Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding document distortion and insufficient evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision. The appellant argued the lower court distorted a technical expert report, but the court found this claim unproven without the original document. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to lack of evidence and the appellant was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8), 559(14), 559(20) of the Code of Civil Procedure; The distortion of a document's content requires the original document to be submitted to the Supreme Court for verification, and mere disagreement with the lower court's evaluation of facts does not constitute distortion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 615 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 615/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ι. Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ρ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πέτρο Μαντούβαλο δια δηλώσεως (άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. συζ. Μ. Π., κατοίκου ..., 2. Β. Β. του Ι., κατοίκου ..., 3. Ε. Β. του Ι., κατοίκου ..., 4. Ι. Π. Α., κατοίκου ..., 5. Α. συζ. Σ. Μ., κατοίκου ..., 6. Ε. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 7. Α. Μ. του Σ., κατοίκου ... και 8. Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Κοτσώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4111/07 του ιδίου Δικαστηρίου, 1585/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και 864/2014 Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 30-4-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 12-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ’ εκείνη, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει η αοριστία της αγωγής να προταθεί νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επαναφερθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το γεγονός δε τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο (ΟλΑΠ 16/2000). Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει:
α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 1094 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων κινητών και ακινήτων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνεται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ’ αυτά, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνον εφόσον εκείνος (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η σχετική αποδοχή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί τούτο.
‘ Ετσι, επί αναγνωριστικής κυριότητας ή διεκδικητικής αγωγής που στηρίζεται, καθόσον αφορά τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, στην κληρονομική διαδοχή, αποτελούν στοιχεία του κύρους αυτής, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, τόσον η αποδοχή της κληρονομίας, όσο και η μεταγραφή της ή η έκδοση κληρονομητηρίου και η μεταγραφή τούτου, η παράλειψη δε των στοιχείων αυτών στην αγωγή, καθιστά την τελευταία αόριστη, χωρίς δυνατότητα συμπλήρωσης της αοριστίας της με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησής της.
Τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία της αποδοχής και της μεταγραφής της δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται στην αγωγή στην περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946), εφόσον η κληρονομία του, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που δεν απαιτούσαν την τήρηση των διατυπώσεων αυτών.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν. 69 Πανδ. (29.2), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή της, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία).
Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ’ αυτή και απόκτησή της (ΑΠ 383/2014). Σύμφωνα επίσης, με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2.19), 3 Εισ. (3.1), 14 Πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομία του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη.
Επί κληρονομικής, επομένως, διαδοχής, που έλαβε χώρα υπό την ισχύ του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου πρέπει, για την πληρότητα, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, της αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής, να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την επαγωγή της κληρονομίας στον κληρονόμο, δηλαδή είτε το ότι ο τελευταίος ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία αυτού, οπότε η κληρονομία επάγεται αυτοδικαίως σ` εκείνον, είτε ότι ο ίδιος υπεισήλθε στην κληρονομία με ρητή ή σιωπηρή δήλωσή του και αναμείχθηκε σ’ αυτή με πρόθεση κληρονόμου.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείται η επίκληση στην αγωγή συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομία, ενώ μόνη η επίκληση του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή δεν αρκεί για το ορισμένο της αγωγής.
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη των άρθρων 1 παρ. 1 και 4 και 7 παρ. 1 του ν. 2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής" που καταργήθηκε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 96 του ΕισΝΑΚ, αλλά εφαρμόζεται για την κληρονομία των προσώπων που απεβίωσαν κατά το χρονικό διάστημα από 3-7-1920 μέχρι 22-2-1946, αφενός ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονομούμενου και τα τέκνα κληρονομούν κατ’ ισομοιρίαν και αφετέρου ο επιζών σύζυγος καλείται αυτοδικαίως ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος μετά των συγγενών της πρώτης τάξης στο 1/4 της κληρονομίας, χωρίς τη συνδρομή οποιασδήποτε άλλης προϋπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του εισαγωγικού δικογράφου της από 7-5-2003 αναγνωριστικής (μετά τον νομοτύπως γενόμενο περιορισμό του αιτήματος) κυριότητας ακινήτου αγωγής, οι τότε ενάγοντες εξέθεταν ότι μετά το θάνατο του Δ. Ρ., το έτος 1938, κατέστησαν κληρονόμοι τούτου η σύζυγός του Δ.
χήρα Δ. Ρ. και τα τέσσερα τέκνα τους, Μ., Ε., Α. και Α., που υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο (αγροτεμάχιο) που προσδιορίζεται πλήρως κατά θέση (αγροτική θέση "..." στις Σπέτσες), έκταση (12.330 τ.μ.) και όρια (πανταχόθεν οριοθετούμενο, ήτοι βόρεια με ιδιοκτησίες Θ.
Κ. και κληρονόμων Ι. Θ. επί πλευράς 120 μέτρων, νότια με κοίτη ποταμού επί πλευράς 80 μέτρων, ανατολικά με ιδιοκτησίες κληρονόμων Ι. Θ. και Χ. Κ. επί πλευράς 150 μέτρων και δυτικά με αγροτικό δρόμο επί πλευράς 175 μέτρων), ότι ασκούσαν επ’ αυτού όλες τις πράξεις νομής που αρμόζουν σε αληθινό κύριο, ήτοι το επεσκέπτοντο, ανέθεσαν σε μηχανικό τη σύνταξη σχετικού τοπογραφικού διαγράμματος και το καλλιεργούσαν, συλλέγοντας τους καρπούς των δένδρων του (ελαιοδένδρων και συκιών) τα δυο αγόρια της οικογένειας Μ.
και Ε. (μέχρι το θάνατό του) και στη συνέχεια μόνος ο Μ., πάντοτε για λογαριασμό όλων των συγκληρονόμων, οι οποίοι και κατέστησαν έτσι συγκύριοι του επιδίκου η μεν πρώτη (Δ.) κατά ποσοστό 1/4 ή 12/48 ή 48/192 εξ αδιαιρέτου, έκαστο δε των τεσσάρων τέκνων κατά ποσοστό 9/48 ή 36/192 εξ αδιαιρέτου. Έχοντας το περιεχόμενο αυτό η αγωγή και διαλαμβάνουσα όλα τα απαιτούμενα, ως άνω, κατά νόμο στοιχεία, είναι πλήρως ορισμένη τόσον ως προς τον περιγραφόμενο τρόπο κληρονομίας του επιδίκου από τη σύζυγο και τα τέκνα του Δ.
Ρ., όσο και ως προς την ακριβή περιγραφή τούτου, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων πρώτος από τους αριθμούς 1 και 14 (όχι και 8, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, κατ’ αμφότερα τα σκέλη του, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033 και 1192 ΑΚ προκύπτει ότι, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία που γίνεται με υποβαλλόμενο σε μεταγραφή συμβολαιογραφικό έγγραφο μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται στον τελευταίο η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.
Επίσης, κατά τις διατάξεις του μεν άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, του δε άρθρου 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ` άρθρο 1051 ΑΚ.
Φυσική εξουσία επί του πράγματος υπάρχει και στην περίπτωση που ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Δεν είναι δε αναγκαίο η νομή να ασκείται αυτοπροσώπως, αλλά μπορεί να ασκείται μέσω άλλου (άρθρο 980 ΑΚ).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 994, 1113, 1884 του ΑΚ, συνάγεται ότι ο συγκληρονόμος, ως συγκοινωνός, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό κληρονομιαίο πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει τούτο και στο όνομα των λοιπών κληρονόμων, στους οποίους αυτοδικαίως και χωρίς να ενεργήσουν υλικές πράξεις σε αυτό, περιέρχεται η συννομή του, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, που είχε τη νομή του.
Δεν μπορεί δε ο συγκληρονόμος να αντιτάξει κατά των λοιπών κληρονόμων κτητική (έκτακτη χρησικτησία) παραγραφή, πριν καταστήσει γνωστό σ’ εκείνους ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό κληρονομιαίο πράγμα αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτή παρέλθει η απαιτούμενη για τη χρησικτησία εικοσαετία.
Αλλά και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 7 παρ. 5 Πανδ. (10.3), ν. 42 Πανδ. (41.2), ν. 3 Κωδ. (7.34), που αποτελούν απόρροια του κανόνα του άρθρου 28 Πανδ. (10.3), σύμφωνα με τον οποίο "εν τω κοινώ πράγματι ουδείς των κοινωνών δύναται ποιείν τι παρά την γνώμην των άλλων", σαφώς συνάγεται ότι εάν ο κοινωνός, που είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, κατά τους ν. 3 και 4 Εισ. (2.27), κατέχει ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι το κατέχει και για λογαριασμό των συγκοινωνών, κατά την ανήκουσα στον καθένα ιδανική μερίδα και δεν μπορεί να αντιτάξει εναντίον αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή πριν τους γνωστοποιήσει ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το πράγμα για δικό του λογαριασμό ως κύριος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β ΚΠολΔ).
Ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, αυτός απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "....Το έτος 1938, απεβίωσε στις Σπέτσες αδιάθετος, ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων και των εναγομένων, Δ.
Ρ. του Μ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του, Δ. χήρα Δ. Ρ., κατά ποσοστό 1/4 ή 12/48 εξ αδιαιρέτου, και από τα τέσσερα τέκνα του, ήτοι την Α. σύζυγο Ι. Β., Α. σύζυγο Π. Α., Ε. Ρ. και τον Μ. Ρ., κατά ποσοστό 9/48 εξ αδιαιρέτου το καθένα εξ αυτών. Μεταξύ των κληρονομικών στοιχείων του ως άνω κληρονομούμενου, περιλαμβάνετο και το επίδικο, περί της θέσεως, των ορίων και της έκτασης του οποίου λεκτέα τα ακόλουθα:
Πρόκειται για ένα αγροτεμάχιο, ευρισκόμενο στην περιοχή "..." στις Σπέτσες, το οποίο είχε περιέλθει στον απώτερο δικαιοπάροχο των αντιδίκων, Δ. Ρ., δυνάμει του υπ’ αριθ. ...30-9-1921 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδικειακού Γραμματέα Σπετσών Κ. Σ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπετσών.....
Το ως άνω αγροτεμάχιο καταμετρήθηκε στο πλαίσιο της διαταχθείσας με την υπ’ αριθ. 4232/2009 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πραγματογνωμοσύνης, η οποία διεξήχθη από τον αγρονόμο-τοπογράφο μηχανικό Ε. Ν., η δε σχετική καταμέτρηση αλλά και οριοθέτηση αυτού αποτυπώθηκε στο από Μαΐου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του τελευταίου.
Από την εν λόγω πραγματογνωμοσύνη συνήχθη το συμπέρασμα ότι, μολονότι το εν λόγω αγροτεμάχιο φέρεται, δυνάμει της ως άνω ..... αγωγής, εκτάσεως 12.330 τ.μ. και εμφαίνεται με τα στοιχεία ...... στο προσαρτώμενο στη με αριθ. ...7.11.2000 πράξη αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Πειραιά Αθηνάς Βαλανιδά, και από Δεκεμβρίου 1996 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ν.
Σ., συνορευόμενο βόρεια ..... με ιδιοκτησίες Θ. Κ. και κληρονόμων Ι. Θ., νότια με κοίτη ποταμού .... , ανατολικά με ιδιοκτησίες κληρονόμων Ι. Θ. και Χ. Κ.,..... και δυτικά με αγροτικό δρόμο,..., έχει στην πραγματικότητα έκταση πολύ μικρότερη και συγκεκριμένα, με βάση τα όρια που υπεδείχθησαν από τους ίδιους τους ενάγοντες, 6.870,41 τ.μ., ενώ με βάση τα όρια που υπεδείχθησαν, εκ των εναγομένων, αυτό έχει έκταση 4.925,50 τ.μ.
Η ως άνω εμβαδομετρητική διαφορά, η οποία απαντάται κατ’ αρχάς μεταξύ της αναγραφόμενης στην ως άνω αγωγή εκτάσεως και αυτής (υπό τις δύο ως άνω εκδοχές της) όπως αποτυπώνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, αποδίδεται, από τον ως άνω πραγματογνώμονα στη μειωμένη ακρίβεια του ανωτέρω από 1996 τοπογραφικού διαγράμματος του μηχανικού Κ.
Κ. και ως προς το εμβαδό και ως προς τα όρια (χαρακτηρίζεται ως σκαρίφημα), ενώ η εμβαδομετρητική διαφορά που προκύπτει μεταξύ της εκτάσεως, όπως υπεδείχθη υπό των εναγόντων σε σχέση με τα όρια που υπεδείχθησαν υπό των εναγομένων, οφείλεται στην αμφισβήτηση, εκ μέρους των πρώτων, της έκτασης του επίδικου ακινήτου.
Πιο συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη των εναγομένων προέβη, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1985 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σπετσών Κωνσταντίνου Γιδόπουλου, σε δωρεά, προς τις εγγονές της και θυγατέρες του πρώτου εναγομένου, ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 2.418 τ.μ., κειμένου στη θέση "..." Σπετσών, για το οποίο, οι μεν ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αποτελεί τμήμα του επιδίκου, οι δε εναγόμενοι ότι είναι εντελώς ανεξάρτητο ακίνητο από το επίδικο ακίνητο και ότι, παρόλα αυτά, οι ενάγοντες περιλαμβάνουν και το ακίνητο τούτο, με την υπό κρίση αγωγή τους, στο επίδικο, αναφέροντάς το ως τμήμα του.
Εν όψει της δυσχέρειας να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα περί του τελευταίου αυτού ζητήματος, αλλά και γενικά περί της οριοθετήσεως και ταυτοποιήσεως του επιδίκου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διέταξε, με την ως άνω υπ’ αριθ. 4232/2009 μη οριστική απόφασή του τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου, αφενός να εξακριβωθεί εάν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους των εναγόντων και σε τυχόν υπάρχοντες τίτλους των εναγομένων και αν συμπίπτει με εκείνο του αποβιώσαντος το έτος 1938 απώτατου δικαιοπαρόχου τους, Δ.
Ρ. του Μ. και, αφετέρου, να διευκρινισθεί εάν το ακίνητο των 2.418 τ.μ. αποτελεί τμήμα του επιδίκου ή αποτελεί ξεχωριστό ακίνητο. Ο ως άνω πραγματογνώμονας, αφού έλαβε υπ’ όψιν του το χαρτογραφικό υλικό, τους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων, τους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγομένων, τα δικόγραφα αυτών, και τα διατιθέμενα τοπογραφικά διαγράμματα, προέβη σε αυτοψία και έρευνα, επί των ιδιοκτησιών των εναγόντων και των εναγομένων, καθώς και της ευρύτερης περιοχής, και, ακολούθως, προέβη, κατόπιν της υποδείξεως των ορίων του επιδίκου, υπό των διαδίκων, σε οριζοντιογραφική αποτύπωση αυτού, .......
κατέληξε δε ότι το εμβαδόν του επιδίκου διαφέρει από το τοπογραφικό διάγραμμα-σκαρίφημα του Μηχανικού Κ. Κ., αφού η αποτύπωση του τελευταίου έγινε κατά προσέγγιση. Πιο συγκεκριμένα, ο ως άνω πραγματογνώμονας διαπίστωσε την ατελή περιγραφή του επιδίκου στον τίτλο του απώτατου δικαιοπαρόχου των διαδίκων, ήτοι στο υπ’ αριθ. ...30.9.1921 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Κωνσταντίνου Σαββέα, όπου μνημονεύεται ένας αγρός απροσδιόριστης έκτασης, ο οποίος βρίσκεται στη θέση ...
και εκτείνεται μέχρι το ναό της ..., συνορεύει με αγρούς ιδιοκτησίας κληρονόμων Ι. Μ., Ε. Μ. και με σταύλο Σ., ενώ δεν προσδιορίζεται ο προσανατολισμός των συνορευόμενων αγρών, σε σχέση με τον εν λόγω αγρό. Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι, από το ως άνω συμβόλαιο, καθίσταται αδύνατη η ανεύρεση της θέσεως και του σχήματος του αγροτεμαχίου στο χώρο, αφού δεν συνοδεύεται από κάποιο τοπογραφικό διάγραμμα και τα ονόματα των γύρω ιδιοκτητών δεν αντιστοιχούν με αυτά των τωρινών, καθώς και ότι μοναδικό σύνορο, το οποίο είναι αναγνωρίσιμο είναι ο Ιερός Ναός της ..., ο οποίος απεικονίζεται στον χάρτη Μ. (1901).
Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι υπεδείχθη η θέση του Ναού αυτού, από ... Ιερέα, με ειδικές γνώσεις στην ονοματολογία και στην ιστορία των Ναών των Σπετσών. Στη συνέχεια, ο ως άνω πραγματογνώμονας διαπιστώνει ότι η αντιστοίχηση των ορίων του επιδίκου, όπως περιγράφεται στον υπ’ αριθμόν ...30.9.1921 τίτλο ιδιοκτησίας του Δ.
Ρ., με τα όρια αυτού, όπως περιγράφεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων (ήτοι στα υπ’ αριθ. ...7.11.2000, .../18.3.2003, ...24.10.2006 και .../21.11.2007 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνάς Βαλανιδά) είναι αδύνατη, διότι τεχνικά χαρακτηριστικά του εδάφους, όπως ο δρόμος, που δημιουργήθηκε ανατολικά του επιδίκου, έχουν μεταβληθεί, όπως φαίνεται και στις αεροφωτογραφίες του 1940, του 1961, του 1972 και του 1985, καθώς και οι ιδιοκτήτες των γύρω αγρών, όπως και ενδεχομένως η έκτασή του λόγω χρησικτησιών.
Από την άλλη πλευρά, ο πραγματογνώμονας επισημαίνει ότι ο μοναδικός τίτλος των εναγομένων είναι ο τίτλος του απώτατου δικαιοπαρόχου τους, Δ. Ρ. του Μ., ήτοι το ως άνω υπ’ αριθ. ...30.9.1921 συμβόλαιο, οι δε εναγόμενοι υπέδειξαν ως αγροτεμάχιο, το οποίο περιλαμβάνεται στον άνωθι τίτλο, το εμφαινόμενο με τα στοιχεία ......, στο τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ε.
Ν., με έκταση εμβαδού 4.925,50 τετραγωνικών μέτρων, αναφέροντας, ως ανεξάρτητο ακίνητο, εκείνο που περικλείεται με τα γράμματα ....... (δηλαδή το αγροτεμάχιο που οι ενάγοντες εντάσσουν στο επίδικο), όπως απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ε. Ν. και το οποίο φέρει έκταση κατά τις μετρήσεις του τελευταίου 1.944,91 τ.μ.
Ο ως άνω πραγματογνώμονας λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι α) στον τίτλο του Δ. Ρ. του Μ. (...30.9.1921) αναφέρονται τα ονόματα των όμορων ιδιοκτητών, τα οποία δεν ήταν δυνατό να εντοπιστούν και να ταυτιστούν με κάποιο αγροτεμάχιο της περιοχής, β) μόνο σταθερό όριο αποτελεί ο Ιερός Ναός της ..., ο οποίος αποτελεί το ανατολικό όριο του εν λόγω αγροτεμαχίου και τοποθετώντας τα όρια του επιδίκου στις αεροφωτογραφίες, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το επίδικο αγροτεμάχιο ήταν μεγαλύτερο όσον αφορά το ανατολικό του μέρος, αλλά, λόγω ανυπαρξίας κάποιου τοπογραφικού διαγράμματος που να συνοδεύει τον υπ’ αριθ. ...30.9.1921 τίτλο, δεν συνάγεται, με βεβαιότητα, η έκτασή του.
Πλην όμως, βεβαιώνει ότι αυτό συρρικνώθηκε, κατά τη διάρκεια του χρόνου, τουλάχιστον, ως προς το ανατολικό όριό του και καταλήγει ότι η θέση του αγροτεμαχίου, σε σχέση με τον Ιερό Ναό της ..., αποτελεί ένδειξη και καθιστά πιθανό, αλλά όχι βέβαιο, το αγροτεμάχιο που περιγράφεται στο υπ’ αριθμόν .../9.8.1985 δωρητήριο συμβόλαιο να αποτελεί τμήμα του επιδίκου.
Κριτήριο γι’ αυτό το συμπέρασμα αποτελεί, σύμφωνα με την ως άνω πραγματογνωμοσύνη, η φυσική συνέχεια του αγροτεμαχίου προς την ανατολή, όπως το οριοθέτησαν οι εναγόμενοι, έως τον Ιερό Ναό της ... (βρίσκεται ανάμεσα στον Ιερό Ναό της ... και στο αγροτεμάχιο......). Κατά συνέπεια, δυνάμει των πορισμάτων του ως άνω πραγματογνώμονα, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν υπό ουδενός των διαδίκων μερών, αποδείχθηκε ότι το επίδικο φέρει έκταση 6.870.41 τ.μ.
και εμφαίνεται στο από Μαΐου τοπογραφικό διάγραμμα του ως άνω πραγματογνώμονα με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Φ-Α, συνορεύει δε βόρεια σε πλευρές Α-Β-Γ και Γ-Δ-Ε με αγροτική οδό, σε πλευρά Ε-Ζ με μονοπάτι, σε πλευρά Ζ-Η-Θ με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά σε πλευρές Θ-Ι, Ι-Κ, Κ-Λ-Μ με ιδιοκτησία αγνώστου, σε πλευρά Π-Ρ-Σ-Τ με ρέμα και δυτικά σε πλευρά Τ-Φ-Α με ιδιοκτησία αγνώστου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά τον θάνατο του ανωτέρω κληρονομούμενου Δ. Ρ., η σύζυγος αυτού Δ. Ρ., νεμόταν το επίδικο, καλλιεργώντας και επιβλέποντας αυτό για λογαριασμό δικό της και για λογαριασμό των τεσσάρων τέκνων της, που ήταν κατά τον χρόνο του θανάτου του συζύγου της ανήλικα (ο Μ. Ρ. ήταν ηλικίας 17 ετών και πέντε μηνών και τα λοιπά τέκνα της ήταν μικρότερα σε ηλικία από αυτόν).
Ακολούθως, το έτος 1956, απεβίωσε στις Σπέτσες, αδιάθετη, η Δ. χήρα Δ. Ρ. και το ποσοστό της του 1/4 εξ αδιαιρέτου περιήλθε λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής στα τέσσερα ως άνω τέκνα της, κατά ποσοστό 3/48 εξ αδιαιρέτου στο καθένα. Εν συνεχεία, το έτος 1962, απεβίωσε στις Σπέτσες, αδιάθετος, ο αδελφός της αρχικώς πρώτης ενάγουσας Α.
Ρ., κουνιάδος του δεύτερου ενάγοντος και θείος των τρίτου και τέταρτης των εναγόντων, Ε. Ρ., και το μερίδιο του των 12/48 εξ αδιαιρέτου περιήλθε, λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής στη σύζυγό του Ρ. Ρ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου (ήτοι τα 6/48 εξ αδιαιρέτου) και κατά το λοιπό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στα τρία εν ζωή τότε αδέλφια του, ήτοι στην πρώτη ενάγουσα, Α.
σύζυγο Ι. Β., στη σύζυγο του δευτέρου ενάγοντος και μητέρα των τρίτου και τετάρτης των εναγόντων, Α. Α., καθώς και στον πατέρα και σύζυγο του πρώτου και δεύτερης των εναγομένων αντίστοιχα, Μ. Ρ., κατά ποσοστό 2/48 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Εν συνεχεία, το έτος 1979, απεβίωσε στην Αθήνα, αδιάθετη, η Α. σύζυγος Π. Α.
και το ποσοστό της των 14/48 περιήλθε, λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής, στο σύζυγό της, Π. Ι. Α., δεύτερο ενάγοντα, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου (ήτοι περιήλθαν σε αυτόν τα 14/192 εξ αδιαιρέτου) και στα δύο τέκνα της, Ι. Α. του Π. και Α. συζ. Σ. Μ., το γένος Π. και Α. Α., τρίτο και τέταρτη των εναγόντων, περιήλθαν τα λοιπά 3/4 εξ αδιαιρέτου, ήτοι ποσοστό 21/192 εξ αδιαιρέτου στο καθένα.
Τόσο η πρώτη ενάγουσα, όσο και οι λοιποί των εναγόντων, αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία, τόσο για λογαριασμό τους, όσο και για λογαριασμό των δικαιοπαρόχων τους, με τις υπ’ αριθ. ...7.11.2000 και .../18.2.2003 αντίστοιχα πράξεις δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Πειραιά Αθηνάς Βαλανιδά, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών.
Τη φροντίδα, καλλιέργεια και εν γένει επίβλεψη του επιδίκου είχε αναλάβει, αρχικά, η Δ. Ρ., για λογαριασμό δικό της και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της, ως νόμιμη επίτροπος αυτών, και εν συνεχεία, τα δύο αγόρια της οικογένειας Μ. και Ε. Ρ. (μέχρι το θάνατό του) και, στη συνέχεια, μόνο ο Μ. (πατέρας και σύζυγος των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων, αντίστοιχα).
Ο ως άνω Μ. Ρ. φρόντιζε, σε τακτά χρονικά διαστήματα, να εφοδιάζει τα αδέλφια του με καρπούς εξηγμένους από το ως άνω επίδικο και, ουδέποτε, μέχρι του θανάτου του, προέβαλε ή δήλωσε, με οιονδήποτε τρόπο, ότι νέμεται το επίδικο (όλο ή τμήμα αυτού), αυτοτελώς, για δικό του λογαριασμό. Ο πρώτος εναγόμενος, την 24-1-2001, κατά τη συζήτηση αγωγής διανομής, που είχε ασκήσει η πρώτη ενάγουσα, στρεφόμενη και κατ’ αυτού και της τρίτης των εναγομένων, αμφισβήτησε τη συγκυριότητα των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου, διατεινόμενος, με τις έγγραφες προτάσεις του εκείνης της συζήτησης, ότι όλο το επίδικο ακίνητο περιήλθε σε αυτόν και στη μητέρα του, από κληρονομία του πατέρα του και αδελφού της πρώτης ενάγουσας, Μ.
Ρ. του Δ., η δε δεύτερη εναγομένη, με το ως άνω με αριθμό .../1985 δωρητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Σπετσών Κωνσταντίνου Γιδόπουλου, δώρησε στις εγγονές της και θυγατέρες του πρώτου εναγομένου το ως άνω αναλυτικά περιγραφόμενο ακίνητο, το οποίο, ως ανωτέρω αποδείχθηκε, ανήκει πράγματι στο επίδικο. Πλην όμως, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας σκέψης, η Α.
Ρ., ο Ε. Ρ., ο Μ. Ρ. και η Α. Ρ. απέκτησαν κατά το εφαρμοζόμενο στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου θανάτου του κληρονομούμενου πατρός τους, βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, την κυριότητα του επιδίκου αυτοδικαίως, ως "οικείοι" του ως άνω κληρονομούμενου, χωρίς να απαιτείται η εκδήλωση βούλησης ανάμειξης σε αυτό και εν γένει στο σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας του, η δε μητέρα αυτών Δ.
ή Μ. Ρ. αποδείχθηκε ότι υπεισήλθε σιωπηρά στην κληρονομία του συζύγου της και αναμείχθηκε σ’ αυτήν με πρόθεση κληρονόμου, καθώς, μετά το θάνατό του (συζύγου της) άσκησε πράξεις νομής επί του ως άνω επιδίκου, μεριμνώντας για την αξιοποίησή του, την καλλιέργεια και εξαγωγή καρπών εξ αυτού, δεδομένου μάλιστα του γεγονότος ότι, κατά τον χρόνο του θανάτου του συζύγου της, άπαντα τα τέκνα αυτής ήταν ανήλικα και η ίδια νόμιμη επίτροπος αυτών, νομή την οποία άσκησε και για λογαριασμό των τέκνων της.
Σε κάθε περίπτωση, οι εναγόμενοι δεν ισχυρίζονται, πολλώ δε μάλλον δεν αποδεικνύουν ότι ο Μ. Ρ., πατέρας του πρώτου και σύζυγος της δεύτερης από αυτούς, γνωστοποίησε, μετά το θάνατο του πατέρα του Δ. Ρ., στους λοιπούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τελευταίου, δηλαδή στα υπόλοιπα τρία αδέλφια του και στη μητέρα του, ότι, εφεξής, θα νέμεται αυτός όλο το επίδικο αποκλειστικά για λογαριασμό του.
Αντίθετα, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο Μ. Ρ., το έτος 1985 με 1986, είχε ζητήσει να αγοράσει το μερίδιο της αδελφής του Α. χήρας Ι. Β. (πρώτης ενάγουσας) αλλά εκείνη αρνήθηκε.
Συνεπώς εφόσον δεν έλαβε χώρα η ως άνω γνωστοποίηση δεν άρχισε ο Μ. Ρ. να χρησιδεσπόζει στα ιδανικά μερίδια των λοιπών συγκληρονόμων και να τρέχει ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των τελευταίων, ώστε να συμπληρωθεί μέχρι το θάνατό του (1991) εικοσαετία και να καταστεί αυτός αποκλειστικός κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι ενάγοντες κατέστησαν, αιτία εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, εξ αδιαιρέτου συγκύριοι επί του ως άνω περιγραφομένου στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης απεικονιζόμενου στο συνταχθέν υπό του ως άνω πραγματογνώμονος από Μαΐου 2010 σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, ακινήτου, και δη, η (εξ αδιαθέτου κληρονομούμενη, κατ’ ισομοιρίαν, από την πρώτη, δεύτερο και τρίτο των εφεσιβλήτων) πρώτη ενάγουσα, Α.
χήρα Ι. Β., το γένος Δ. Ρ., κατά ποσοστό 14/48 ή 56/192, εκ του οποίου, ποσοστό 9/48 από κληρονομία του πατρός της, Δ. Ρ., ποσοστό 3/48 από κληρονομία της μητρός της, Δ. Ρ. και 2/48 από κληρονομία του αδελφού της, Ε. Ρ., ο (εκ διαθήκης κληρονομούμενος από τους τέταρτο, έκτη, έβδομο και όγδοο των εφεσιβλήτων) δεύτερος ενάγων, Π.
Ι. Α., κατά ποσοστό 14/192, από κληρονομία της συζύγου του Α. Α. το γένος Δ. Ρ., ο τρίτος ενάγων-τέταρτος εφεσίβλητος Ι. Α. του Π., κατά ποσοστό 21/192, από κληρονομία της μητέρας του Α. Α. και η τέταρτη ενάγουσα-πέμπτη εφεσίβλητη Α. συζ. Σ. Μ., κατά ποσοστό 21/192, από κληρονομία της μητέρας της Α. Α.. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και στη συνέχεια, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή όσον αφορά την έκταση του επιδίκου ακινήτου, αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του εν λόγω ακινήτου, εκτάσεως 6.870 τμ, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, δεν έσφαλε....".
Σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η αναγνωριστική κυριότητας επί του επιδίκου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 369, 787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 994, 1033, 1045, 1113, 1192 και 1884 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα που αφορούν τον τρόπο κτήσης, δυνάμει κληρονομικής διαδοχής από τη σύζυγο και τα τέκνα του Δ.
Ρ., της κυριότητας επί της κληρονομιαίας περιουσίας του, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο και τη μετέπειτα κτήση αυτής από τους δικαιοδόχους των τελευταίων, κατά την προεκτιθέμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση σειρά, καθώς και την προβολή ή μη ισχυρισμού από τους αρχικούς εναγόμενους, για την εκ μέρους του πατέρα του πρώτου και συζύγου της δεύτερης τούτων, Μ.
Ρ., γνωστοποίηση στους λοιπούς κληρονόμους του Δ. Ρ., δηλονότι στους τρεις αδελφούς του και στη μητέρα του, ότι από του χρονικού σημείου θανάτου του πατέρα του Δ. Ρ. και εφεξής θα νέμεται εκείνος (Μ. Ρ.) ολόκληρο το επίδικο αποκλειστικά για λογαριασμό του. Επομένως, οι τρίτος και όγδοος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, ο τέταρτος από τον αριθμό 1 (όχι και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της από το Εφετείο παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι αναφέρεται μεν ως δίδαγμα κοινής πείρας "η συνηθισμένη συμπεριφορά ανθρώπου που ασχολείται με τη γη και τα ζώα, διαμένοντας στην επαρχία, να στέλνει στους συγγενείς του στην Αθήνα μέρος της σοδειάς του από πνεύμα ελευθεριότητας και γενναιοδωρίας και μόνο, δεν σημαίνει ότι τούτο αποτελεί μερίδιο δικό τους", χωρίς όμως καμία περαιτέρω αναφορά στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση του διδάγματος της κοινής πείρας, στη φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και στην προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από το επικαλούμενο δίδαγμα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή ενίοτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ` αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα. Επομένως και με τη σκέψη ότι το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, ο λόγος αναίρεσης ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται, κατά κανόνα, στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 18/2005).
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος για έλλειψη νομιμοποίησης μπορεί να στηρίζεται στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν η αιτίαση συνδέεται με τις παραδοχές της απόφασης επί της ουσίας, ενώ αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του περιστατικά της αγωγής που στηρίζουν τη νομιμοποίηση, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου.
Εξ άλλου, το άρθρο 70 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη αυτή προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωριστεί κατόπιν αγωγής η ύπαρξη ή η ανυπαρξία έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον.
Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα, η οποία ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο, όπως είναι και το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας (άρθρο 973 ΑΚ). Το έννομο συμφέρον, που μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Αφετηρία του, όταν η αβεβαιότητα δεν προκύπτει από τα πράγματα, είναι η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της επίδικης έννομης σχέσης, από την οποία πρέπει να απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση να αποτελεί πρόσφορο μέσο.
Ειδικότερα δε αν η προσβολή της κυριότητας συνίσταται σε αμφισβήτηση, προφορική ή και με άλλο δηλωτικό αυτής αλλά ρηματικό τρόπο, τότε ο κύριος δικαιούται να ασκήσει αναγνωριστική της κυριότητάς του αγωγή, στρεφόμενη κατά του αμφισβητούντος το δικαίωμα της κυριότητάς του επί του συγκεκριμένου πράγματος.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ ορθήν εκτίμηση, η από τον αριθμό 1 (και όχι 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης του νόμου γιατί το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων και η (αποβιώσασα) μητέρα του ενομιμοποιούντο παθητικά ως εναγόμενοι στην ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων επί τμήματος του επιδίκου ακινήτου αγωγή τους, μολονότι δέχθηκε ότι τούτο είχε μεταβιβασθεί αιτία δωρεάς από την δεύτερη στις εγγονές της Α., Χ.
και Μ. θυγατέρες Δ. Ρ., κατά των οποίων (ως προς το δωρηθέν τμήμα του επιδίκου) οι αναιρεσίβλητοι θα έπρεπε να είχαν στραφεί. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως αναφέρεται τόσο στην ένδικη αγωγή, όσο και στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων και η τότε συνεναγόμενη μητέρα του αμφισβήτησαν το δικαίωμα κυριότητας του αναιρεσιβλήτου επί του, ως άνω, τμήματος, ο μεν πρώτος, την 24-1-2001, κατά τη συζήτηση σχετικής αγωγής διανομής, που είχε ασκήσει η πρώτη ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, διατεινόμενος, με τις έγγραφες προτάσεις του, ότι ολόκληρο το επίδικο ακίνητο περιήλθε σ’ εκείνον και στη μητέρα του, από κληρονομία του πατέρα του και αδελφού της πρώτης ενάγουσας, Μ.
Ρ. του Δ., η δε δεύτερη μεταβιβάζοντας αιτία δωρεάς με το με αριθμό .../1985 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Σπετσών Κωνσταντίνου Γιδόπουλου στις εγγονές της και θυγατέρες του πρώτου εναγομένου την κυριότητα του προαναφερόμενου τμήματος του επιδίκου ακινήτου.
Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής (και όχι αρνητικός της αγωγής) ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του εφεσίβλητου.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ως προς το ότι α) ενώ κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, τόσο η σύζυγος, όσο και τα τέκνα του Δ.
Ρ. κατέστησαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και απέκτησαν τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους επί του επιδίκου ακινήτου δι’ αναμείξεως στη νομή τούτου, το Εφετείο δέχθηκε ότι τα, ως άνω, τέκνα κατέστησαν κληρονόμοι του, ως ανήλικα, λόγω του ότι αποδείχθηκε ότι ο μεν Μ., κατά τον χρόνο θανάτου του πατέρα του ήταν δεκαεπτά ετών και πέντε μηνών, τα δε λοιπά μικρότερης από εκείνον ηλικίας, χωρίς όμως τέτοιος ισχυρισμός να διαλαμβάνεται στο αγωγικό δικόγραφο και β) ενώ προβλήθηκε πρωτοδίκως με τις προτάσεις των τότε εναγομένων ισχυρισμός περί του ότι ο δικαιοπάροχός τους και προαναφερόμενο τέκνο του Δ.
Ρ., Μ., γνωστοποίησε στους συγκληρονόμους του, μητέρα και αδελφούς του, ότι καλλιεργούσε μόνος αυτός το επίδικο αποκλειστικά για λογαριασμό του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι α) εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδείχθηκε ότι όλα τα τέκνα του αποβιώσαντος το έτος 1938 Δ.
Ρ., κατά τον χρόνο θανάτου τούτου, ήσαν ανήλικα, τα τελευταία εκ του ισχύοντος τότε και προεκτεθέντος νομικού καθεστώτος, ως οικείοι (sui) του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του, κατά τον ανωτέρω χρόνο (θανάτου), αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομία του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους και χωρίς περαιτέρω υποχρέωση ανάμειξης στην κληρονομία του και β) από την επιτρεπτή επισκόπηση των προτάσεων της πρώτης συζήτησης των τότε εναγομένων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς απόκρουση της κατ’ αυτών αγωγής δεν προκύπτει ότι οι τελευταίοι ισχυρίσθηκαν ότι ο δικαιοπάροχός τους Μ.
Ρ. γνωστοποίησε στους συγκληρονόμους του, μητέρα και αδελφούς του, ότι καλλιεργούσε μόνος αυτός το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά για λογαριασμό του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους. Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.
Εν προκειμένω με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, Μ. Ρ. ".... κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, σε κάθε δε περίπτωση και από το 1962, ότε και πέθανε ο αδελφός του Ε. Ρ., καλλιεργούσε το επίδικο, όχι μόνο για δικό του λογαριασμό αλλά και για λογαριασμό όλων των υπολοίπων συγκληρονόμων, ήτοι των αδελφών του και ότι συνέλεγε τους καρπούς από τα δέντρα που υπήρχαν στο επίδικο, αποδίδοντας στους λοιπούς συγκυρίους το μερίδιό τους από τους συλλεγέντες καρπούς" και ότι ".. ουδέποτε μέχρι του θανάτου του προέβαλε ή δήλωσε με οποιονδήποτε τρόπο ότι νέμεται (όλο ή τμήμα αυτού) αυτοτελώς για δικό του λογαριασμό". Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται λεπτομερώς τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση εκάστου εξ αυτών ειδικά και χωριστά.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αφενός τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, ήτοι: α) το υπ’ αριθ. .../1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σπετσών Κων/νου Γιδόπουλου, β) την υπ’ αριθ. 166/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και γ) την από 7-4-1994 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ...
αγωγή της Α. χήρας Ι. Β. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και αφετέρου την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Σ. Κ.. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα τόσο τα ανωτέρω έγγραφα, όσο και την προαναφερόμενη μαρτυρική κατάθεση, εφόσον μάλιστα σ’ αυτήν (απόφαση) αναφέρεται αυτολεξεί: ".....
από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου,... και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι...", ενώ επίσης στο σκεπτικό της αναφέρονται και τα τρία, ως άνω, έγγραφα, χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικότερης μνείας και αξιολόγησης ενός εκάστου των αποδεικτικών τούτων μέσων.
Συνεπώς, ο σχετικός έβδομος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Τέλος, για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του ως άνω λόγου, απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.
Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος. Κατά την έννοια του άρθρου τούτου, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 έως 465 ΚΠολΔ, όχι δε και εκείνα, στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων.
Κατ` ακολουθίαν ο ένατος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης από το Εφετείο του περιεχομένου της από 30-6-2010 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ε. Ν. που διατάχθηκε από το Δικαστήριο είναι προεχόντως απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-4-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 864/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ