκύπτει από τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα: 1)την ένορκη βεβαίωση .../13 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δόθηκε από την εργαζόμενη Μ.

Ξ., β) το υπόμνημα που κατέθεσε η πρώτη αναιρεσείουσα στην Επιθεώρηση Εργασίας γ) σειρά εγγράφων σχετικά με την πληρότητα του ξενοδοχείου και δ) οχτώ καταγγελίες συμβάσεων εργασίας στο ίδιο ξενοδοχείο. Στην προκείμενη δε περίπτωση, αν και το Εφετείο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα, των οποίων έγινε επίκληση και προσκόμιση, καθίσταται αμφίβολο ότι έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων που είναι ουσιώδη για την έκβαση της δίκης και τα οποία η πρώτη εναγόμενη - αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα στα δικαστήρια ουσίας προς απόκρουση της αγωγής.

Η επίκληση δε των εν λόγω εγγράφων ήταν νομότυπη εφόσον προέκυπτε η ταυτότητά τους.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 γ'Κ.Πολ.Δ. Κατόπιν αυτών πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που την εξέδωσε. Ενώ, παρέλκει, πλέον, η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δ.

Τέλος, πρέπει η αναιρεσίβλητη να καταδικασθεί, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσείουσας (Κ.Πολ.Δ. 183), ενώ το αίτημα της τελευταίας, που υποβλήθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της, για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, λόγω εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης και καταβολής στην αντίδικο των χρηματικών ποσών που αναφέρονται ειδικότερα στις προτάσεις, είναι απαράδεκτο και πρέπει ν'απορριφθεί. Και τούτο γιατί η κατάθεση των προτάσεών της στο δικαστήριο τούτο δεν έγινε, το αργότερο, ως την παραμονή της δίκης (Κ.Πολ.Δ. 579 § 2), αλλά μεταγενέστερα (20-3-2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α)

Απορρίπτει την 803/17-10-2014 αίτηση αναίρεσης της 1177/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά την άσκησή της από τον δεύτερο των αναιρεσειόντων (Ι. Π.).

Καταδικάζει τον εν λόγω αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Β) Αναιρεί την απόφαση 1177/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την πρώτη των αναιρεσειόντων.

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ