Legislator Case Law & Legislation
616/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeals for failure to prove facts were ignored, ruling documents only prove claims not ignored arguments.

Case Number 616/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two appeals challenging a lower court's refusal to consider specific financial documents. The appellants argued the Second Instance Court ignored these documents, which they claimed had a decisive impact on the case outcome. The Court ruled that while the documents proved the appellants' claims, they did not constitute ignored arguments under Article 559 of the Code of Civil Procedure because the lower court had explicitly addressed and rejected them.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 339 of the Code of Civil Procedure; A document proving a claim does not constitute an ignored argument if the lower court has explicitly considered and rejected it.

Keywords

AI generated
ignored argument Code of Civil Procedure appeal dismissal financial documents lower court reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1455/2009
Supreme Court 66/2018
Supreme Court 250/2014
Supreme Court 1418/2013
Supreme Court 11/1996
Supreme Court 1150/2011
Supreme Court 421-425/2009
Supreme Court 493/2002
Supreme Court 1591/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 616 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 616/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.", ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Νευροψυχιατρικής Κλινικής με την επωνυμία "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΑΝΩ ΒΟΛΟΥ Α. ΜΠΙΣΑΚΟΣ - Α. ΚΥΡΙΑΚΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στον Βόλο Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστιανίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Της αναιρεσείουσας: Νευροψυχιατρικής Κλινικής με την επωνυμία "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΑΝΩ ΒΟΛΟΥ Α. ΜΠΙΣΑΚΟΣ - Α. ΚΥΡΙΑΚΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στον Βόλο Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστιανίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.", ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2012 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπο στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6732/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2682/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχείο Α αναιρεσείον με την από 21/6/2019 αίτησή του και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 2/12/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπο στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας ζήτησε την απόρριψη της από 21/6/2019 αιτήσεως και την παραδοχή της από 2/12/2019 αιτήσεως αντίστοιχα καθώς και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκεινται προς κρίση η από 21-6-2019 (με ειδικό αριθ. κατάθ. 574/25-6-2019) αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" και η από 2-12-2019 (με ειδικό αριθ. κατάθ. 1122/2-12-2019) αντίθετη αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας Νευροψυχιατρικής Κλινικής με την επωνυμία "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΑΝΩ ΒΟΛΟΥ Α.ΜΠΙΣΑΚΟΣ-Α.ΚΥΡΙΑΚΟΣ Α.Ε." κατά της 2682/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα της δεύτερης ως άνω αίτησης άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος της πρώτης ως άνω αίτησης και των μη διαδίκων στην παρούσα δίκη Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε. και Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., την από 31-5-2012 αγωγή της, αφορώσα την καταβολή των εξόδων νοσηλείας των ασφαλισμένων των εναγομένων, στους οποίους αυτή (ενάγουσα) παρείχε τις σχετικές υπηρεσίες, συνολικού ποσού 172.421,65 ευρώ, κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής, δυνάμει της μεταξύ των διαδίκων συναφθείσας σύμβασης, κατά δε την επικουρική βάση δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Εκδόθηκε η 6732/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως προς τον εκ των εναγομένων Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε., ως απαράδεκτη, διότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ήταν ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο, καθώς είχε υποκατασταθεί ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από το εκ των εναγομένων Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., ως καθολικό διάδοχό του, ενώ η συζήτηση της αγωγής συνεχίσθηκε μεν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

στον οποίο είχε ενταχθεί ο κλάδος υγείας σε είδος του Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., με ειδική νομοθετική διάταξη, πλην, όμως, απορρίφθηκε αυτή (αγωγή), επίσης, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατά της εν λόγω απόφασης η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα της δεύτερης άνω αίτησης, άσκησε την από 12-10-2017 έφεσή της κατά του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2682/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε τυπικά και κατ` ουσία δεκτή η έφεση, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και επιδικάστηκε στην ενάγουσα το ποσό των 126.914,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Εν συνεχεία, ασκήθηκαν οι ως άνω αναφερθείσες αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω συναφείας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ και, εφόσον έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 ΚΠολΔ, πρέπει κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ίδιου Κώδικα να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων της πρώτης αίτησης αναίρεσης επικαλούμενος παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 αρ. 1ΚΠολΔ), προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την πλημμέλεια ότι θεμελίωσε την αξίωση της αντιδίκου του αναιρεσίβλητης στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις επικαλούμενη μηδέποτε καταρτισθείσα σύμβαση, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, για την εφαρμογή της οποίας απαιτείται η επίκληση ακυρότητας καταρτισθείσας σύμβασης.

Περαιτέρω με τον αντίστοιχο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της έλλειψης αιτιολογιών, ή ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύει περαιτέρω τις πλημμέλειες αυτές του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνει ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Και ως προς μεν το δεύτερο αυτό σκέλος του αναιρετηρίου ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και, συνακόλουθα, απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, ενώ ως προς το πρώτο του ως άνω σκέλος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασής του κρίνοντας επί της ένδικης αγωγής δέχθηκε την ύπαρξη καταρτισθείσας άκυρης σύμβασης και στήριξε την επίδικη απαίτηση της ενάγουσας στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις της επικουρικής βάσης αυτής (αγωγής) με τις ακόλουθες σκέψεις: "...Στην προκειμένη περίπτωση από τα εκτιθέμενα στην κρινόμενη αγωγή, σαφώς συνάγεται, ότι μεταξύ του ασφαλιστικού ταμείου Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε και της ενάγουσας ιδιωτικής κλινικής, δεν καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση παροχής υπηρεσιών νοσηλείας, ιατρικής και υγειονομικής περίθαλψης, των ασφαλισμένων στο ως άνω ταμείο, υπογεγραμμένη από τους αρμοδίους υπουργούς, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις...

Συνεπώς, εφόσον δεν υφίσταται ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος, που είναι συστατικός..., η εκτέλεση από την ενάγουσα παροχής νοσηλείας στους αναφερομένους αναλυτικά ασφαλισμένους του Τ.ΑΠ.-Ο.Τ.Ε., δεν αρκεί για την κάλυψη της έλλειψης αυτής και συνεπώς η μεταξύ τους προφορική σύμβαση λογίζεται... ως μη γενομένη και συνεπώς είναι άκυρη.

Ως εκ τούτου, η αγωγή ως προς την κύρια βάση της που ερείδεται στη σύμβαση, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη... Ως προς την επικουρική βάση της... του αδικαιολογήτου πλουτισμού, που σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα... η αγωγή είναι ορισμένη...(και) νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ...

Πρέπει, επομένως... να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν...", κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα δεχόμενο ότι "...Τα παραπάνω παραστατικά εστάλησαν στο ταμείο Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε., με το οποίο ατύπως συνεργαζόταν η ενάγουσα και στο οποίο είναι ασφαλισμένοι, οι προαναφερόμενοι ασθενείς που νοσηλεύτηκαν σ' αυτήν, πλην όμως, δεν πληρώθηκαν, διότι δεν εγκρίθηκε η πληρωμή από τον Πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επειδή δεν είχε καταρτισθεί η σύμβαση με το Ταμείο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κλάδος ασθενείας του παραπάνω Ταμείου (ΤΑΠ-ΟΤΕ) με το νόμο 3655/2008(άρθ.70) εντάχθηκε στο δεύτερο εναγόμενο νεοσύστατο νπδδ με την επωνυμία "Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.", το οποίο και κατέστη καθολικός διάδοχος του πρώτου κατά τις διατάξεις του παραπάνω άρθρου. Ακολούθως από 1-5-2012 με το ν.4055/2012(άρθρο 13 παρ.17) οι υπηρεσίες του κλάδου υγείας του Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., εντάχθηκαν στο νεοσύστατο νπδδ με την επωνυμία "ΕΟΠΥΥ", το οποίο και κατέστη κατά τις διατάξεις του ν. 3918/2011(άρθρο 28) καθολικός διάδοχος του τελευταίου και τελικά υπόχρεο πληρωμής του παραπάνω ποσού...

Οφείλει συνεπώς το παραπάνω νπδδ με την επωνυμία "ΕΟΠΥΥ" κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού στην ενάγουσα, η οποία εν προκειμένω συναλλάχθηκε με τον τότε ασφαλιστικό φορέα των ασθενών (ΤΑΠ-ΟΤΕ) και ακολούθως με το Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., στη θέση του οποίου τελικά το παραπάνω υπόχρεο υπεισήλθε, όπως προεκτέθηκε, καθόσον αποδείχθηκε ότι για τη συνολική δαπάνη νοσηλείων ποσού 126.914,84 ευρώ, που αντιστοιχεί στη νοσηλεία των προαναφερομένων ασθενών, η οποία νοσηλεία εγκρίθηκε από τα αρμόδια όργανα του ΤΑΠ-ΟΤΕ και του Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω, όπως αναφέρθηκε κατά περίπτωση και εκδόθηκαν τα προεκτεθέντα τιμολόγια, το εναγόμενο δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα σε καμία καταβολή.

Συνεπώς, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο κατά την ως άνω συνολική αξία της νοσηλείας αυτής, χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, και υποχρεούται να αποδώσει σε αυτήν την ωφέλεια που απέκτησε...". Επομένως με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και πρέπει να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, η αίτηση αναίρεσης του οποίου δεν περιλαμβάνει άλλο λόγο και πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Το ηττηθέν αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 ΚΠολΔ). Δεν ορίζεται, όμως, η δικαστική δαπάνη μειωμένη, διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που υπηρετεί στο αναιρεσείον, με πάγια αντιμισθία (βλ. από 9.11.2020 υπεύθυνη δήλωση της ιδιώτη δικηγόρου) και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [ΑΠ 18/2020 και άρθρα 30 παράγραφοι 1 και 2 Ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α' 14/2.2.2012), 19 παρ.1 περ. (β) Ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α' 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ.3 Ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α' 208/ 27.9.2013)].

Η αναιρεσείουσα της δεύτερης ως άνω αίτησης αναίρεσης, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια επικαλούμενη στο αναιρετήριο επί λέξει τα εξής: "Η νοσηλεία των ασφαλισμένων-ασθενών του ΤΑΠ-ΟΤΕ γινόταν κατόπιν εγκρίσεως του αρμοδίου Διευθυντή αυτού (τόσο η αρχική εισαγωγή όσο και οι παρατάσεις, όποτε κρίνονταν από ιατρικής απόψεως απαραίτητες).

Η χρέωση δεν γινόταν κατά το δοκούν, αλλά βάσει της θέσεως που καταλάμβανε ο ασθενής, έτσι όπως ορίζονται στην ΚΥΑ νοσηλίων του 2007(ΚΥΑ 12971/2007, ΦΕΚ Β'326/9-3-2007), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 16, παρ.1 του Ν. 1579/1985 νόμου του ΕΣΥ. Σε αυτό το κονδύλιο προσθέταμε τα φάρμακα που απαιτούνταν, αναλόγως της βαρύτητας της περίπτωσης, χωρίς να υφίσταται ανώτατο πλαφόν.

Κατά συνέπεια, θεωρούμε ότι αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εμπίπτει στο άρθρο 559 περ.1 του ΚΠολΔ.". Επίσης, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 περ.17 και 19 του ΚΠολΔ αναφέροντας στο αναιρετήριο επί λέξει τα εξής: "Επί των λοιπών κονδυλίων που δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη και μας δικαιώνει, δεν προσκομίζουμε ούτε τιμολόγια, ούτε ανάλυση είδους φαρμάκων και ποσότητα και αξία αυτών ούτε παραπεμπτικά, ειμή μόνον τα τιμολόγια που έχουμε εκδώσει (στα οποία βεβαίως γίνεται μνεία των τιμολογίων φαρμάκων και της αξίας αυτών) ως επίσης και τις εγκρίσεις εισαγωγής και παρατάσεως.

Κατά συνέπεια, θεωρούμε ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εμπίπτει επιπροσθέτως και στο άρθρο 559 περ.17 και 19 του ΚΠολΔ.". Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης από τους αριθ. 1, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν, διότι αφενός ,σε σχέση με το λόγο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες στην αρχή νομικές σκέψεις, ουδόλως αναφέρονται α) η διάταξη ή οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν και το περιεχόμενο αυτών, β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια, αφετέρου, σε σχέση με τους λόγους από τους αριθ. 17 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ουδόλως εξειδικεύονται περαιτέρω οι πλημμέλειες αυτές του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνει ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1120/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Περαιτέρω τα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 339 ΚΠολΔ) αποδεικνύουν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 66/2018).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421- 425/2009). Επίσης, για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή, τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και να φέρεται ποία επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 493/2002, ΑΠ 1591/2008).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτήν ως εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε, δήθεν, υπόψη του και απέρριψε χρηματικά εντάλματα, που αφορούσαν δαπάνες που είχαν υποβληθεί, είχαν ελεγχθεί και εγκριθεί από τον (Ασφαλιστικό) Φορέα.

Και ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης, με βάση τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον τα επικαλούμενα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα αποδεικνύουν μεν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα, κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και η εν λόγω δεύτερη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ.176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 21-6-2019 και 2-12-2019 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2682/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αμφότερες.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πρώτη αίτηση αναίρεσης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της δεύτερης αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην δεύτερη αίτηση αναίρεσης στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ