Supreme Court allows appeal against labor contract termination due to insufficient appellate court reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision terminating an indefinite-term employment contract. The appellate court had found the termination invalid based on specific facts, but the Supreme Court ruled this violated substantive law due to inadequate reasoning regarding the employer's motive and the employee's conduct. Consequently, the case was remanded to the appellate court for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669(2) of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code: The right to terminate an indefinite-term employment contract is unilateral and valid regardless of motive, but its exercise is limited by good faith and social purpose; a court decision based on insufficient reasoning regarding these limits violates substantive law and requires remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 616 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 616/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθής η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), ως καθολικής διαδόχου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), την 4.10.1999 (ΦΕΚ Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 8065/8.10.1999 και 8391/13.9.2000), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.
Του αναιρεσίβλητου - υπερού η πρόσθετη παρέμβαση:......., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Σωματείου με την επωνυμία ".......", που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/7/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 282/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 383/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/5/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 2/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθεί ο τρίτος, όπως επίσης να απορριφθεί η πρόσθετη παρέμβαση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την Τράπεζα Κρήτης, η οποία το έτος 1999 συγχωνεύθηκε με την αναιρεσείουσα Τράπεζα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ετήσιας διάρκειας από ... μέχρι .... και εργάσθηκε ως ταμίας σε διάφορα υποκαταστήματα της άνω Τράπεζας.
Με την από 20-1-1999 ΕΣΣΕ, που υπέγραψε το συνδικαλιστικό όργανο της Τράπεζας Κρήτης με την αναιρεσείουσα, πριν τη συγχώνευση, οι συμβάσεις των εργαζομένων κατέστησαν αορίστου χρόνου. Μετά την ως άνω συγχώνευση ο αναιρεσίβλητος μετακινήθηκε από το λογιστικό κλάδο, που ήταν ενταγμένος και τοποθετήθηκε τον Ιανουάριο 2000 στον κλάδο Χρηματαποστολών, χωρίς ο ίδιος να το θέλει, ως συνοδός χρηματαποστολών.
Επειδή όμως είχε πρόσφατα υποβληθεί σε εγχείρηση λόγω αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, τοποθετήθηκε κατόπιν στην υπηρεσία ασφαλείας, στο Κεντρικό Θησαυροφυλάκειο της αναιρεσείουσας, στην οδό Καλλιρόης 21. Η μετακίνηση αυτή αποτελούσε μεταβολή των όρων εργασίας υπό τους οποίους είχε αρχικά προσληφθεί.
Ειδικότερα η εργασία αυτή ήταν υποδεέστερη αυτής που επί 10 σχεδόν έτη ασκούσε στην αρχική εργοδότρια και περαιτέρω, ενώ στην προηγούμενη υπηρεσία εργαζόταν πρωϊνό ωράριο, τώρα εργαζόταν με βάρδιες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν και νυκτερινά. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσιβλήτου, καταδεικνύουν δε το πνεύμα με το οποίο η αναιρεσείουσα αντιμετώπισε την ένδικη εργασιακή σχέση ευθύς μόλις κατέστη εργοδότης του, η οποία παραταύτα, στις καταστάσεις της συνέχιζε να τον εμφανίζει ως υπάλληλο γραφείου του λογιστικού κλάδου.
Περαιτέρω το Νοέμβριο 2002, στα πλαίσια της αξιολόγησης του αναιρεσιβλήτου επιβλήθηκε χαμηλή βαθμολογία με την παρατήρηση ότι, δεν έχει αντιληφθεί τις υποχρεώσεις του ως προσωπικό ασφαλείας. Ο αναιρεσίβλητος διατύπωσε τις αντιρρήσεις του επάνω στο φύλλο αξιολόγησης, υποστηρίζοντας ότι η αξιολόγηση ήταν μεροληπτική, ότι ήταν συνεπής στα καθήκοντά του και επισήμανε ότι ποτέ δεν είχε εκπαιδευθεί για τα καθήκοντά του ως προσωπικό ασφαλείας.
Τον Μάρτιο 2003, η νυκτερινή φύλαξη του κτιρίου της οδού Καλλιρόης ανατέθηκε σε ιδιωτική επιχείρηση ασφαλείας, επικαλούμενος δε ο προϊστάμενος ασφαλείας την εξ αυτού του λόγου κατάργηση της νυκτερινής βάρδιας, τοποθέτησε τον αναιρεσίβλητο στο κατάστημα της οδού Λυσικράτους, όπου θα έπρεπε να παραμένει όρθιος έξω από το κατάστημα και να παρακολουθεί τυχόν ύποπτα άτομα.
Ο τελευταίος, επικαλούμενος το πρόβλημα υγείας του σχετικά με το μάτι του, ανέφερε στον ως άνω προϊστάμενο ότι, αδυνατεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα αυτά και κατόπιν αυτού τον τοποθέτησε στο κτίριο της οδού Βενιζέλου 2 με καθήκοντα υπαλλήλου υποδοχής του προσωπικού, χειριζόμενος και το άνοιγμα της εισόδου του γκαράζ που ήταν ηλεκτροκίνητη, στη συνέχεια δε τοποθετήθηκε και πάλι στο κατάστημα της οδού Καλλιρόης.
Την 6-5-2003, η αναιρεσείουσα κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Ως λόγος καταγγελίας αναφέρεται η ελλιπής υπηρεσιακή απόδοση και ανεπάρκεια, μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων από πλευράς του αναιρεσιβλήτου και μη δέουσα συμπεριφορά ως προς τους προϊσταμένους και συναδέλφους του.
Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, ο αναιρεσίβλητος, την 25-3-2002, ενώ ήταν υπεύθυνος ασφαλείας του control room του κεντρικού θησαυροφυλακείου Αθηνών, εγκατέλειψε τη θέση του και εξήλθε από το κτίριο για διάστημα 30 λεπτών περίπου, για να πλύνει το ΙΧ αυτοκίνητό του και ότι την 28-3-2003, ενώ είχε βάρδια στο ίδιο κατάστημα, αφενός απομακρύνθηκε από τη θέση του για 30 λεπτά περίπου για να πλύνει το αυτοκίνητό του και αφετέρου σε έλεγχο που έγινε περί ώρα 2200 από τον προϊστάμενο ασφαλείας Γ1, βρέθηκαν όλες οι θύρες της εισόδου ανοικτές, ο δε αναιρεσίβλητος βρισκόταν στο control room, όπου άκουγε μουσική από κασετόφωνο ιδιοκτησίας του, κατόπιν δε αυτού ο υπεύθυνος ασφαλείας, με έγγραφο που απέστειλε την 2-4-2003 στη Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού, τον έθεσε στη διάθεσή της.
Όσον αφορά το ως άνω πρώτο περιστατικό και να συνέβη πράγματι, είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό, το οποίο και η ίδια η αναιρεσείουσα φαίνεται να μην το καταλόγισε στον αναιρεσίβλητο, αφού ούτε εξηγήσεις τον κάλεσε να δώσει, ούτε έδωσε άλλη συνέχεια εκτός από το να του απευθύνει το από ...... υπηρεσιακό σημείωμα, με το οποίο τον καλούσε να μην επαναληφθεί η ανωτέρω ενέργειά του.
Άλλωστε, από αυτό δεν προέκυψε ούτε η ίδια επικαλείται ότι, προέκυψε κίνδυνος των συμφερόντων της. Όσον αφορά τα περιστατικά της 28-3-2003, προέκυψε ότι, πράγματι ο αναιρεσίβλητος εκτελούσε βάρδια στο κατάστημα της οδού Καλλιρόης, από ώρα 22.00 έως 6 το πρωΐ. Δεν αποδείχθηκε όμως πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του, όταν στις 22.00 έκανε έλεγχο, προσερχόμενος στο χώρο, ο Γ1.
Και τούτο διότι ο αναιρεσίβλητος βρισκόταν στο room control, όπου όφειλε να βρίσκεται. Η εξωτερική θύρα ανήκε στην ευθύνη ασφαλείας της εταιρείας "....." και συνεπώς ο αναιρεσίβλητος δεν είχε ανάμειξη και ευθύνη για την κατάστασή της. Η εσωτερική θύρα ήταν πράγματι μισάνοιχτη αλλά όπως υποστηρίζει ο τελευταίος, την είχε σ' αυτή τη θέση, προκειμένου να εξαεριστεί ο χώρος, αφού υπήρχε κάπνα από τσιγάρα του προηγούμενου συναδέλφου του.
Ως προς τη χρήση ραδιοκασετοφώνου, πράγματι όπως προκύπτει από τον κατάλογο "ειδικών καθηκόντων υπαλλήλου φύλαξης", απαγορεύεται το ραδιόφωνο, σε άλλο όμως κατάλογο "γενικών καθηκόντων" φαίνεται να απαγορεύονται τα οινοπνευματώδη, τα περιοδικά και η τηλεόραση, δεν αναφέρεται όμως το ραδιόφωνο. Έτσι, ως προς την εν λόγω απαγόρευση μπορεί να δικαιολογηθεί κάποια σύγχυση, σε κάθε όμως περίπτωση, από τα πιο πάνω, τα οποία φέρονται ως αντισυμβατικές παραβάσεις του αναιρεσιβλήτου, δεν προέκυψε οποιοσδήποτε κίνδυνος των συμφερόντων της.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ούτε η ίδια επικαλείται, ότι ο αναιρεσίβλητος συστηματικά προέβαινε σ' αυτή ή άλλες παραβάσεις των καθηκόντων του. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το βράδυ εκείνο ο αναιρεσίβλητος εγκατέλειψε τη θέση του για 30 λεπτά, για να πλύνει το αυτοκίνητό του. Την 11-4-2003 και ενώ η εργασιακή σχέση είχε διαταραχθεί, του ανακοίνωσαν ότι έπρεπε να λάβει άδεια, υπογράφοντας τη σχετική αίτηση, για το διάστημα από 14-4-2003 έως 17-4-2003.
Την 17-4-2004, ο αναιρεσίβλητος προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, παραπονούμενος για τη μεταχείρισή του εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας και ενώ η συζήτηση της προσφυγής ορίστηκε για την 8-5-2003, η αναιρεσείουσα την 6-5-2003 του κοινοποίησε την προαναφερόμενη καταγγελία της συμβάσεως. Η καταγγελία δεν έγινε για μη τήρηση από τον αναιρεσίβλητο των συμβατικών του υποχρεώσεων, αλλά από λόγους εκδικητικότητας των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας προς το πρόσωπό του στην προσπάθειά του να δικαιωθεί εξαιτίας της προαναφερόμενης δυσμενούς μεταβολής των όρων εργασίας του και συνεπώς υπερβαίνει τα αξιολογικά όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο μισθούς υπερημερίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης έγινε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, επειδή αυτός προσπάθησε να δικαιωθεί εξαιτίας της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της σύμβασής του, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση αν ο αναιρεσίβλητος διαμαρτυρήθηκε για τη βλαπτική αυτή μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του και αν αυτός άσκησε τα νόμιμα δικαιώματά του από τη μεταβολή αυτή, έτσι ώστε να δημιουργηθούν αισθήματα εκδίκησης στα όργανα της αναιρεσείουσας καθώς, επίσης, δεν διευκρινίζεται γιατί η εκδικητικότητα των οργάνων της αναιρεσείουσας εκδηλώθηκε τρία χρόνια μετά τη βλαπτική αυτή μεταβολή.
Επίσης, αναφέρεται στην απόφαση ότι στον αναιρεσίβλητο επιβλήθηκε χαμηλή βαθμολογία, χωρίς να διευκρινίζεται αν ήταν δίκαιη ή όχι η βαθμολόγηση αυτή. Επίσης, ως προς το περιστατικό της 25-3-2002 το Εφετείο έχει ενδοιασμούς αν πράγματι έλαβε χώρα, ενώ το περιστατικό αυτό καθώς και εκείνο της 28-3-2003 το συναρτά με κίνδυνο βλάβης των συμφερόντων της αναιρεσείουσας, ενώ δεν απαιτείται τέτοιος κίνδυνος για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.
Τέλος, ως προς τη χρήση του ραδιοκασετοφώνου, η οποία αποτελεί παράβαση καθήκοντος, ανεξάρτητα αν αναφέρεται ή όχι στο κατάλογο καθηκόντων, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση αν πράγματι ο αναιρεσίβλητος έκανε τέτοια χρήση. Από όλες αυτές τις παραδοχές του Εφετείου προκύπτει αμφιβολία, αν η καταγγελία της ένδικης σύμβασης έγινε για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσιβλήτου του σωματείου με την επωνυμία "........", που ασκήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και το άρθρο 675 Α του ίδιου κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3189/2003, πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την πρόσθετη παρέμβαση του σωματείου με την επωνυμία "........."
Αναιρεί την 383/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ