Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds for labor dispute exceeding 20,000 euro value.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Regional Court's decision regarding a labor dispute involving multiple employees. The appellants argued that the Regional Court erred in applying the principle of res judicata, but the Court found this argument baseless because the dispute's value exceeded 20,000 euros, preventing the application of the statute of limitations. Consequently, the Court ruled that the appeal was inadmissible and ordered the appellants to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321 et seq. of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata does not apply to labor disputes where the claim value exceeds 20,000 euros, rendering appeals based on its violation inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 614 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 614 /2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Β. του Μ., κατοίκου ..., 2)Ά. Β. του Δ., κατοίκου ..., 3)Ν. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 4)Α. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 5)Σ. - Λ. Γ. του Π. Τ.ν, κατοίκου ..., 6)Α. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 7)Ό. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 8)Φ. Ζ. του Μ., κατοίκου ..., 9)Ε. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 10)Γ. Ι. του Ι., κατοίκου ..., 11)Α. Κ. του Η., κατοίκου ..., 12)Λ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., ως μοναδικής κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος Φ. Κ., 13)Ο. - Γ. Κ. του Η., κατοίκου ..., 14)Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 15)Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 16)Α. Κ. του Φ., κατοίκου ..., 17)
Κ. - Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 18)Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 19)Θ. Λ. του Β., κατοίκου ..., 20)Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 21)Π. Μ. του Ι. κατοίκου ..., 22)Π. Ξ. του Δ., κατοίκου ..., 23)Σ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 24)Τ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 25)Γ. Χ. του Α., κατοίκου ..., 26)Π. Δ. του Α., κατοίκου ..., και 27)Δ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Ζάπρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου ....., που εδρεύει στη ....... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5561/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 8470/2017 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/12/2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, δια της υπό κρίση από 15ης Δεκεμβρίου 2017 αιτήσεως διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 8470/2017 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Αρχικώς οι ήδη αναιρεσείοντες ( 1η - 11η και 13ος - 27ος των εναγόντων) καθώς και ο 12ος των εναγόντων, Φ. Κ. του Σ., την δίκη του οποίου συνεχίζει η μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του 12η των αναιρεσειόντων, Λ.
Κ. και άλλοι 64 ενάγοντες άσκησαν κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου την από 7ης Δεκεμβρίου 2009 αγωγή, με την οποία επικαλούμενοι σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την οποία συνήψαν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, εζήτησαν να τους επιδικασθεί βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητος η προβλεπομένη από την διάταξη του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 ειδική μισθολογική παροχή ποσού 176 ευρώ μηνιαίως από 1ης Ιανουαρίου 2005 μέχρι 31ης Αυγούστου 2010, εξεδόθη δε η υπ' αριθμόν 5561/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τους ήδη αναιρεσείοντας, τον Φ.
Κ. του Σ. και 53 άλλους εκ των εναγόντων. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 4ης Απριλίου 2011 έφεση κατά των ήδη αναιρεσειόντων, του Φ. Κ. και των λοιπών εναγόντων, ως προς τους οποίους είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, και εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δια της οποίας, κατά παραδοχή της εφέσεως, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, απερρίφθη η αγωγή.
Εν συνεχεία οι 1η - 11η και οι 13ος - 27ος των εναγόντων και η κληρονόμος του 12ου ενάγοντος Λ. Κ. άσκησαν την προαναφερομένη υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ. Τα θεμελιούντα την νομιμοποίηση της 12ης αναιρεσειούσης πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται, ο θάνατος του Φ.
Κ. του Σ. την 15η Ιανουαρίου 2014 από την υπό στοιχεία 144/1/2014 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου ….. και η ιδιότης αυτής ως μόνης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος από το υπ' αρ. πρωτοκ. 8957/23 Ιανουαρίου 2014 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Θεσσαλονίκης, το υπ' αρ. 24859/4 Δεκεμβρίου 2017 πιστοποιητικό μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και την υπ' αρ. 1258/8 Απριλίου 2014 έκθεση δηλώσεως αποποιήσεως κληρονομίας του Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει, κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 εδ. β' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Ο εν λόγω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται, εάν ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπ' όψιν ισχυρισμός είναι μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οπότε συμφώνως προς τα ανωτέρω ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Αφ' ετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 παρ. 1, 324 και 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες δεν δύνανται να προσβληθούν δι' ανακοπής ερημοδικίας και εφέσεως, αποτελούν δεδικασμένο μεταξύ των ιδίων προσώπων, το οποίο εκτείνεται και επί των παρεμπιπτόντως κριθέντων ζητημάτων, εφ' όσον τα εν λόγω ζητήματα αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κριθέντος κυρίου ζητήματος και το δικαστήριο είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα να αποφασίσει επ' αυτών.
Παρεμπίπτον ζήτημα επί αποφάσεως, με την οποία επιδικάζονται επί μέρους αξιώσεις εργαζομένου, αποτελεί η βασική έννομη σχέση, από την οποία εκπορεύονται οι εν λόγω αξιώσεις, το δεδικασμένο δε εκτείνεται και επ' αυτής, εφ' όσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις και δεν υφίσταται μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 και 16 αρ. 3 ΚΠολΔ, ως έχουν αντικατασταθεί με τα άρθρα 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1 Ν. 3994/2011, προκύπτει ότι αγωγές κατατιθέμενες μετά την 25η Ιουλίου 2011 αφορώσες εργατικές διαφορές αντικειμένου αξίας μέχρι 20000 ευρώ υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων, ενώ επί αξίας άνω των 20000 ευρώ υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων.
Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 11 αρ. 7 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αξία του αντικειμένου της διαφοράς προσδιορίζεται επί εννόμων σχέσεων, από τις οποίες πηγάζουν περιοδικές παροχές, στο δεκαπλάσιο της αξίας της ετησίας παροχής, εάν η επέλευση του γεγονότος, από το οποίο εξαρτάται η παύση της παροχής είναι βεβαία, αβέβαιος όμως ο χρόνος αυτής, στο εικοσαπλάσιο δε, εάν η παροχή έχει απεριόριστη διάρκεια, ενώ, εάν η παροχή έχει ωρισμένη διάρκεια, στο σύνολο των μελλουσών παροχών, όχι όμως πέραν του δεκαπλασίου της ετησίας παροχής.
Περιοδικές παροχές είναι εν γένει οι παροχές, οι οποίες, απορρέουσες από σύμβαση, αδικοπραξία ή ευθέως εκ του νόμου, έχουν εκ των προτέρων καθωρισμένο περιεχόμενο, επαναλαμβανόμενες δε καθ' ωρισμένα χρονικά διαστήματα και μη εξαρτώμενες από αίρεση καθίστανται απαιτητές με μόνη την παρέλευση του ορισθέντος από τον νόμο ή την βούληση των συμβαλλομένων χρόνου (ΟλΑΠ 5/2001).
Όταν το αίτημα της αγωγής αφορά μόνον συγκεκριμένες περιοδικές παροχές, η αρμοδιότης του δικαστηρίου καθορίζεται από την αξία των ζητουμένων παροχών, ενώ εάν με την αγωγή ζητείται και η διάγνωση της βασικής εννόμου σχέσεως, από την οποία πηγάζουν οι παροχές, η αξία κρίνεται κατά τις διακρίσεις του ως άνω άρθρου 11 αρ. 7 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπ' όψιν τον παραδεκτώς προβληθέντα ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς την δικαζομένη διαφορά προκύπτοντος από την υπ' αριθμόν 24450/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, εκδοθείσα κατ' έφεση επί της υπ' αριθμόν καταθέσεως 1948/29 Δεκεμβρίου 2011 αγωγής των ως άνω 1ης - 11ης και 13ου - 27ου των αναιρεσειόντων και του Φ.
Κ. του Σ. κατά του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, έχει τελεσιδίκως επιδικασθεί βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητος η προβλεπομένη από την διάταξη του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 ειδική μισθολογική παροχή ποσού 176 ευρώ μηνιαίως από 1ης Ιανουαρίου 2010 μέχρι 31ης Οκτωβρίου 2011. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή χάριν της εξετάσεως της βασιμότητος του κρινομένου αναιρετικού λόγου επισκόπηση της ως άνω υπ' αριθμόν 24450/2013 αποφάσεως, το δικάζον κατ' έφεση Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εξήτασε παρεμπιπτόντως συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 284 ΚΠολΔ το καθόλου δικαίωμα των εναγόντων να λαμβάνουν βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητος την προαναφερομένη μισθολογική παροχή, το οποίο αποτελεί προδικαστικό ζήτημα και της υπό κρίση διαφοράς, χωρίς να προβεί σε αναγνώριση τούτου με αυτοτελή διάταξη στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, και απλώς επιδίκασε τις συγκεκριμένες περιοδικές παροχές του διαστήματος από 1ης Ιανουαρίου 2010 μέχρι 31ης Οκτωβρίου 2011.
Από την εν λόγω παρεμπίπτουσα εξέταση όμως δεν προκύπτει δεδικασμένο καταλαμβάνον το ως άνω καθόλου δικαίωμα των εναγόντων επί την προαναφερομένη μισθολογική παροχή, αφού το Ειρηνοδικείο και το κατ' έφεση δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο δεν ήσαν συμφώνως προς τα ανωτέρω καθ' ύλην αρμόδια ως προς την αναγνώριση του εν λόγω καθόλου δικαιώματος, το οποίο υπήγετο στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθ' όσον έχει ως αντικείμενο περιοδική παροχή, της οποίας είναι βεβαία η παύση, αβέβαιος όμως ο χρόνος αυτής, αφού οι ενάγοντες συνδέονται με τον αναιρεσίβλητο με σύμβαση αορίστου χρόνου έκαστος, της οποίας δεν προσδιορίζεται ο χρόνος λύσεως, και επομένως η αξία του αντικειμένου της εν λόγω διαφοράς ως προς έκαστον ενάγοντα, προσδιοριζομένη κατά τα ανωτέρω βάσει του δεκαπλασίου της ετησίας παροχής (176 Χ 12 Χ 10 = 21120), υπερβαίνει το ποσόν των 20000 ευρώ.
Συνεπώς, ο εν λόγω μη ληφθείς υπ' όψιν από το Πολυμελές Πρωτοδικείο ισχυρισμός περί δεδικασμένου δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως μη νόμιμος και ο υπό κρίση, εκ του άρθρου 560 αρ. 5 εδ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο εν λόγω λόγος δεν ιδρύεται επί παραβιάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ως οι διατάξεις των άρθρων 321 επ. ΚΠολΔ περί δεδικασμένου.
Συνεπώς, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 321 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 281 παρ. 1, 2 Ν. 3463/2006 πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, μειωμένων κατά το ήμισυ ως προς την δικηγορική αμοιβή, ως ορίζεται στο διατακτικό. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ασκών το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 400 ευρώ και ότι εν περιπτώσει ολικής ή μερικής νίκης του αναιρεσείοντος ο Άρειος Πάγος με την απόφασή του διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα, η υποχρέωση όμως καταθέσεως παραβόλου δεν ισχύει επί υποθέσεων εργατικών διαφορών, οπότε, εάν παρά την έλλειψη σχετικής υποχρεώσεως κατατεθεί παράβολο, ο Άρειος Πάγος, βάσει των εν λόγω διατάξεων αναλόγως εφαρμοζομένων, διατάσσει την επιστροφή τούτου στον καταθέσαντα ασχέτως της ευδοκιμήσεως ή μη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, έχει κατατεθεί το αναφερόμενο παράβολο, χωρίς όμως να υφίσταται σχετική υποχρέωση, αφού η αναίρεση αφορά εργατική διαφορά.
Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του εν λόγω παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15ης Δεκεμβρίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 8470/2017 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ. Και
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.-
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ