Supreme Court allows appeal against appellate court for violating vehicle ownership registration laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal, finding the lower court violated specific vehicle registration statutes. The appellant claimed the car was bought by her father for tax reasons, making the registration in her name fictitious, while the respondent argued the registered owner is the sole legal titleholder. The court ruled that the registration document serves as the exclusive title, prohibiting any contrary evidence of fictitious transfers.
Legislator headnote
AI generatedArticles 6 para. 1-3 of Law 1146/1972; Article 1 para. 1, 2 of Law 722/1977: The registration of the transfer agreement in the vehicle register constitutes the sole title for ownership, rendering any contrary agreement fictitious and inadmissible against the registered parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 615 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 615/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...... , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δήμα Γεώργιο.
Της αναιρεσίβλητης: ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Μήτση ο οποίος ανακάλεσε την από 2-2-2007 δήλωσή του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και παρέστη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3579/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3230/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14 Ιουνίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 16 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τα άρθρα 6 παρ. 1-3 Ν.Δ. 1146/1972 "Περί τρόπου μεταβιβάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί αυτοκινήτων οχημάτων και μοτοσικλετών" σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1, 2 του ν. 722/1977 "Περί απλουστεύσεως της διαδικασίας χορηγήσεως των αδειών κυκλοφορίας και μεταβιβάσεως της κυριότητος των αυτοκινήτων οχημάτων", που ισχύουν παραλλήλως, αφού δεν προκύπτει ότι το δεύτερο νομοθέτημα κατάργησε το πρώτο, και κατά τα οποία μοναδικό τρόπο κτήσης της κυριότητας, κατά το πρώτο, αποτελεί η εγγραφή της συμφωνίας μεταβίβασης στο αναφερόμενο βιβλίο μεταβολών, ώστε συμφωνίες, με τις οποίες συνομολογείται εικονικότητα των εγγραφών αυτών, είναι άκυρη και απαγορεύεται οποιαδήποτε ανταπόδειξη των εγγραφών αυτών αναφερόμενη στα πρόσωπα των συμβληθέντων, και κατά το δεύτερο (Ν. 722/1977), τίτλο αποτελεί για τα εισαγόμενα από το εξωτερικό το πιστοποιητικό που εκδίδει το τελωνείο, ή προκειμένου για τα κατασκευαζόμενα στην Ελλάδα, το πιστοποιητικό του κατασκευαστή, ή όσον αφορά τα εκποιούμενα από τον ΟΔΔΥ, το πιστοποιητικό κυριότητας που εκδίδει αυτός οργανισμός, ενώ μετά την έκδοση της άδειας, τίτλο αποτελεί αυτή, με σαφήνεια προκύπτει ότι, με εξαίρεση την ουσιώδη πλάνη, απάτη και απειλή κατά τον Αστικό Κώδικα, απαγορεύεται η εικονικότητα (άρθρο 138 ΑΚ) των παραπάνω εγγραφών και επομένως κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη και απαγορεύεται κάθε ανταπόδειξη σε σχέση με τα πρόσωπα των συμβαλλομένων ή το αντικείμενο της σύμβασης, οπότε ο αναγραφόμενος είναι αναλόγως ο αγοραστής ή ο πωλητής.
Όταν τίτλος κυριότητας είναι άδεια κυκλοφορίας επιβατικού αυτοκινήτου ή μοτοσυκλέττα, που εκδίδεται κατά τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 2 παρ. 1 ν. 722/1977), η Υπηρεσία Συγκοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που ασκεί κρατική διοίκηση κατά τα άρθρα 1 και 9 του ΠΔ 30/19960 Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης) που την εκδίδει δεν ενεργεί απλώς προς βεβαίωση της δήλωσης ξένης βούλησης, αλλά εκδηλώνει δική της, αυτοτελή και αυθυπόστατη, βούληση, παραγωγική έννομης σχέσης δημοσίου δικαίου, που είναι διαπιστωτική της συνδρομής των νόμιμων όρων της ύπαρξης δικαιώματος κυριότητας επί του αυτοκινήτου, που αναγράφεται σ' αυτή, υπέρ του κυρίου αυτού, που επίσης αναγράφεται σε τούτη, η οποία έτσι εκφεύγει από το πεδίο εφαρμογής του ιδιωτικού δικαίου.
Όμως στο δημόσιο δίκαιο δεν αναγνωρίζεται η εικονικότητα γιατί η δημόσια αρχή ούτε ενεργεί ούτε μπορεί να δεχθεί εικονική δήλωση, αλλά δρά μόνο με βάση και ενόψει σπουδαίας και αληθινής βούλησης, πράγμα που δε συμβαίνει προκειμένου για την έκδοση άδειας κυκλοφορίας επιβατικού αυτοκινήτου, διότι η δημόσια αρχή, δηλαδή η Υπηρεσία Συγκοινωνιών στην περίπτωση τούτη, δεν πιστοποιεί απλώς δήλωση βουλήσεως, που έγινε ενώπιόν της, όπως συμβαίνει στη δήλωση βουλήσεως ενώπιον συμβολαιογράφου ή στη δήλωση αποποίησης της κληρονομίας ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας κ.λ.π., οπότε είναι νοητή η εικονικότητα, αλλά ενεργεί η ίδια, δηλαδή εκδίδει την άδεια κυκλοφορίας.
Και εφόσον ενεργεί, έχει εφαρμογή ο γενικός κανόνας, κατά τον οποίο, η δημόσια αρχή, όπως προαναφέρθηκε, ενεργεί πάντοτε μόνο ενόψει αληθινής βούλησης εκείνων που προσφεύγουν σ' αυτήν ή συναλλάσσονται και δε μπορεί να δεχθεί δήλωση για εικονικότητα. Η ακυρότητα της συμφωνίας με την οποία συνομολογείται εικονικότητα της σύμβασης που έχει αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε αυτοκίνητα, περιλαμβάνει προδήλως όχι μόνο την εμπράγματη συμφωνία αλλά και την ενοχική-υποσχετική που αποτελεί την αιτία της εμπράγματης, είτε γίνεται ταυτόχρονα είτε γίνεται χωριστά από αυτή.
Με παραδοχή αντίθετης ερμηνείας, σε περίπτωση εικονικότητας στα πρόσωπα των συμβαλλομένων, θα ήταν δυνατό άλλος να ήταν ο δικαιούχος της ενοχικής αξίωσης, δηλαδή της υπόσχεσης μεταβίβασης, και άλλος ο δικαιούχος της εμπράγματης, πράγμα άτοπο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη άσκησε αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ισχυρίζεται ότι η πώληση του με αριθμό κυκλοφορίας .....
ΙΧΕ αυτοκινήτου προς την αναιρεσείουσα στο όνομα της οποίας εκδόθηκε και η άδεια κυκλοφορίας είναι εικονική. Ότι αληθινός αγοραστής του εν λόγω αυτοκινήτου ήταν ο πατέρας της, ο οποίος κατέβαλε και το τίμημα. Ότι η αγορά στο όνομα της αναιρεσείουσας έγινε για φορολογικούς λόγους, γεγονός που γνώριζαν οι συμβαλλόμενοι.
Ότι ο πατέρας της απεβίωσε στις 24-3-2002 χωρίς ν' αφήσει διαθήκη και μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του είναι αυτή. Ότι η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την κυριότητά της επί του ανωτέρω αυτοκινήτου και τελευταία κατέχει και νέμεται τούτο. Με βάση το ιστορικό αυτό η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα ζητεί, αναγνωριζόμενης της εικονικότητας της πώλησης προς την αναιρεσείουσα-εναγόμενη, ν' αναγνωρισθεί ότι είναι κυρία του επίδικου αυτοκινήτου και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της το αποδώσει.
Η αγωγή αυτή κρίθηκε νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν από το Πρωτοδικείο, το οποίο με τη 3579/2004 απόφαση τη δέχθηκε. Επίσης και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν και απέρριψε την έφεση κατά της ανωτέρω απόφασης του Πρωτοδικείου που άσκησε η αναιρεσείουσα.
Κρίνοντας το Εφετείο νόμιμη την κρινόμενη αγωγή και δεχόμενο αυτήν με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν.Δ. 11467/1972 και του ν. 722/1977, σύμφωνα με τις οποίες κύριος του επιβατικού αυτοκινήτου είναι αυτός του οποίου το όνομα αναγράφεται στην άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου και στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, ανταπόδειξη έναντι της σχετικής εγγραφής απαγορεύεται και δεν είναι επιτρεπτό να αντιταχθεί εικονικότητα.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Και πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3230/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση αυτή. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ