Legislator Case Law & Legislation
614/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding admissibility of private document evidence.

Case Number 614/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant company's appeal against the final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal. The appellant argued that the lower court improperly admitted a private document without establishing its authenticity, violating specific rules on evidentiary weight. The court found the appeal inadmissible because the lower court had explicitly acknowledged the lack of authenticity and thus correctly refused to grant it the presumptive weight of a genuine document.

Legislator headnote

AI generated

Articles 457, 458 of the Code of Civil Procedure; A private document lacks the presumption of authenticity and requires specific proof, meaning an appeal claiming the lower court wrongly granted it evidentiary weight is inadmissible when the lower court has already found the document inauthentic.

Keywords

AI generated
private document evidence presumption of authenticity admissibility of appeal evidentiary weight Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 457 paragraphs 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 455, 457 paragraph 1 and 458 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 gamma of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 12 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 394/2011
Supreme Court Case 691/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 614 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 614/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Αναγνώστου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που είχε έδρα στην παραλία ... Νομού ...ς και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ως ομόρρυθμη εταίρος και εκκαθαρίστρια της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και 3) Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ως ομόρρυθμη εταίρος και εκκαθαρίστρια της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...". Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Πακιρτζίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 17-3-2005 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, 1610/2012 μη οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 1525/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-6-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1525/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν επιδόθηκε, δημοσιεύθηκε στις 16.6.2017 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 14.6.2019, ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευσή της. Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 457 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσκομίζεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού.

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 455, 457§1 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι: 1) Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με τα δημόσια, δεν έχουν το τεκμήριο γνησιότητας και εντεύθεν η επίκληση και προσκομιδή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει και τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικός του φέρει το βάρος της άρνησης της γνησιότητας του εγγράφου και ο διάδικος, που το προσκομίζει με επίκληση, της απόδειξης της γνησιότητας αυτής, εφόσον αμφισβητηθεί. 2) Εάν το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσκομίζεται ή τρίτου, η μη αμφισβήτηση αμέσως της γνησιότητας της επ' αυτού υπογραφής εκ μέρους του αντιδίκου του προσκομίζοντος αυτό, δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο για τη γνησιότητα του υπερκειμένου της υπογραφής και καλυπτομένου απ' αυτήν περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο (στην περίπτωση αυτή της ως άνω αναγνώρισης της γνησιότητας της υπογραφής ή της απόδειξης αυτής, εφόσον αμφισβητηθεί) ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (άρθ. 457§§2-3). 3) Η απόδειξη της γνησιότητας της αμφισβητηθείσας υπογραφής ιδιωτικού εγγράφου επιβάλλεται, όχι μόνον όταν γίνεται χρήση του εγγράφου αυτού προς άμεση απόδειξη, αλλά και όταν τούτο χρησιμεύει για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. 4) Αν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία δικάζεται η υπόθεση και προσκομίζεται το έγγραφο, η μη γνησιότητά του, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ενώ αν προκύπτει ότι είναι γνήσιο λαμβάνεται υπόψη, αν, όμως, το δικαστήριο, καίτοι προβλήθηκε άρνηση της γνησιότητάς του, λάβει (ή δεν λάβει) υπόψη το έγγραφο αυτό, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθ. 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, αφού εκτιμά (ή δεν εκτιμά) έγγραφο, πριν διαπιστώσει, όπως οφείλει, αν αποτελεί επιτρεπόμενο ή μη κατά νόμον αποδεικτικό μέσο. 5) Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθ. 237§§1-3, 238 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ (όπως οι τελευταίες ίσχυαν κατά το χρόνο συζήτησης, κατά την τακτική διαδικασία, της από 17.9.2003 ένδικης αγωγής, ήτοι στις 22.2.2006, υπό την ισχύ των νόμων 2915/2001 και 3043/2002), συνάγεται ότι η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής ενυπόγραφου ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να γίνεται κατά την ίδια συνεδρίαση, κατά την οποία προσκομίζεται (για πρώτη φορά) το έγγραφο, με προσθήκη στις προτάσεις και να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις, αν δε αυτό δεν γίνει, θωρείται, όπως προαναφέρθηκε, ότι αναγνωρίσθηκε η γνησιότητα του εγγράφου και τυχόν αμφισβήτηση αυτής σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 964/2020, 389/2015, ΑΠ 1568/2007, ΑΠ 106/2007).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Το λόγο αυτόν ιδρύει και η εσφαλμένη κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου της αμφισβήτησης της γνησιότητας εγγράφου (ΑΠ 280/2010).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη και δεν κήρυξε απαράδεκτο τον προταθέντα από τις αναιρεσίβλητες, με την προσθήκη στις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σε αντίκρουση της από 17.9.2003 αγωγής της αναιρεσείουσας, ισχυρισμό περί αμφισβήτησης της γνησιότητας της υπογραφής στο υπ' αριθ. .../23.5.2002 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής, το οποίο είναι ουσιώδες έγγραφο, για την ουσιαστική βασιμότητα της ασκούμενης με την άνω αγωγή χρηματικής αξίωσής της, ύψους 39.781,66 ευρώ, σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης, αναγνωρισθείσας από την τελευταία δια των νομίμων εκπροσώπων της (δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων) με υπογραφή στο ένδικο τιμολόγιο, ως χρεωστικό υπόλοιπο προηγούμενων συναλλαγών τους, στα πλαίσια του μεταξύ τους τηρηθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και του περιεχομένου της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσαν εμπροθέσμως οι εναγόμενες στις 27.2.2006 στη γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν.2915/2001 προθεσμίας των τριών εργάσιμων ημερών από τη συζήτηση, προκύπτουν τα παρακάτω:

Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) προς απόδειξη της αγωγής της επικαλέστηκε και προσκόμισε στο ακροατήριο το αναφερόμενο σε αυτή υπ' αριθ. .../23.5.2002 τιμολόγιο -Δελτίο Αποστολής. Οι εναγόμενες (ήδη αναιρεσίβλητες, από τις οποίες η πρώτη τούτων ομόρρυθμη εταιρεία τελεί, ήδη, υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τις δεύτερη και τρίτη τούτων ως εκκαθαρίστριες και μοναδικές ομόρρυθμες εταίρους της) με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που έλαβε χώρα κατά την επίδειξη του εγγράφου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δίκης, ακολούθως δε αναπτύχθηκε με την προσθήκη των προτάσεών τους, προέβαλαν "ένσταση πλαστογραφίας" του παραπάνω τιμολογίου -δελτίου αποστολής, ισχυριζόμενες επί λέξει ότι "η υπογραφή που φέρει το παραπάνω τιμολόγιο -δελτίο αποστολής, ...

δεν έχει τεθεί από εμάς, δεν είναι δική μας υπογραφή αλλά η υπογραφή τρίτου αγνώστου προσώπου και είναι βέβαιο ότι τέθηκε εκ των υστέρων... χωρίς τη γνώση και τη συναίνεσή μας...". (σελίδα δεύτερη της προσθήκης -αντίκρουσης). Ο ισχυρισμός αυτός με τον οποίο οι εναγόμενες αρνούνται τη γνησιότητα της υπογραφής που φέρει το ανωτέρω επιδειχθέν έγγραφο, προβλήθηκε παραδεκτά κατά τη συνεδρίαση στην οποία το έγγραφο επιδείχθηκε για πρώτη φορά, ακολούθως δε παραδεκτά αναπτύχθηκε με την προσθήκη στις προτάσεις τους σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με το σκεπτικό ότι απαραδέκτως προβλήθηκε η δήλωση αμφισβήτησης της γνησιότητας της υπογραφής για πρώτη φορά με την προσθήκη στις προτάσεις των εναγομένων και ακολούθως δέχθηκε ότι υφίσταται νόμιμο τεκμήριο για τη γνησιότητα του επίμαχου εγγράφου, θεωρώντας ότι αυτή έχει ομολογηθεί, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι, δηλαδή, το επίμαχο ένδικο τιμολόγιο-δελτίο αποστολής, το οποίο, κατά την αναιρεσείουσα, αποδείκνυε την αγωγική αξίωσή της, προσκομίστηκε και επιδείχθηκε το πρώτον κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο ακροατήριο και ότι κατ' αυτήν οι αναιρεσίβλητες αρνήθηκαν αμέσως, δια της πληρεξουσίου τους δικηγόρου με σχετική προφορική δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, τη γνησιότητα της υπογραφής τους σ' αυτό, ακολούθως δε, ανέπτυξαν τον ως άνω ισχυρισμό τους με την προσθήκη στις προτάσεις τους, ορθώς έκρινε ότι ο σχετικός ισχυρισμός παραδεκτώς προβλήθηκε από τις αναιρεσίβλητες με την κατατεθείσα εμπροθέσμως προσθήκη στις προτάσεις τους, δοθέντος, άλλωστε, ότι δεν αρκεί μόνο η προφορική προβολή του στο ακροατήριο και η καταχώρισή του απλώς στα οικεία πρακτικά συνεδρίασης, εφόσον η συζήτηση της αγωγής έγινε κατά την τακτική διαδικασία, όπου η κατάθεση προτάσεων είναι υποχρεωτική, και, συνακόλουθα, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό περί μη γνησιότητας της υπογραφής των αναιρεσιβλήτων στο ένδικο τιμολόγιο-δελτίο αποστολής.

Συνεπώς, ο πρώτος, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.

Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β' του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας).

Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία.

Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 818/2018, ΑΠ 1402/2018, ΑΠ 634/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με το λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1125/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 50/2020).

Από το άρθρο 566 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 118 αρ. 4 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να περιέχουν πλήρη και σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, συγκροτούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση αυτή.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει (μεταξύ άλλων και) να αναφέρεται με σαφήνεια το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, ενώ για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται (μεταξύ άλλων και) ο ισχυρισμός, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 608/2007), ενώ δεν ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 19, αν οι ελλείψεις και αντιφάσεις αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός εάν, λόγω των ελλείψεων ή αντιφάσεων στην εκτίμηση των αποδείξεων, προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και αδυναμία του ΑΠ να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου (ΑΠ 1022/2019, ΑΠ 631/2018).

Τέλος, από τα άρθρα 68 και 556 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ` ιδίαν αυτής λόγων. Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.

Έτσι, αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, εξετάζοντας την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) και της πρώτης εναγόμενης εταιρίας (πρώτης αναιρεσίβλητης), της οποίας η δεύτερη και η τρίτη των εναγομένων (δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες) είναι ομόρρυθμα μέλη, υφίστατο από το Μάιο του 1999 εμπορική συνεργασία στα πλαίσια της οποίας η ενάγουσα πωλούσε στην πρώτη εναγομένη, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, ποτά και αναψυκτικά με πίστωση του τιμήματος.

Για την παρακολούθηση των συναλλαγών τους αυτών τηρούνταν δοσοληπτικός λογαριασμός, όπου η πρώτη εναγόμενη είχε πάντα την ιδιότητα του οφειλέτη και ποτέ του δανειστή και όχι αλληλόχρεος λογαριασμός, ώστε οι καταχωριζόμενες χρεώσεις να χάνουν την αυτοτέλειά τους και να οφείλεται και να μπορεί να επιδιωχθεί μόνο το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά το κλείσιμό του, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα.

Η ενάγουσα προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι ο παραπάνω λογαριασμός την 23.5.2002 εμφάνιζε χρεωστικό σε βάρος της πρώτης εναγομένης υπόλοιπο ύψους 39.781,66 ευρώ, το οποίο αυτή αναγνώρισε, προσκομίζει το υπ' αριθ. .../23.5.2002 τιμολόγιο -δελτίο αποστολής εκδόσεώς της [...], στη δεύτερη σελίδα του οποίου αναγράφεται η αξία των προϊόντων για τα οποία αυτό εκδόθηκε και υπό την ένδειξη "σύνολο" αναγράφεται ως οφειλόμενο υπόλοιπο από τις συναλλαγές τους και το ποσό των 39.781, 66 ευρώ (επίδικο ποσό).

Στην πρώτη σελίδα του τιμολογίου αυτού στη θέση "ΠΑΡΑΛΑΒΗ" υπάρχει μια δυσανάγνωστη υπογραφή, στην οποία η ενάγουσα στηρίζει τον ισχυρισμό της περί ανεπιφύλακτης και ανεξάρτητα από την αιτία αναγνώρισης του αναγραφόμενου υπολοίπου. Παρά ταύτα, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ενόψει της άρνησης από τις εναγόμενες της γνησιότητας της φερόμενης ως υπογραφής τους στο επίμαχο τιμολόγιο, ότι η υπογραφή αυτή έχει τεθεί από τις ίδιες (εναγόμενες) ή από τρίτο πρόσωπο κατ' εξουσιοδότησή τους.

Μόνο εξάλλου η παραλαβή των εμπορευμάτων, η οποία δεν αμφισβητείται, δεν ενέχει επιβεβαίωση ήδη υπάρχουσας οφειλής ή αναγνώριση χρέους. Εφόσον, επομένως, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από την ενάγουσα αναγνώριση του υπολοίπου προηγούμενων συναλλαγών, πρέπει η αγωγή, κατά το μέρος που έχει ως βάση της την αναγνώριση αυτή, να απορριφθεί στην ουσία της.

Οι εναγόμενες δεν αμφισβητούν, ως προελέχθη, την παραλαβή την 23.5.2002 των αναφερόμενων στην αγωγή προϊόντων αξίας 2262,65 ευρώ, καθώς και τις παραλαβές δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, εμπορευμάτων αξίας 733,17 ευρώ στις 23.5.2002 [...], ήτοι προϊόντων αξίας 6.372,98 ευρώ [...]. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα κόπηκαν τα υπ' αριθμ. .../24-5-2002, [...] πιστωτικά τιμολόγια επιστροφής ποσού [...] αντίστοιχα, ενώ περαιτέρω η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα στις 24.5.2002 ποσό 200 ευρώ, [...], με αποτέλεσμα η οφειλή των εναγομένων κατά το παραπάνω διάστημα να ανέρχεται στο ποσό των 2.638,17 ευρώ.

Άλλες καταβολές εκτός από τις παραπάνω, που η ενάγουσα ομολογεί με την αγωγή της, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα κατά το παραπάνω διάστημα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κάνει δεκτή εν όλω την αγωγή της αναιρεσείουσας, και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε τις αναιρεσίβλητες, να καταβάλουν, νομιμοτόκως, εις ολόκληρον η καθεμία, στην αναιρεσείουσα το ποσό των 2.638,17 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν καταρτίστηκε σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, αφού δεν αποδείχθηκαν ενέργειες εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης, δια των νομίμων εκπροσώπων της, ήτοι των δεύτερης και τρίτης αναιρεσιβλήτων, που να ενέχουν επιβεβαίωση ή αναγνώριση της επικαλούμενης οφειλής.

Επομένως, ο τρίτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο ότι παραβιάστηκε η ως άνω διάταξη, καθόσον από την εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα του επίμαχου (και μη ληφθέντος υπόψη) τιμολογίου αποδεικνύεται η κατάρτιση σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, αποτελούν αιτιάσεις περί την εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα ότι μεταξύ των διαδίκων τηρούνταν, για την παρακολούθηση των συναλλαγών τους, δοσοληπτικός λογαριασμός και όχι αλληλόχρεος λογαριασμός, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, και κατά τα δύο σκέλη του, αφού δεν προσδιορίζεται η επίδραση που έχει καθεμία από τις επικαλούμενες εν λόγω πλημμέλειες στο διατακτικό της απόφασης.

Η αιτίαση περί ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς τη φύση του τηρηθέντος μεταξύ των διαδίκων λογαριασμού, ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους, και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθεται σαφώς.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος, ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Κατά την έννοια αυτή, ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο (κατά το δεύτερο σκέλος του) προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως προσκομισθείσα, το πρώτον, ενώπιόν του από την αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της, υπ' αριθ. 3112/2012 ποινική απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (μέχρι την έκδοση της οποίας είχε αναβάλει με την υπ' αρ. 1610/2012 μη οριστική απόφασή του, την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ), προς απόδειξη του ως άνω κρίσιμου ισχυρισμού της περί αιτιώδους αναγνωρίσεως του χρεωστικού υπολοίπου σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης, ύψους 39.781,66 ευρώ, με την, κατά τα ανωτέρω, υπογραφή του επίμαχου τιμολογίου.

Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι στην περί πραγμάτων κρίση του (κατά την κατ' ουσίαν έρευνα του σχετικού ισχυρισμού) κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη "και τα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι", και, ιδιαίτερα, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης, που αφορούν τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, προς απόδειξη του οποίου αυτή επικαλέστηκε την προαναφερόμενη ποινική απόφαση, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τη, φερόμενη ως αγνοηθείσα, πιο πάνω ποινική απόφαση, την οποία, μάλιστα, μνημονεύει ειδικώς, στην αναιρεσιβαλλομένη.

Επομένως, ο ανωτέρω, αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 11γ'ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Αποδεικτική δύναμη των διάφορων αποδεικτικών μέσων είναι η επίδραση που έχει ή μπορεί να έχει κάποιο αποδεικτικό μέσο στο σχηματισμό της πεποίθησης του δικαστή και ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη αποδείξεως από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει ο νόμος.

Έτσι, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ότι είναι παραδεκτό το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συντρέχει, όταν γίνεται παραδεκτό ένα αποδεικτικό μέσο χωρίς την ύπαρξη των όρων του παραδεκτού (ΑΠ 394/2011, ΑΠ 691/2009). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την ως άνω από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, με το να αποφανθεί ότι η, κατά τα ανωτέρω, δήλωση αμφισβήτησης της γνησιότητας της υπογραφής προβλήθηκε παραδεκτά, δεν προσέδωσε στο επίμαχο τιμολόγιο-δελτίο αποστολής την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που προσδίδει ο νόμος στα γνήσια έγγραφα, ήτοι αμάχητο τεκμήριο για τη γνησιότητα του υπερκείμενου της υπογραφής περιεχομένου, είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η γνησιότητα του ως άνω εγγράφου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.6.2019 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "... ... ..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 1525/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ