Supreme Court dismisses appeal for procedural default and inadmissible lack of legal basis arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a property dispute. The appellant failed to appear in person or through a lawyer, while the respondent successfully expedited the hearing by serving the appeal documents. The court ruled that the appeal was inadmissible because the lower court did not examine the substantive validity of the appellant's claims, rendering the appeal arguments baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court did not examine the substantive validity of the appellant's claims, and it is dismissed if the appellant failed to appear or expedite the hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 614 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 614/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Τ. E. ΕΠΕ", και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θανόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/7/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 15/3/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2987/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 532/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/12/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 7/5/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της από 12-12-2012 αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσείων δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης που προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων επέσπευσε έγκυρα, τη συζήτηση της αναίρεσης για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 19-3-2018. Προς τούτο, ύστερα από παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου του Κρυσταλλίας Δικαιάκου, η δικαστική επιμελήτρια του Πρωτοδικείου Π. , επέδωσε αντίγραφο της αναίρεσης, με την ημερομηνία ορισμού της δικασίμου και κλήσης για να εμφανιστεί στη συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο, στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τη σχετική, κατ' άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, σημείωση αυτής στο επιδοθέν αντίγραφο.
Κατά την ως άνω δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, ενόψει του ότι δεν χρειαζόταν νέα κλήτευση του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείοντος για να εμφανιστεί κατά τη συζήτηση αυτής, αφού η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της ορισθείσας νέας δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για εμφάνισή τους κατ' αυτή (άρθρο 226 παρ. 4 εδ.
β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα), πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να ερευνηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσείοντος. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 532/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Με την άνω απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 2987/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 7-7-2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, για καταβολή υπολοίπου οφειλόμενης αμοιβής από την εκτιθέμενη σύμβαση έργου που είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτών, ενώ είχε απορριφθεί η από 15-3-2010 αγωγή του τελευταίου κατά της αναιρεσίβλητης, για απόδοση χρηματικού ποσού που είχε καταβάλει σ' αυτήν ως αμοιβή από την ως άνω μεταξύ τους σύμβαση, λόγω υπαναχώρησης από αυτή και για αποζημίωση λόγω ουσιωδών ελαττωμάτων του εκτελεσθέντος έργου.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ.1, 335, 337, 338 και 559 αρ.1 και 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ενώ δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση. Τυχόν μνεία στην αγωγή, περί υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της, σε νομική διάταξη, δεν δεσμεύει το δικαστήριο να την εφαρμόσει, όταν αυτή, με βάση την εκτίμηση του περιεχομένου της, δεν είναι εφαρμοστέα, αλλά το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος, στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια (ΑΠ 223/2013, ΑΠ 281/2013, ΑΠ 59/2013).
Ο ενάγων δικαιούται να επιλέξει την ιστορική βάση στην οποία στηρίζει το αίτημα της αγωγής του, με την έκθεση των αναγκαίων για τη στήριξη αυτού πραγματικών περιστατικών, όχι, όμως, και τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου στον οποίο αυτή υπάγεται. Η αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο υπαγωγή της ιστορικής βάσης της αγωγής στην ορθή νομική διάταξη, κατά παραγνώριση της μη εφαρμοστέας διάταξης που εσφαλμένως παραθέτει ο ενάγων στην αγωγή, δεν μετατρέπει το σύστημα παροχής έννομης προστασίας, στα πλαίσια της πολιτικής δίκης, από συζητητικό σε ανακριτικό (ΑΠ 930/2009) και, συνεπώς, με το διαφορετικό χαρακτηρισμό δεν παραβιάζει το δικαστήριο την αρχή της διαθέσεως του άρθρου 106 ΚΠολΔ.
Εφόσον, όμως, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα επικαλούμενα με την αγωγή πραγματικά περιστατικά, τα υπάγει σε διαφορετική νομική διάταξη από εκείνη που επικαλείται ο ενάγων στην αγωγή ή σε νομική διάταξη που δεν την επικαλείται ο ενάγων στην αγωγή, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παραλείπει να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, και δεν παραλείπει να ερευνήσει υποβληθείσα αίτηση.
Ως εκ τούτου, εφόσον στην περίπτωση αυτή υπάγει στον αρμόζοντα, κατά την κρίση του, κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τους διαδίκους πραγματικά περιστατικά (λαμβάνοντας, άρα, αυτά υπόψη) και δικάζει το αντίστοιχο αίτημα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (ΑΠ 2219/2014, ΑΠ 1392/2014, ΑΠ 33/2014).
Η νομική αυτή παραδοχή, τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Εάν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του γεγονότα τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή, ή δεν έλαβε υπόψη του γεγονότα που παρατίθενται στο δικόγραφό της, και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο του, κατά την εκτίμησή του, περιεχόμενου της αγωγής, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης της απόφασης, για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ή τη μη λήψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 223/2013).
Εξάλλου, εάν το δικαστήριο, κατά την υπαγωγή των προταθέντων πραγματικών περιστατικών της αγωγής, καταλήγει σε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό τούτων ή εσφαλμένη υπαγωγή αυτών σε μη προσήκοντα κανόνα δικαίου, ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 925/2017), ζήτημα, όμως, διαφορετικό και ανεξάρτητο από την παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη πραγμάτων και την άφεση αίτησης αδίκαστης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον, ενώ η αναιρεσίβλητη σαφώς, όχι μόνο με το δικόγραφο αυτής, αλλά και με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, στήριξε την ένδικη αγωγή της στις περί πωλήσεως διατάξεις, και με βάση αυτές αξιώνει την καταβολή των αιτούμενων ποσών, αποκλείοντας κατηγορηματικά οποιαδήποτε άλλη βάση και συγκεκριμένα αυτή της σύμβασης έργου, θεώρησε ότι στην αγωγή περιγράφεται κατάρτιση σύμβασης έργου και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά αυτής, στις διατάξεις περί της σύμβασης έργου, υπερβαίνοντας τη συζητητική αρχή του άρθρου 106 ΚΠολΔ.
Με βάση τα ανωτέρω, ισχυρίζεται ότι έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν ζητήθηκαν, ούτε προτάθηκαν, άλλως δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν. Με το ιστορικό τούτο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι.
το Εφετείο, έχοντας υποχρέωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής του νόμου, υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και έκρινε την έννομη σχέση, που με τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, ως παραγωγικά του επίδικου δικαιώματος, διέπει τους διαδίκους, ο χαρακτηρισμός δε αυτός δεν ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους που επικαλείται ο αναιρεσείων, ανεξάρτητα από το ότι καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται.
Εφαρμόζοντας δε το δικαστήριο της ουσίας, αυτεπαγγέλτως το νόμο και προβαίνοντας στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα και δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ώστε να δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ.
Ο αναιρεσείων δεν αιτιάται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για το νομικό χαρακτηρισμό της βάσης της αγωγής γεγονότα που δεν περιλαμβάνονται στο δικόγραφο αυτής, ούτε ότι δεν έλαβε υπόψη του γεγονότα που εκτίθενται σ' αυτήν και έχουν επίδραση στο χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ.
γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί, δε, προς τούτο, η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 1202/2008). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 13-14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 493/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσβάλλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της για το σχηματισμό της αποδεικτικού πορίσματος, τα προσκομισθέντα με επίκληση και αναφερόμενα στον αναιρετικό λόγο έγγραφα της αναιρεσίβλητης, ήτοι το από … έγγραφο στο οποίο αναφέρονται οι εργασίες, αλλεπάλληλες τροποποιήσεις και σφάλματα, το από … έγγραφο το οποίο αναφέρει αποκατάσταση βλάβης, το από … έγγραφο στο οποίο αναφέρεται αποκατάσταση βλαβών, το από … έγγραφο όπου αναφέρονται σφάλματα και βλάβες, το από … έγγραφο στο οποίο αναφέρεται ότι με τη συμμετοχή εκπροσώπων όλων των ενδιαφερομένων μερών (και της αναιρεσίβλητης), διαπιστώθηκαν τα εξής: "...οι δοκιμές λειτουργίας του S. με τα αντλιοστάσια κατέδειξαν:
Ζ, ένδειξη σφάλματος των αντλιών και 2) ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ 1. Παρατηρήθηκε καθυστέρηση ανταπόκρισης λειτουργιών των αντλιοστασίων κλπ. 2. Διαπιστώθηκε θέση εκτός λειτουργίας του … κλπ. 3. Διαπιστώθηκε σφάλμα λειτουργίας του … κλπ. Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν αδιάσειστα και από την από 13/12/08 Τεχνική Έκθεση "Καταγραφής δυσλειτουργίας, ελλείψεων και κακοτεχνιών του τηλεματικού συστήματος εποπτείας, ελέγχου και συλλογής δεδομένων των αντλιοστασίων του αποχετευτικού δικτύου και της εγκατάστασης επεξεργασίας λυμάτων του Δ.Π.".
Επίσης, ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη της όλο το περιεχόμενο του από … εγγράφου της Περιφέρειας Αττικής. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων που είχαν εξεταστεί στη δίκη στον πρώτο βαθμό, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, ακόμη και αν δεν πληρούσαν τους όρους του νόμου, καθώς και την νομίμως ληφθείσα και αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση.
Συγκεκριμένα, ως προς τα έγγραφα τα οποία ειδικά προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη, αναφέρονται η από … "Αναφορά Εγκατάστασης - Τεχνικής Υποστήριξης", η από … Τεχνική Έκθεση, η από … "Αναφορά Εγκαταστάσεως - Τεχνικής Υποστήριξης", η από … "Αναφορά Εγκαταστάσεως - Τεχνικής Υποστήριξης", όλα έγγραφα της αναιρεσίβλητης, καθώς και το … έγγραφο της Περιφέρειας Αττικής.
Τα έγγραφα αυτά, πλην του τελευταίου το οποίο επικαλέστηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου και προσκόμισε ο αναιρεσείων, προσκόμισε με επίκληση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων που είχε υποβάλει στο Εφετείο, η αναιρεσίβλητη. Σημειώνεται, ότι άλλα έγγραφα με τα στοιχεία αυτά, ήτοι την αναφερόμενη χρονολογία, δεν προκύπτει ότι επικαλέστηκαν στο Εφετείο οι διάδικοι, ενώ, προφανώς από παραδρομή, αναγράφεται στον οικείο λόγο αναίρεσης, ότι δεν λήφθηκε υπόψη έγγραφο με ημερομηνία … και αναφέρεται ασφαλώς στο από … ανωτέρω έγγραφο, δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίκληση εγγράφου με ημερομηνία … στο Εφετείο.
Από την ως άνω αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση και το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει σαφώς και αναμφιβόλως, ότι έχουν ληφθεί υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του Εφετείου, και συνεκτιμήθηκαν από αυτό με τις άλλες αποδείξεις, όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, ακόμη και αν δεν αναφέρονται ειδικά.
Όπως, δε προαναφέρθηκε, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το από … έγγραφο της Περιφέρειας Αττικής, αορίστως δε αποδίδεται στην αναίρεση, ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της όλο το περιεχόμενο αυτού, χωρίς να προσάπτει στην απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης. Επομένως, ο ανωτέρω, εκ του αρ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ? ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.
Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 576/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι απέρριψε ως μη νόμιμες τις ενστάσεις που αυτός είχε προτείνει, και συγκεκριμένα, ότι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα από δικό της πταίσμα συντέλεσε στην επέλευση της ζημίας της και ότι η άσκηση του δικαιώματος από αυτήν είναι καταχρηστική (εκ των άρθρων 300 και 281 ΑΚ), με ανεπαρκή αιτιολογία.
Εφόσον, όμως, κατά το περιεχόμενο του λόγου της αναίρεσης, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμες τις προβληθείσες ως άνω ενστάσεις του αναιρεσείοντος και δεν εισήλθε στην εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας αυτών, γεγονός, άλλωστε, που προκύπτει και από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2012 αίτηση του Σ. Μ., για αναίρεση της 532/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ