Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision regarding inheritance and property disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by heirs against the appellate court's ruling on inheritance and property disputes. The appellants argued that the appellate court erred in evaluating facts regarding window openings and alleged contractual relationships without sufficient evidence. The court rejected these claims, stating that the appellate court properly assessed the evidence and that the appellants' arguments improperly targeted the court's fact-finding process.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 and 2 of the Code of Civil Procedure; Appeals based on direct violation of substantive law or common sense teachings are inadmissible if they merely challenge the appellate court's evaluation of evidence or factual findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 617 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 617/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)...., 2)......,3)α)...., β)...., γ)....και δ)....., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου ....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Χρυσώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων:1)....,2) .... και 3) ....., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου X1, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ποντίκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2000 αγωγή του αρχικού ενάγοντος X1, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 191/2004 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-4-2005 αίτησή τους και τους από 30-11-2006 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 20-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση για αναίρεση της 191/2004 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α΄ του ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η εάν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα και αντίστοιχα όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Επίσης κατά το δεύτερο εδάφιο της ίδιας διάταξης, λόγο αναίρεσης ιδρύει και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ΄ αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
Η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 1 μόνο αν αυτά χρησιμοποιούνται εσφαλμένως ή εσφαλμένως δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σ΄ αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, όπως προαναφέρθηκε, και όχι προς έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
Τέλος κατά το πρώτο εδάφιο της προαναφερόμενης διάταξης μεταξύ των κανόνων ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΚ 173 και 200) και κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ "η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του ΄Αρειου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά τα άρθρα 559 αρ. 19 και 20".
Από το συνδυασμό των τελευταίων διατάξεων προκύπτει ότι η εκτίμηση του περιεχομένου της δικαιοπραξίας από το δικαστήριο της ουσίας αποτελεί εκτίμηση γεγονότων και επομένως δεν υπόκειται στον έλεγχο του ΄Αρειου Πάγου, εκτός εάν πρόκειται για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, οπότε ιδρύεται ο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Περαιτέρω εκτίμηση γεγονότων αποτελεί και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι το περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας ή ενός εγγράφου γενικότερα είναι σαφές ή όχι ή ότι γεννά ή όχι αμφιβολίες ή ότι υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία, καθώς επίσης και η εκτίμηση του κειμένου της δηλώσεως. Υπάρχει όμως παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, εξαιτίας της οποίας ιδρύεται ο από τον αριθμό 1α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, και όταν βεβαιώνεται ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή γενικά στη δικαιοπραξία ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν και το δικαστήριο παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η από τον αρ. 1 εδάφια α΄ και β΄ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του παρέβη την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ διότι δέχθηκε ότι οι εμφανείς διακατοχικές πράξεις των αναιρεσειόντων στο επίδικο οικόπεδο, μεταξύ των οποίων και η διάνοιξη 18 παραθύρων στο κτίσμα τους έγιναν μετά από συναίνεση του αρχικού ενάγοντος X1 και όχι ως συννομέων του επιδίκου και ότι παρέβη επίσης τα διδάγματα της κοινής πείρας, "σύμφωνα με τα οποία ουδέποτε αφήνονται παράθυρα και πόρτες προς το γειτονικό ακίνητο αν δεν υπάρχει η απαιτούμενη απόσταση των 2,50 μέτρων από το όριο του γειτονικού ακινήτου".
Ο λόγος αυτός ως προς τα δύο μέρη αυτού όπως και οι πρόσθετοι λόγοι τρίτος κύριος και τέταρτος είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως διατάξεως του ουσιαστικού νόμου καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας πλήσσει την ανέλεγκτη από τον ΄Αρειο Πάγο πραγμάτων εκτίμηση.
Περαιτέρω με τον πέμπτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών και συγκεκριμένα των δηλώσεων των αναιρεσειόντων που περιέχονται α) στην από 13-3-1961 κοινή αίτηση του αρχικού ενάγοντος (δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων) και της πρώτης εναγομένης - αναιρεσείουσας, για έκδοση οικοδομικής άδειας, β) στην ....
οικοδομική άδεια, γ) στην ....... οικοδομική άδεια και δ) στην ....... επίσης οικοδομική άδεια, από τις οποίες προκύπτει ότι βούλησή τους ήταν ν΄ ανακαλέσουν τις δηλώσεις τους για άτυπη διανομή του επιδίκου οικοπέδου που έγιναν με το από 20-3-1952 ιδιωτικό συμφωνητικό του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και της πρώτης αναιρεσείουσας και με το .....
προικοσυμβόλαιο του συμβολαιοράφου ..... και όχι την περιεχόμενη στα έγγραφα αυτά εξώδικη, περί άτυπης διανομής, ομολογία. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για να στηρίξει το πόρισμά του ότι ο αρχικός ενάγων X1 ενεμόταν αποκλειστικά το επίδικο επικαλέστηκε και την περιεχόμενη στο ανωτέρω προικοσυμβόλαιο εξώδικη ομολογία της πρώτης εναγομένης - αναιρεσείουσας ότι ο αντίδικός της - ενάγων- είναι κύριος του επιδίκου και ότι την κυριότητά της του σε προίκα διδόμενου ακινήτου την απέκτησε μετά από άτυπη διανομή που έγινε μεταξύ αυτής και του ενάγοντος αδελφού της κατά το έτος 1952.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες, μετά από νομότυπη δήλωσή τους ότι ανακαλούν την άνω ομολογία, διότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, προσκόμισαν με επίκληση προς απόδειξη της αναληθείας της τα προαναφερόμενα τέσσερα έγγραφα (δηλαδή την αίτηση και τις οικοδομικές άδειες) καθώς και το ....
έγγραφο της Πολεοδομίας Γρεβενών (σχετικό με το άνοιγμα των παραθύρων προς την πλευρά του επιδίκου). Την αναλήθεια όμως της ανωτέρω εξώδικης ομολογίας δεν την δέχθηκε το Εφετείο, διότι, όπως σημειώνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν αίρουν το γεγονός ότι ο ενάγων άσκησε νομή σε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο, στην έκταση των 310,23 τ.μ., επί είκοσι και πλέον έτη και περαιτέρω ότι οι προαναφερόμενες αιτήσεις και οικοδομικές άδειες εκδόθηκαν μετά από συννενόηση κατά το απώτερο παρελθόν των αδελφών (ενάγοντος και πρώτης εναγομένης), που διατηρούσαν τότε αγαθές σχέσεις, προκειμένου να καταστεί δυνατή η οικοδόμηση των επί μέρους εδαφικών τμημάτων, στα οποία διανεμήθηκε το ενιαίο κληρονομικό ακίνητο, προς ικανοποίηση στεγαστικών αναγκών των ιδίων και των οικογενειών τους, δεδομένου ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν οικοδομήσιμο και κατά συνέπεια όλες οι αιτήσεις και οι επ΄ αυτών οικοδομικές άδειες, έπρεπε να εκδοθούν από κοινού στο όνομα του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, με το επίδικο να φέρεται ως συνενωμένο χωροταξικά με το όμορο ακίνητο των εναγομένων.
Με βάση αυτά ο πέμπτος λόγος της αίτησης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το Εφετείο όχι μόνο δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες δικαιοπρακτικές δηλώσεις, έτσι ώστε να χρειαστεί να καταφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αλλά δεν υπήρχε λόγος να πράξει τούτο αφού το περιεχόμενο των άνω εγγράφων το δέχθηκε όπως ακριβώς έχει τούτο, πλην όμως έκρινε, ανελέγκτως, ότι το περιεχόμενο αυτό, δεν αρκούσε για να αποδειχθεί η αναλήθεια των γεγονότων που εξωδίκως ομολόγησε η πρώτη εναγόμενη - αναιρεσείουσα και έτσι ν΄ ανακληθεί η ομολογία αυτή, όπως ζητήθηκε από τους αναιρεσείοντες.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης, τον δεύτερο πρόσθετο λόγο και τον πρώτο λόγο κατά το επικουρικό μέρος αυτού προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτίαση από τον αρ. 19 του άνω άρθρου 559, διότι το Εφετείο δέχεται αντιφατικώς, κατ΄ εκτίμηση των όσων αναφέρονται στο αναιρετήριο και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ότι τα παράθυρα της νότιας πλευράς της οικοδομής των αναιρεσειόντων, η οποία εφάπτεται με το επίδικο, νόμιμα ανοίχθηκαν χωρίς όμως να δέχεται ότι αυτοί ασκούσαν επί του επιδίκου συννομή. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουν την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.
Επειδή με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο προβάλλονται οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 8α και 10 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν και χωρίς απόδειξη και που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εμφανείς διακατοχικές πράξεις που ασκούσαν οι αναιρεσείοντες στο επίδικο ήταν απόρροια παρακλητικής σχέσης και στα πλαίσια της συγγενικής σχέσης με τον αρχικό ενάγοντα και όχι με διάνοια κυρίων ή συγκυρίων, χωρίς να επικαλεστεί τ΄ ανωτέρω ο αρχικός ενάγων και χωρίς απόδειξη. Και οι δύο λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι α) από τις προτάσεις του ενάγοντος τόσο ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτός απαντώντας στους ισχυρισμούς των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων) επικαλέστηκε την παρακλητική σχέση και τη στενή συγγένειά του με τους αναιρεσείοντες και β) από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην ανωτέρω κρίση μετά από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-4-2005 αίτηση της ...... κλπ. για αναίρεση της 191/2004 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ