Supreme Court dismisses appeal on evidence burden regarding fictitious contract claim under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a contract dispute. The appellant argued the lower court incorrectly assigned the burden of proof for the contract's fictitious nature to him, despite the respondent having a statutory duty to prove it. The court ruled that the lower court correctly applied the law, noting the appellant failed to provide evidence of payment while the respondent's claim was supported by the contract's own terms and lack of contrary proof.
Legislator headnote
AI generatedArticles 138, 180 of the Civil Code; Article 559(13) of the Code of Civil Procedure: A fictitious declaration of will is void, and the party asserting it bears the burden of proof; misallocation of this burden constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 614 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 614/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ευθύμιου Παναγιωτόπουλου. Της αναιρεσιβλήτου: Κ. θυγ. Ι. Κ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της Ι. Η., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχάλη Κορακή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 658/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 2460/2014 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 6-3-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 24-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 138 AK ορίζει στην πρώτη μεν παράγραφο: "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη", στη δε δεύτερη παράγραφο: "Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της".
Από την πρώτη διάταξη συνάγεται ότι η δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Επομένως, εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και έχει ως σκοπό να δημιουργήσει σε άλλους την εντύπωση μεταβολής ορισμένης νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει πρόθεση στον δηλούντα τέτοιας νομικής μεταβολής, αυτή δε μπορεί να υφίσταται όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, οπότε, για την αντίστοιχη ακυρότητα της τελευταίας προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισής της αντισυμβαλλομένων ότι η σύμβαση που συνάφθηκε δεν παράγει έννομες συνέπειες.
Εξάλλου, η έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφεαυτής και δεν απαιτείται, για την πληρότητα του ισχυρισμού περί εικονικότητας ορισμένης δικαιοπραξίας, αντιστοίχως δε και για την πληρότητα της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης που την καταφάσκει, να περιέχεται και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήσαν εν γνώσει της εικονικότητας κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό, ως σύμφυτο με την έννοιά της, θεωρείται αυτονόητο ως συντρέχον (ΑΠ 1659/2006, ΑΠ 1169/2003).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της πώλησης είναι το πράγμα, το τίμημα και η περί τούτων συμφωνία, η έλλειψη δε έστω και ενός από τα στοιχεία αυτά, καθιστά άκυρη την πώληση. Από τον συνδυασμό της παραπάνω διάταξης με εκείνες των άρθρων 138, 180 και 1033 ΑΚ συνάγεται ότι σε περιπτώσεις καταχωρημένης σε συμβολαιογραφικό έγγραφο σύμβασης πώλησης και, εξαιτίας της πώλησης, μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου από τον κύριο τούτου σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης αφενός του πωλητή και αφετέρου του αγοραστή ήσαν εικονικές, υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά αλλά έγιναν μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις των συμβαλλομένων ήσαν είτε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και να παραδώσει το πωλούμενο πράγμα και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνον από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση πώλησης είναι λόγω της εικονικότητας άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενομένη, η ακυρότητα δε αυτή επισύρει και την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου, λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας.
Το δικαστήριο, κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για την εικονικότητα της σύμβασης πώλησης και από το γεγονός ότι ολόκληρο το τίμημα ή μέρος αυτού δεν καταβλήθηκε, καίτοι ο αγοραστής ώφειλε να το καταβάλει και δεν υφίστατο νόμιμος λόγος απαλλαγής του.
Επίσης, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, τέτοια δε νόμιμη αιτία είναι και η πώληση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".........Με το .../30.3.1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ε. Κ. που νόμιμα μεταγράφηκε σε συνδυασμό με την 20465/5.6.2008 πράξη εξόφλησης τιμήματος της ιδίας συμβολαιογράφου, ο Δ.
Η., μη διάδικος στην παρούσα δίκη, έγινε κύριος, νομέας και κάτοχος, λόγω "πωλήσεως" από την αληθινή κυρία Ε. Γ., δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών που βρίσκονται επί της κειμένης στο ..., οδός Α. Σ. Χ. , αριθμ. 18, πολυώροφης οικοδομής και συγκεκριμένα του με στοιχεία Β-1 διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου της εν λόγω πολυκατοικίας, εμβαδού 76,82 τμ, με την ανήκουσα σ' αυτό κατ' αποκλειστική χρήση, με στοιχεία ΑΘΣΖ ανοικτή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου 10,2 τμ και τη με αριθμ. 2 αποθήκη του υπογείου εμβαδού 16,50 τμ.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο εν λόγω πωλητήριο συμβόλαιο η αντικειμενική αξία των πωληθέντων πιο πάνω ακινήτων προσδιορίζεται στο ποσόν των 18.312.430 δραχμών και το συμφωνημένο τίμημα στο ποσό των 18.300.000 δραχμών ενώ το πραγματικό τίμημα ανερχόταν στο ποσόν των 36.000.000 δραχμών. Το πιο πάνω διαμέρισμα ο Δ. Η.
και η πρώτη εναγόμενη Κ. Κ. [αναιρεσίβλητη], οι οποίοι συνήψαν νόμιμο γάμο στις 9.9.2000 από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο, τον δεύτερο εναγόμενο Ι. Η., (ανήλικος κατά την άσκηση της αγωγής, ήδη δε ενηλικιωθείς) χρησιμοποιούσαν ως συζυγική κατοικία. Η έγγαμη, ωστόσο, συμβίωση των ανωτέρω συζύγων δεν υπήρξε αρμονική, έτσι με την 5298/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της άνω συζύγου, διατάχθηκε η μετοίκηση του Δ.
Η. από τη συζυγική κατοικία, ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους στην πρώτη εναγομένη, μητέρα του, και ρυθμίστηκε προσωρινά η επικοινωνία με τον πατέρα του. Έκτοτε οι εναγόμενοι διαμένουν στο επίδικο διαμέρισμα, κάνοντας χρήση της επίδικης αποθήκης και της θέσης στάθμευσης. Αποδεικνύεται ακόμη ότι η εξόφληση του τιμήματος των ενδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών έγινε με δάνειο ποσού 9.000.000 δραχμών, το οποίο ο αγοραστής Δ.
Η. έλαβε από την τραπεζική εταιρεία ΑSΡΙS ΒΑΝΚ, η οποία προς εξασφάλιση της εξόφλησής του ενέγραψε προσημείωση υποθήκης σ' αυτές, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 27.000.000 δραχμών κατέβαλε η μητέρα της πρώτης εναγομένης Μ. χήρα Ι. Κ. ενόψει του επικείμενου γάμου της θυγατέρας της με τον Δ. Η., με την ειδικότερη συμφωνία, ότι ο τελευταίος θα μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο σ' αυτήν (πρώτη εναγομένη) κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου μετά από 5 έτη διότι είχε αγοραστεί ως πρώτη κατοικία και δεν ήταν δυνατόν να μεταβιβαστεί προ της παρόδου 5ετίας.
Τούτο προκύπτει και από τη δακτυλογραφημένη επιστολή με ημερομηνία 30.3.1999 που απηύθυνε ο Δ. Η. προς τη μέλλουσα πεθερά του και μητέρα της πρώτης εναγομένης που φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του, τη γνησιότητα της οποίας αυτός δεν είχε αμφισβητήσει, στην οποία επί λέξει αναφέρει τα εξής: "Κυρία Κ. με την παρούσα μου αναγνωρίζω ότι εκ του συνολικού τιμήματος του ποσού των 36.000.000 δραχμών δια την αγορά του διαμερίσματος του Β υπέρ το ισόγειο ορόφου με την ΑΘΣΖ ανοικτή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου και την υπόγεια αποθήκη με αριθμό 2 της εις ...
και επί της οδού Α. Σ. Χ. αριθμ. 18, το οποίο ηγοράσθη δια φορολογικούς λόγους μόνο επ' ονόματι μου και ουχί και επ' ονόματι της Κ. θυγ. Ι. Κ., μετά της οποίας θα νυμφευθώ, εσείς καταβάλλατε το ποσό των 19.000.000 δρχ και θα καταβάλλεται και το υπόλοιπο ποσό των 8.000.000 δραχμών διο και υπόσχομαι ότι θα υπογραφεί μεταξύ εμού και της θυγατρός σας άμεσα προσύμφωνο μεταβιβάσεως των 3/4 εξ αδιαιρέτου του άνω διαμερίσματος μέχρις ότου θα συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος (πενταετία) δια να δυνηθώ να μεταβιβάσω με οριστικό συμβόλαιο το άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος εις την Κ.
θυγ. Ι. Κ.. Με τιμή ακολουθεί υπογραφή". Άλλωστε ο τελευταίος δεν αρνείται ότι υπέγραψε τη σχετική επιστολή στην 6402 από 30.10.2012 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όλως αβάσιμα όμως ισχυρίζεται ότι την υπέγραψε χωρίς να διαβάσει το περιεχόμενο της. Τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες ο Δ. Η.
εν διαστάσει σύζυγος της πρώτης εναγομένης και πατέρας του δευτέρου εναγομένου, φέρεται ότι πώλησε στον ενάγοντα [αναιρεσείοντα] με το .../23.6.2006 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου … Β. Σ., όπως αυτό συμπληρώθηκε με την .../10.6.2010 πράξη του ιδίου συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκαν. Κατά τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο, το τίμημα καθορίστηκε στο ποσό των 107.082 Ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε ως εξής:
α) ποσό 13.300 Ευρώ, συμψηφίστηκε με ισόποση απαίτηση του αγοραστή, με την οποία είχε εκδώσει τη 15378/2006 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, β) ποσό 63.400 Ευρώ, συμψηφίστηκε με ισόποση απαίτηση του αγοραστή, για την οποία είχε εκδοθεί η 8666/2006 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) ποσό 14.382 Ευρώ, σε μετρητά, εκτός συμβολαιογραφείου και δ) ποσό 16.000 Ευρώ πιστώθηκε και υποχρεώθηκε να καταβάλει ο αγοραστής έως τις 23.9.2008.
Επισημαίνεται ότι οι παραπάνω διαταγές πληρωμής εκδόθηκαν με βάση μια συναλλαγματική των 10.000 Ευρώ η πρώτη και πέντε συναλλαγματικές των 10.000 Ευρώ η καθεμία η δεύτερη, που εκδόθηκαν από τον ενάγοντα και τις οποίες αποδέχθηκε ο Δ. Η.. Η προαναφερθείσα πώληση του επίδικου διαμερίσματος με την αποθήκη και τη θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, που καταρτίστηκε με το πιο πάνω συμβόλαιο μεταξύ του ενάγοντος, ως αγοραστή και του Δ.
Η., ως πωλητή, είναι κατά την αμοιβαία συμφωνία των ανωτέρω συμβληθέντων εικονική, διότι πραγματοποιήθηκε μόνο φαινομενικά και όχι σπουδαία και σοβαρά, χωρίς να υπάρχει συναλλακτική πρόθεση των συμβληθέντων, χωρίς δηλαδή πρόθεση ο μεν Δ. Η. να πωλήσει, ο δε ενάγων να αγοράσει τα εν λόγω ακίνητα, αφού ο πρώτος, κυρίως αποσκοπούσε να στερήσει από την πρώτη εναγομένη τη χρήση των επιδίκων αλλά και σε κάθε περίπτωση να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαιτήσεως της πρώην πεθεράς του Μ.
χήρας Ι. Κ., που διατηρούσε εναντίον του, εξ αιτίας της συμβολής της, όπως έχει προαναφερθεί, στην εξόφληση του τιμήματος τους. Επισημαίνεται ότι στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε αφότου διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση των ανωτέρω συζύγων μέχρι και την ένδικη πώληση, υπήρξαν μεταξύ αυτών αλλά και της μητέρας της πρώτης εναγομένης συζητήσεις για την εξεύρεση λύσης, σχετικής, με την τύχη των επιδίκων ακινήτων.
Έτσι, ο μεν Δ. Η. είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του να προβεί στην πώλησή τους, προκειμένου από το τίμημα να λάβουν ο ίδιος και η Μ. χήρα Ι. Κ. (μητέρα της εναγομένης) το ποσό που αναλογεί στο ποσοστό συμμετοχής τους στην αγορά τους, ενώ η τελευταία ρητά δήλωνε την αντίθεση της στην πώλησή τους, εξέφραζε δε την επιθυμία να μεταβιβαστούν στη θυγατέρα της, εναγομένη και να καταβληθεί στον πρώην γαμβρό της Δ.
Η. το χρηματικό ποσό, που ως τίμημα αυτός είχε ήδη καταβάλει κατά την αγορά τους. Εξάλλου, ως πιθανή λύση εξέταζαν ακόμη και το ενδεχόμενο ο Δ. Η. να μεταβιβάσει τα επίδικα, στον εναγόμενο γιό του, λόγω "γονικής παροχής". Ωστόσο, παρά τις άνω διαπραγματεύσεις, ο Δ. Η. προέβη στην επίμαχη ως άνω εικονική πώληση τους προς τον ενάγοντα.
Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου περί της εικονικότητας της ένδικης σύμβασης πωλήσεως ενισχύεται από το ότι, παρά τη γενόμενη δήλωση των συμβαλλομένων ενώπιον του προαναφερομένου συμβολαιογράφου περί καταβολής μέρους του αναγραφόμενου τιμήματος, 14.382 Ευρώ, εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου, το χρηματικό αυτό ποσό δεν έχει καταβληθεί στην πραγματικότητα, αφού ο ενάγων δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει είτε η ανάληψη του αντίστοιχου χρηματικού ποσού από κάποιο τραπεζικό ίδρυμα, είτε η καταβολή του στον πωλητή.
Επίσης, το μεγαλύτερο μέρος του αναγραφόμενου στο επίμαχο συμβόλαιο τιμήματος ήταν το ποσό των 76.700 Ευρώ επί συνόλου 107.082 Ευρώ, αναφέρεται στο ίδιο συμβόλαιο ότι καλύφθηκε, συμψηφιστικά, με ισόποση απαίτηση που είχε ο φερόμενος αγοραστής ενάγων εναντίον του πωλητή Δ. Η., για την οποία εκδόθηκαν οι πιο πάνω αναφερόμενες 15378/2006 και 8666/2006 διαταγές πληρωμής, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται ότι υπήρχε οποιαδήποτε αιτία, για την οποία ο τελευταίος είχε αποδεχθεί τις συναλλαγματικές, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι εν λόγω διαταγές πληρωμής. 'Αλλωστε, σε κάθε περίπτωση αποδεικνύεται ότι μεταξύ των ανωτέρω συμβληθέντων καμία εμπορικής φύσεως ή άλλου είδους δραστηριότητα δεν υπήρχε, εξ αιτίας της οποίας ο ενάγων να εκδώσει και ο Δ.
Η. να αποδεχθεί τις συναλλαγματικές αυτές. Ούτε, άλλωστε είναι πειστικός ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατά τη διάρκεια της γνωριμίας του με τον Δ. Η., σταδιακά είχε δανείσει σ' αυτόν το προαναφερόμενο ιδιαίτερα μεγάλο χρηματικό ποσό, χωρίς όμως να επικαλείται κάποια έγγραφη απόδειξη σχετική με τις επιμέρους καταβολές.
Εξάλλου, άξιο απορίας είναι το ότι ο ενάγων προέβη στην επίμαχη αγορά, χωρίς προηγουμένως, να έχει επισκεφθεί τα επίδικα ακίνητα. Η κρίση του Δικαστηρίου για το κρίσιμο ζήτημα ότι η ένδικη σύμβαση αγοραπωλησίας είναι εικονική ενισχύεται, εκτός των άλλων, από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος των "εναγομένων" Ε.
Ο., εξαδέλφης της πρώτης από αυτούς, η οποία έχει άμεση γνώση όσων καταθέτει και δεν προσδοκά οποιοδήποτε έννομο συμφέρον από την ευνοϊκή υπέρ αυτών έκβαση της δίκης και η κατάθεση της σαφής και κατηγορηματική, κρίνεται αξιόπιστη, αλλά και από τις ένορκες βεβαιώσεις των Μ. χήρας Ι. Κ. μητέρας της πρώτης εναγομένης και γιαγιάς του δευτέρου εναγομένου και Α.
Ο., εξαδέλφης της πρώτης εναγομένης. Όλα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με την κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρα των εναγομένων, τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, δεν αναιρούνται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Ι.
Λ., τις ένορκες βεβαιώσεις των Α. Σ., φίλου του ενάγοντος, του Δ. Η. και Α. Γ., μητέρας του τελευταίου και από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων. Επομένως, με βάση όλα όσα προεκτέθηκαν, αποδεικνύεται ότι η επίμαχη σύμβαση πωλήσεως που καταρτίσθηκε με το ως άνω .../2008 συμβόλαιο είναι άκυρη ως εικονική δεκτής γενομένης, ως βάσιμης, της σχετικής ένστασης των εναγομένων περί εικονικότητας αυτής και συνεπώς ο ενάγων με τη σύμβαση αυτή δεν απέκτησε, με παράγωγο τρόπο την κυριότητα των επιδίκων οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Συνακόλουθα, για το λόγο αυτό η ένδικη διεκδικητική των επιδίκων ακινήτων αγωγή του ενάγοντος είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη-εναγόμενη ένσταση εικονικότητας της μεταξύ του αναιρεσείοντος ενάγοντος (αγοραστή) και του πρώην συζύγου της Δ.
Η. σύμβασης πώλησης των επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών και είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αναγνωριστική κυριότητας των προαναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών αγωγή του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε τις, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ευθέως ή εκ πλαγίου, εφόσον, αφενός, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ως προς την εικονικότητα της πώλησης και δη ως προς το στοιχείο της γνώσης αυτής (εικονικότητας) από αμφότερα τα αντισυμβαλλόμενα μέρη, ούτε και απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ως προς την καταβολή του τιμήματος στην ανωτέρω πώληση και αφετέρου περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εικονικότητας της σύμβασης αυτής, οι δε τ' αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος από τον αριθμό 1 και τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την παραδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επειδή κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή ένστασης, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξ άλλου, για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση και ερευνώμενη αυτεπαγγέλτως, νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης κατ' αρχήν αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης.
Συνεπώς, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού, συνιστά όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλ' άρνηση της βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα" που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια της διάταξης του προαναφερόμενου άρθρου.
Τουτ' αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που ο ενάγων αμφισβητήσει τη νομιμοποίηση του προβάλλοντος ένσταση εικονικότητας της επίδικης σύμβασης εναγομένου. Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από την πλευρά του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος-ενάγοντος ισχυρισμό για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης-εναγόμενης ως προς την εκ μέρους της προβολή της ένστασης για την εικονικότητα της σύμβασης πώλησης των προαναφερομένων οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια. Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο "εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος της απόδειξης, δεδομένου ότι την περί εικονικότητος ένσταση, την οποία εν προκειμένω προέβαλε η αναιρεσίβλητη έχει εκ του νόμου υποχρέωση να αποδείξει η τελευταία με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και όχι ο αναιρεσείων και επομένως εκείνος ουδόλως ώφειλε, ούτε είχε αποδεικτικό βάρος, να προσκομίσει στο Δικαστήριο οποιοδήποτε έγγραφο στοιχείο αποδεικτικό περί ανάληψης του χρηματικού ποσού των 14.382 ευρώ", το οποίο, κατά τα ανωτέρω διατυπούμενα στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τη γενόμενη ενώπιον του συμβολαιογράφου δήλωση των αντισυμβληθέντων μερών στην ερευνώμενη σύμβαση πώλησης, είχε καταβληθεί στον πωλητή από τον αγοραστή (αναιρεσείοντα), ως μέρος του τιμήματος, εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου.
Ο λόγος όμως αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθ` όσον από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού καταλήγει στην περί εικονικότητας της σύμβασης κρίση του, αναφέρει στο σκεπτικό της ότι η τελευταία (κρίση) "ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει είτε η ανάληψη του αντίστοιχου χρηματικού ποσού από κάποιο τραπεζικό ίδρυμα, είτε η καταβολή του στον πωλητή", προφανώς στο πλαίσιο του ανταποδεικτικού του δικαιώματος και χωρίς να μετατοπίζει το βάρος απόδειξης της εικονικότητας της σύμβασης σ' εκείνον.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να μη καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της παριστάμενης ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της Ι.
Η. αναιρεσίβλητης, ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-3-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2460/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ