Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision due to vague grounds and unsupported claim of unexamined evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the appellate court's judgment regarding a breach of contract penalty clause. The appellants argued the lower court relied on unexamined admissions and failed to specify factual errors under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected these claims, finding the appeal grounds vague and the appellate court's reasoning based on clear evidence of the defendants' failure to appear for contract execution.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if grounds are vague or unsupported by facts, and a lower court's reliance on admissions not explicitly contested does not constitute a reversible error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 614 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 614/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 και 2. Χ2. O πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεωργιάδη ενώ ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Των αναιρεσιβλήτων : 1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Λεκέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ... που δεν είναι διάδικος στη παρούσα δίκη, κατατέθηκε δε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2008 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2008 αίτησή τους και με τους από 15-9-2009 και από 13-10-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. απορρέων, είναι αόριστος, διότι αναφέρονται ενάριθμα οι διατάξεις αυτές, χωρίς να καθορίζονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τους αναιρεσείοντες στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
ΕΠΕΙΔΗ με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου εκ του αριθ. 11 β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. απορρέοντα, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες και συγκεκριμένα ότι, κατά τα αναφερόμενα στην απόφασή του, την κρίση του, για την από υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από το 10.014/2002 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, σχημάτισε "και από τις άμεσες ή έμμεσες ομολογίες των διαδίκων όπου ειδικά και περιοριστικά αναφέρονται παρακάτω", δηλαδή ότι προς τούτο έλαβε υπόψη δικαστική ή εξώδικη ομολογία των αναιρεσειόντων, την οποία όμως ουδόλως επικαλέσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι στο πλαίσιο της σχετικής δίκης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, παρά την ανωτέρω αναφορά του, δεν στήριξε την ειρημένη κρίση του σε καμία δικαστική ή εξώδικη ομολογία (άμεση ή έμμεση) των αναιρεσειόντων, αλλά μόνο στην ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αυτών και στα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, δηλαδή σε στοιχεία με βάση τα οποία άλλωστε και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως εν προκειμένω υπαιτιότητάς τους.
ΕΠΕΙΔΗ η επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής πάνω από τα καθοριζόμενα από τον Κώδικα περί δικηγόρων κατώτατα όρια, μη έχουσα ανάγκη ειδικής αιτιολογήσεως και αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 98 Δικηγ. Κ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο μέσω του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο, εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέοντα, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, με το να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, ύψους 12.000 ευρώ, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 176 επ. ΚΠολΔ, 100, 107, 109, 110, 111 Δικηγ. Κ. και 1 επ. του ν. ΓΠΟΗ/1912 καθόσον η νόμιμη δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, με το ανάλογο δικαστικό ένσημο, δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.474 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά τα προαναφερθέντα.
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθ. 8α' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια την εν λόγω διατάξεως, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν και το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, με τον 1ο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου, εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους ενάγοντες και έτσι επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής και ειδικότερα πως, ενώ στην αγωγή τους εκθέτουν ότι με το υπ' αριθ. 10.014/2002 προσύμφωνο συμβόλαιο οι διάδικοι ανέλαβον από κοινού την υποχρέωση να συμπράξουν για την αποπεράτωση μιας ημιτελούς οικοδομής και στη συνέχεια να διανείμουν κατά τον περιγραφόμενο σε αυτό τρόπο τα κτίσματα που θα προέκυπταν, ότι στο εν λόγω προσύμφωνο περιλαμβάνεται ο εξής όρος: "Για κάθε περίπτωση υπαναχωρήσεως κάποιου από τους ανωτέρω συμβαλλόμενους συγκύριους του ακινήτου, ορίζεται ποινική ρήτρα εις βάρος του υπαιτίου και υπέρ εκάστου των αναίτιων εξ ευρώ 50.000, του παρόντος κηρυσσομένου τίτλου εκκαθαρισμένου και εκτελεστού κατά το ποσόν της συμφωνούμενης ποινικής ρήτρας" και ότι οι ενάγοντες, ερμηνεύοντας ως υπαναχώρηση τη μη ανταπόκριση των αναιρεσειόντων (εναγομένων) στην πρόσκλησή τους να εμφανισθούν ενώπιον συμβολαιογράφου προς υλοποίηση των δια του ανωτέρω προσυμφώνου συμφωνηθέντων, ζήτησαν την καταδίκη τους στην καταβολή της συμφωνηθείσας ποινής, εν τούτοις αυτό (Εφετείο) δέχθηκε τα ακόλουθα: "οι ενάγοντες με τις από 1-8-2003 και 20-7-04 εξώδικες δηλώσεις τους που επιδόθηκαν στους εναγομένους....
τους κάλεσαν να προσέλθουν ενώπιον της- συμβολαιογράφου.... στις 19-9-2003 και 5-8-2004, προκειμένου να υλοποιήσουν τα συμφωνηθέντα με το 10014/2002 προσύμφωνο.... Οι εναγόμενοι όμως δεν μετέβησαν στις παραπάνω ταχθείσες ημερομηνίες στα γραφεία των συμβολαιογράφων, όπου είχαν κληθεί... Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού οι εναγόμενοι, αν και κλήθηκαν από τους ενάγοντες, δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον των ανωτέρω συμβολαιογράφων για την υλοποίηση των συμφωνηθέντων, δεν εκπλήρωσαν από υπαιτιότητά τους τις υποχρεώσεις τους από το παραπάνω προσύμφωνο, με αποτέλεσμα να καταπέσει σε βάρος τους και υπέρ των αναίτιων συγκυρίων (εναγόντων) η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, ποσού 50.000 ευρώ για τον καθένα".
Δηλαδή, ενώ οι ενάγοντες στηρίζουν την αγωγή τους στο άρθρο 398 ΑΚ, ισχυριζόμενοι ότι οι εναγόμενοι υπαναχώρησαν από τη σύμβαση και ότι έτσι αυτή ανετράπη, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αγωγή έχει έρεισμα το άρθρο 404 ΑΚ και ότι οι εναγόμενοι περιήλθαν σε υπερημερία ως προς την εκτέλεση της σύμβασης, η οποία παραμένει ισχυρή, περιστατικό το οποίο δεν επικαλέσθηκαν με την αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής και της αποφάσεώς του, δεν έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, αλλά προέβη, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής και του ως άνω προσυμφώνου, αλλά και των αποδείξεων, στον χαρακτηρισμό της επίμαχης συμφωνίας ως ποινικής ρήτρας, ενώ, εξάλλου, ενόψει και του ενδοτικού χαρακτήρα των ρυθμίσεων των άρθρων 398 και 404 ΑΚ, η τυχόν παραδοχή του Εφετείου, περί συνομολογήσεως ποινής μεταμέλειας, δεν προκύπτει -ούτε πάντως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες- ότι μπορούσε να οδηγήσει σε απόρριψη της αγωγής.
ΕΠΕΙΔΗ ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου εκ του άρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωση το περιεχόμενο του 1014/2002 προσυμφώνου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ελένης Χαρίτση - Τσαπραλή, καθόσον, ενώ τούτο διαλαμβάνει ότι για κάθε περίπτωση υπαναχωρήσεως κάποιου από τους ανωτέρω συμβαλλόμενους συγκύριους του ακινήτου ορίζεται ποινική ρήτρα εις βάρος του υπαιτίου και υπέρ εκάστου των αναίτιων εξ ευρώ 50.000, του παρόντος κηρυσσομένου τίτλου εκκαθαρισμένου και εκτελεστού κατά το ποσό της συμφωνούμενης ποινικής ρήτρας, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τέλος, με το ίδιο προσύμφωνο ορίσθηκε, για την περίπτωση υπαναχώρησης (υπαίτιας μη εκπληρώσεως) κάποιου από τους συμβαλλομένους από τα άνω συμφωνηθέντα, ποινική ρήτρα σε βάρος του υπαιτίου και υπέρ καθενός από τους αναίτιους, ύψους 50.000 ευρώ". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, με την ανωτέρω παραδοχή του, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, δεν προέβη δηλαδή σε εσφαλμένη ανάγνωση του κρίσιμου περιεχομένου του προσυμφώνου, αλλά στην ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμησή του, από την οποία κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό.
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, μεταξύ άλλων, αν έχει αιτιολογίες αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, ως εκ της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο, κρίναν ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ανωτέρω αγωγή, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι "Τέλος, με το ίδιο προσύμφωνο ορίσθηκε, για την περίπτωση υπαναχώρησης (υπαίτιας μη εκπληρώσεως) κάποιου από τους συμβαλλομένους από τα άνω συμφωνηθέντα, ποινική ρήτρα σε βάρος του υπαιτίου και υπέρ κάθε ενός από τους αναίτιους ;ύψους 50.000 ευρώ".
Εν συνεχεία δέχθηκε τα εξής : Για το λόγο αυτό, οι δεύτερος και τρίτη ενάγοντες, με τις από 1-8-2003 και 20-7-2004 εξώδικες δηλώσεις τους, που επιδόθηκαν στους εναγομένους στις 5-8-2003 και 20-7-2004 αντίστοιχα τους κάλεσαν να προσέλθουν ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Μαρίας Μπαζιωτοπούλου - Νέζη στις 19-9-2003 (με την πρώτη εξώδικη δήλωσή τους) και στις 5-8-2004 ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ελένης Χαρίτση -Τσαπραλή (με τη δεύτερη εξώδικη δήλωσή τους), προκειμένου να υλοποιήσουν τα συμφωνηθέντα με το 10.014/6-10-2002 προσύμφωνο και συγχρόνως τους δήλωσαν ότι σε περίπτωση μη προσελεύσεώς τους θα ασκούσαν κάθε δικαίωμα τους από το εν λόγω προσύμφωνο και ειδικότερα θα απαιτούσαν την καταβολή της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας.
Οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, όμως, δεν μετέβησαν, στις παραπάνω ταχθείσες ημερομηνίες, στα γραφεία των συμβολαιογράφων, όπου είχαν κληθεί και, έτσι, συντάχθηκαν οι με αριθμούς 18.635/19-9-2003 και 11.248/5-8-2004 πράξεις μη εμφάνισης αντίστοιχα, από τις παραπάνω συμβολαιογράφους. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, αν και κλήθηκαν από τους ενάγοντες, δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον των ανωτέρω συμβολαιογράφων για την υλοποίηση των συμφωνηθέντων, δεν εκπλήρωσαν έτσι από υπαιτιότητά τους τις υποχρεώσεις του από το παραπάνω προσύμφωνο, με αποτέλεσμα να καταπέσει σε βάρος τους και υπέρ των αναίτιων συγκυρίων τους, δηλαδή του δεύτερου και της τρίτης από τους ενάγοντες, η συμφωνηθείσα με το εν λόγω προσύμφωνο ποινική ρήτρα, ποσού 50.000 ευρώ για τον καθένα.
Οι παραδοχές αυτές, ενόψει και των όσων αναφέρονται πιο πάνω κατά τη διευρεύνηση του πρώτου λόγου του πρόσθετου αναιρετηρίου, δεν είναι αντιφατικές, δεν τελούν δηλαδή μεταξύ τους σε λογική ανακολουθία, ενώ εξάλλου το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της υπερημερίας των εναγομένων περί την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και ενετεύθεν της καταπτώσεως σε βάρος τους και υπέρ των αναίτιων συγκυρίων (εναγόντων) της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, ύψους 50.000 ευρώ, είναι σαφές.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. απορρέων, τρίτος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2008 αίτηση και τους από 15-9 και 13-10-2009 πρόσθετους λόγους των Χ1 κλπ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 157/2008 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ