Supreme Court allows appeal against employer's liability for worker injury due to employer's negligence in safety measures.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Court of Appeal's decision in a workplace injury case involving an anonymous company and a worker. The court found that while the worker had 29 years of experience and should have known the risks, the employer failed to provide necessary safety glasses and appropriate cutting discs, constituting negligence under Article 914 of the Civil Code. Consequently, the Court of Appeal's ruling excluding the employer from liability was overturned, and the case was remanded for a new trial on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 and 16 of Law 551/1915; Article 914 of the Civil Code: Compensation for moral damage in work accidents is due whenever the employer or their agents are at fault, requiring only general negligence rather than specific failure to adhere to safety regulations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 614 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 614/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στον ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Καραντώνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βλάχου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4994/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 459/2014 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/9/2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 19/5/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ή δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005) (Β) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.1 και 16 ν.551/1915, όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.8.1920 (και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθ.38 εδ.β' ΕισΝΑΚ), 34§2, 60§3 α.ν. 1846/1951, 299, 330, 914, 922, 926 και 932 ΑΚ συνάγεται, ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη οφείλεται σε κάθε περίπτωση και επί εργατικού ατυχήματος (εφόσον συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας), αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων του με την έννοια του άρθ.914 ΑΚ, αρκεί δηλ.
να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών κατά τις γενικές διατάξεις και όχι μόνον η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθ.16§1 ν.551/1915 (ΑΠ 906/2012, 261/2011). Τέτοιο πταίσμα του εργοδότη και των προστηθέντων του μπορεί να θεμελιωθεί και στην μη τήρηση απ' αυτούς διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για την διαφύλαξη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της υγείας των εργαζομένων σύμφωνα με την γενική διάταξη του άρθ.662 ΑΚ (πρβλ.
ΑΠ 757/2015, 906/2012). Ειδικότερα, σύμφωνα με το ΠΔ 395/1994 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την Οδηγία 89/655/ΕΟΚ", οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται επιπλέον των γενικών διατάξεων για την υγιεινή και την ασφάλεια της εργασίας που ισχύουν κάθε φορά, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότητας, στον οποίο κατατάσσονται (άρθ.1 παρ.1 εδ.
εδ.β' και 2), ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ώστε ο εξοπλισμός εργασίας (δηλ. κάθε μηχανή, συσκευή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατά την εργασία, άρθ.2 αριθ.1) που τίθεται στην διάθεση του εργαζομένου μέσα στην επιχείρηση ή/και εγκατάσταση (α) να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτόν για να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά την χρησιμοποίηση του, και συγκεκριμένα ο εξοπλισμός εργασίας που δημιουργεί κινδύνους από πτώση ή εκτόξευση αντικειμένων, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με κατάλληλες διατάξεις ασφάλειας που αντιστοιχούν στους κινδύνους αυτούς, εάν δε υπάρχουν κίνδυνοι λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας που μπορεί να προκαλέσουν ατυχήματα, πρέπει αυτά να είναι εφοδιασμένα με προφυλακτήρες (ή με συστήματα) που να εμποδίζουν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες ή να σταματούν την κίνηση των επικίνδυνων στοιχείων πριν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες και που δεν πρέπει να μπορούν να παρακαμφθούν ή να αχρηστευθούν εύκολα (άρθ.4 παρ.1, άρθ.9 Παράρτημα I παρ.2.13, 2.14, 2.14.3) (β) με την κατάλληλη συντήρηση να διατηρείται σε επίπεδο τέτοιο που να ανταποκρίνεται στις ελάχιστες καθοριζόμενες από το ως άνω ΠΔ προδιαγραφές (άρθ.3 παρ.1, 4 παρ.1).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ.7 παρ.6 εδ. γ' ΠΔ 17/1996 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 68/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ" ο εργοδότης υποχρεούται να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας.
Κατά τα ανωτέρω, προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης, και της αντίστοιχης αξίωσης, για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, από τραυματισμό προσώπου σε εργατικό ατύχημα, η οποία, μη υφισταμένης πρόβλεψης στον ως άνω κ.ν.551/1915, κρίνεται πάντοτε κατά τις γενικές διατάξεις των άρθ.914, 922, 932 ΑΚ, είναι (α) η ύπαρξη εργασιακής σχέσης μεταξύ του παθόντος και του υποχρέου εργοδότη (β) ο τραυματισμός του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής (γ) παράνομη και ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) του εργοδότη ή των προστηθέντων του (δ) υπαιτιότητα (πταίσμα) που περιλαμβάνει τον δόλο και την (οποιασδήποτε μορφής) αμέλεια, αμέλεια δε ειδικότερα υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλ.
που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του (ε) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 757/2015, 145/2014).
Πρέπει να επισημανθεί, ότι επί αγωγής για την καταβολή (αποζημίωσης ή) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ερειδομένης σε αδικοπραξία (όπως επί εργατικού ατυχήματος, με τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις), η εφαρμογή της διάταξης του άρθ.300 εδ. α' ΑΚ περί συνδρομής οικείου πταίσματος του παθόντος προϋποθέτει την υποβολή σχετικής καταλυτικής ένστασης, που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπεριέχεται στον αποτελούντα άρνηση της βάσης της αγωγής ισχυρισμό του εναγομένου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος (ΟλΑΠ 1115/1986, 423/1985, ΑΠ 1052/2012), και επομένως, εάν ο εναγόμενος για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από εργατικό ατύχημα εργοδότης προβάλλει μόνο την παραπάνω άρνηση, το δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμόσει την ως άνω διάταξη και να προβεί σε καταμερισμό της μεταξύ των διαδίκων συνυπαιτιότητας, αλλά θα χωρήσει στον καθορισμό της κατά την κρίση του "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης, για την οποία απαιτείται, αλλά και αρκεί, η διαπίστωση συνδρομής οποιασδήποτε μορφής και οποιουδήποτε βαθμού υπαιτιότητας του εργοδότη ή/και των προστηθέντων του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την ένδικη αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, όπως αυτή διορθώθηκε και το αίτημά της περιορίσθηκε, ο ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε, ότι το 1975 προσλήφθηκε από την τώρα αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που διατηρεί εργοστάσιο κατασκευής χάρτου στο ...
Αττικής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως βοηθός πρακτικού μηχανικού, ότι την 7-1-2005 κατά την διαδικασία κοπής του μεταλλικού σκελετού λυομένου δωματίου (μηχανουργείου) στον χώρο του εργοστασίου της εναγομένης, εργασία που εκτελούσε ο ενάγων με την χρήση χειροκίνητου ηλεκτρικού τροχού, θραύσθηκε ένα κομμάτι από τον δίσκο του τροχού και σφηνώθηκε στον δεξιό οφθαλμό του με αποτέλεσμα, κατά τα ειδικότερα εκεί εκτιθέμενα, την απώλεια της όρασης του απ' αυτόν, ότι για το εργατικό αυτό ατύχημα και τον εντεύθεν τραυματισμό του με τις παραπάνω συνέπειες αποκλειστικά υπαίτια είναι η εναγομένη, καθόσον (α) δεν είχε λάβει τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα για την αποτροπή τυχόν ατυχήματος, αφού δεν υπήρχε προφυλακτήρας στον τροχό (β) δεν είχε γίνει συντήρηση και αντικατάσταση του φθαρμένου δίσκου του τροχού, προερχομένου μάλιστα από άλλον μεγαλύτερο τροχό (γ) στον χώρο που εργαζόταν δεν γινόταν σωστή επίβλεψη από αρμόδιους υπεύθυνους ασφαλείας σχετικά με την χρήση μέσων ατομικής προστασίας (προστατευτικά γυαλιά), με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από το ως άνω σε βάρος του ατύχημα το ποσό των 500.000€ (2) Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την 4994/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία κρίθηκε ότι το επίδικο εργατικό ατύχημα οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος.
Το Εφετείο Πειραιώς, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, ύστερ' από έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την προσβαλλομένη 459/2014 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο ενάγων απασχολείται ως εργατοτεχνίτης (βοηθός πρακτικού μηχανικού) στην εναγομένη εταιρεία εμπορίας χάρτου και κλωστοϋφαντουργικών εξαρτημάτων εργασίας από 10-5-1976, ότι την 7-1-2005 στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στο … ο ενάγων, ο βοηθός J.
F. και άλλοι βοηθοί ασχολούνταν με την αποξήλωση ενός λυομένου δωματίου που χρησιμοποιούνταν ως μηχανουργείο, για να μεταφερθεί σε άλλο σημείο του εργοστασίου, εργασία που τους είχε αναθέσει ο εκ των συνεταίρων Κ. Α., ότι περί ώρα 14.00', ενώ ο ενάγων έκοβε τον μεταλλικό σκελετό (πλαίσιο) από προφίλ στρατζαριστής λαμαρίνας με χειροκίνητο ηλεκτρικό τροχό, ο οποίος κατά την διάρκεια της κοπής δεν έφερε προφυλακτήρα και στον οποίο ο ενάγων, μόλις ο δίσκος "φαγώθηκε", τοποθέτησε άλλον δίσκο, φθαρμένο, από τον μεγαλύτερο τροχό που διέθετε η επιχείρηση, έσπασε ένα κομμάτι από τον δίσκο του τροχού και εκτινάχθηκε προς το πρόσωπο του, το οποίο δεν προστατευόταν στα μάτια από κατάλληλα γυαλιά, με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει το κομμάτι του δίσκου στον δεξιό οφθαλμό, που υπέστη διαμπερές τραύμα του κερατοειδούς, ρήξη κερατοειδούς, έλλειμμα ιστού, ρήξη φακού, ίριδας, ρήξη ακτινωτού, με τις περαιτέρω και λεπτομερώς αναφερόμενες εκεί συνέπειες, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω το ατύχημα οφειλόταν "κυρίως σε υπαιτιότητα του ενάγοντος, ο οποίος λόγω της πολυετούς εμπειρίας του υποτίμησε την αναγκαιότητα τήρησης των μέτρων ασφαλείας, θεώρησε δε ότι, επειδή τα σίδερα που έκοβε ήταν λεπτά, δεν ήταν απαραίτητη η χρήση τους, και ειδικότερα α) αμέλησε κατά το κόψιμο του μεταλλικού σκελετού να χρησιμοποιήσει τα ειδικά πλαστικά γυαλιά προστασίας των οφθαλμών για την αποφυγή βλαβών σ' αυτούς από το αληθώς σύνηθες φαινόμενο της εκσφενδόνισης σπινθήρων, σκόνης, ρινισμάτων και γενικά τεμαχίων, τα οποία είχε θέσει στην διάθεση του η εναγομένη, ενώ τα όσα ισχυρίζεται ο ενάγων ότι η χρήση των γυαλιών θα ήταν απρόσφορη, γιατί ήσαν ακατάλληλα και σε κάθε περίπτωση όχι μόνο δεν θα συγκρατούσαν το κομμάτι μετάλλου, αλλά θα έσπαγαν, δεν κρίνονται βάσιμα β) δεν προέκυψε ότι ο εργοδότης αρνήθηκε να εφοδιάσει τον εργαζόμενο με τα κατάλληλα ανταλλακτικά, δηλ.
καινούργιους δίσκους κοπής κατάλληλους για τον μικρό τροχό, ώστε ο ενάγων να αναγκασθεί να χρησιμοποιήσει και πραγματικά χρησιμοποίησε δίσκο από μεγαλύτερο τροχό και μάλιστα φθαρμένο [η] συγκεκριμένη εργασία, την οποία προσέφερε ο ενάγων ...περιλαμβάνεται στα καθήκοντά του...διέθετε δε τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις και την απαραίτητη εμπειρία (29ετη), αυτός ήταν υπεύθυνος για τις συγκεκριμένες εργασίες και μάλιστα επιβοηθούνταν από βοηθούς, ενώ δεν πρόκειται για κάποια δύσκολη ή επικίνδυνη εργασία, επομένως δεν χρειαζόταν η εναγομένη να επιβλέπει τον ενάγοντα ούτε να του επιστήσει την προσοχή στον κίνδυνο που διέτρεχε κατά τον χειρισμό του μηχανήματος (τροχού) και να του υποδείξει να πάρει ένα ζευγάρι προστατευτικά γυαλιά από εκείνα που υπήρχαν στο εργοστάσιο", ότι στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και του τραυματισμού του ενάγοντος συνετέλεσε και η αμελής συμπεριφορά των υπευθύνων της εργοδότριας εταιρείας (εναγομένης), καθόσον το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, αν υπήρχε προφυλακτήρας στον τροχό κατά την διάρκεια της κοπής, ο οποίος δεν θα έπρεπε να μπορεί να παρακαμφθεί και να αχρηστευθεί εύκολα, καθώς και να είχαν δοθεί τα κατάλληλα υλικά για τον τροχό κοπής (δίσκοι κοπής) και να είχε γίνει η κατάλληλη συντήρηση (αντικατάσταση φθαρμένου δίσκου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθ.3§1, 4§§1 και 3 ΠΔ 395/1994), ότι ναι μεν ο ενάγων ήταν υπεύθυνος για τις συγκεκριμένες εργασίες και γνώστης των μηχανημάτων, με τα οποία εκτελούνταν αυτές, πλην, όμως, η προμήθεια και αγορά των καταλλήλων εξαρτημάτων ή των ανταλλακτικών αναγόταν στους υπευθύνους της εναγομένης εταιρείας, η οποία θα έπρεπε να προμηθευθεί και τους κατάλληλους δίσκους για τον εγκεκριμένο τροχό, πράγμα που δεν συνέβη, παρόλο που μέσα στην ίδια ημέρα προμηθεύθηκε και παρέλαβε άλλα μικρά εξαρτήματα-ανταλλακτικά, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ήταν υπεύθυνος και για την συντήρηση των μηχανημάτων, τα οποία χρησιμοποιούσε, ότι δεν μπορεί να γίνει καταμερισμός της συνυπαιτιότητας των διαδίκων μερών στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, καθόσον η εναγομένη προέβαλε και προβάλλει αρνητικούς μόνο της αγωγής ισχυρισμούς και όχι και ένσταση συνυπαιτιότητας, ότι λαμβάνοντας υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τις συνθήκες του ατυχήματος, τον βαθμό της υπαιτιότητας των υπευθύνων της εναγομένης, το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε στον ενάγοντα και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών η επιδικαστέα στον ενάγοντα εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, λόγω της στενοχώριας που δοκίμασε από τον σοβαρό τραυματισμό του, ανέρχεται στο ποσό των 40.000€, το οποίο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αναγνώρισε ότι οφείλει να καταβάλει η αναιρεσείουσα εναγομένη στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής του ως βάσιμης κατ' ουσίαν.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθ.914 και 932 ΑΚ (όχι, όμως, όπως λανθασμένα προβάλλεται, και του άρθ.300 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, και ορθώς, ούτε, άλλωστε, μπορούσε να εφαρμόσει, δεδομένου ότι, όπως και στο αναιρετήριο ρητά εκτίθεται, αλλά και προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, η αναιρεσείουσα εναγομένη σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας προέβαλε άρνηση μόνο της αγωγής-και δη της υπαιτιότητας της ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι ο ενάγων ήταν αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα-και όχι και την από το ως άνω άρθρο ένσταση οικείου πταίσματος του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, το οποίο, άλλωστε, για τον λόγο αυτόν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης), καθόσον, σύμφωνα με τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά, με υπαιτιότητα ως προς την επέλευση του ατυχήματος δεν βαρύνεται η αναιρεσείουσα εναγομένη, αλλά (μόνον) ο αναιρεσίβλητος ενάγων, αφού, όπως δέχθηκε ειδικότερα το Εφετείο (α) ο ενάγων διέθετε τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις και την απαραίτητη, και δη 29ετή, εμπειρία για την συγκεκριμένη εργασία (β) λόγω της εμπειρίας του αυτής υποτίμησε την αναγκαιότητα της τήρησης των μέτρων ασφαλείας και ειδικότερα αμέλησε να χρησιμοποιήσει τα ειδικά πλαστικά γυαλιά που είχε θέσει στην διάθεσή του η εναγομένη (γ) η εργασία, κατά την οποία συνέβη το επίδικο ατύχημα, περιλαμβανόταν στα καθήκοντά του (δ) ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για τις εργασίες αυτές, έχοντας μάλιστα και την συνδρομή βοηθών κατά την εκτέλεσή τους (ε) δεν επρόκειτο για δύσκολη ή επικίνδυνη εργασία και επομένως δεν χρειαζόταν η εναγομένη να επιβλέπει τον ενάγοντα, ούτε να του επιστήσει την προσοχή για τον κίνδυνο που διέτρεχε κατά τον χειρισμό του τροχού και να του υποδείξει να πάρει ένα ζευγάρι προστατευτικά γυαλιά από εκείνα που υπήρχαν στο εργοστάσιο (στ) δεν προέκυψε ότι η εναγομένη εργοδότρια του ενάγοντος αρνήθηκε να τον εφοδιάσει με τα κατάλληλα ανταλλακτικά, δηλ.
καινούργιους δίσκους κοπής κατάλληλους για τον μικρό τροχό, ώστε ο ενάγων ν' αναγκασθεί να χρησιμοποιήσει και πράγματι χρησιμοποίησε δίσκο από μεγαλύτερο τροχό και μάλιστα φθαρμένο, ενώ εξάλλου δεν περιέχονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραδοχές ότι η εναγομένη επέτρεψε ή επέβαλε στον ενάγοντα να αφαιρέσει τον προφυλακτήρα από τον τροχό, ούτε ότι στην ενέργεια αυτήν προέβη, κατ' εντολή της ή και χωρίς αυτήν, κάποιος άλλος εργαζόμενος ή προστηθείς απ' αυτήν.
Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του συναφούς πρώτου λόγου αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου (και τελευταίου) λόγου από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, στην συνέχεια δε να κρατηθεί και να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό η υπόθεση, η οποία δεν χρειάζεται διευκρίνιση (άρθ.580 παρ.3 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η (παραδεκτά ασκηθείσα) έφεση του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία (έφεση) παραπονείται για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής του (και δη για την κρίση περί αποκλειστικής υπαιτιότητάς του στην επέλευση του ατυχήματος), ν' απορριφθεί αυτή και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσίβλητος - εκκαλών στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας-εφεσίβλητης (άρθ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 459/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει την από 5-11-2009 και με αριθ.έκθ. 1371/2009 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 4994/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ