Legislator Case Law & Legislation
614/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment for insufficient reasoning and evidence evaluation errors.

Case Number 614/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's defamation judgment. The appellant argued the lower court lacked sufficient reasoning and ignored evidence, but the court found the appellate court's analysis of facts and evidence was clear and consistent. Consequently, the court ruled that the appeal was legally unfounded and ordered the appellant to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 559(1), 559(11), 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal for lack of legal basis is unfounded when the lower court's reasoning is clear and sufficient, or when alleged omissions relate merely to the evaluation of evidence rather than independent legal issues.

Keywords

AI generated
appeal for lack of legal basis defamation judgment evaluation of evidence insufficient reasoning legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Articles 57, 59, 932 of the Civil Code
Articles 361, 362, 363, 367 of the Penal Code
Article 1 of Law 2243/1994
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 614 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 614/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαμαλέλη Φίλιππο-Θεοφάνη.

Του αναιρεσιβλήτου: 1.... και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3698/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5300/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-7-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 27-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθμ. 1, 11 και 20 ΚΠολΔ, ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως: αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας του νόμους του Κράτους. Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α' και β' της Ευρωπαικής Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ.

ν.δ. 53/1974) "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Τα δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν της γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Τέλος, το άρθρο 367 του Π.Κ. ορίζει στην 1η παράγραφο ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις...

καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον" και στην 2η παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται: α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως (άρθρα 361 και 362 Π.Κ.) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου και ειδικότερα των εφημερίδων που προστατεύονται από το σύνταγμα και τους νόμους, έχουν και τα πρόσωπα που αμέσως συνδέονται με τη λειτουργία των άνω μέσων ενημερώσεως για τη δημοσίευση ειδήσεων και καταχώριση γεγονότων, ως και σχολίων σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο.

Έτσι, είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, συνοδευόμενα και από οξεία ακόμη κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται. Και στην περίπτωση όμως αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος, μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (σημ. δηλαδή ο εδώ αναιρεσείων) είναι καθηγητής μουσικής, διορισμένος στο Μαράσλειο Διδασκαλείο, και από το έτος 1998 ήταν Σχολικός Σύμβουλος ΠΕ μουσικής. Ο πρώτος των εναγομένων ... κατά το έτος 2001 ήταν Πρόεδρος της ΟΛΜΕ και ο δεύτερος ...

Ειδικός Γραμματέας της άνω Ομοσπονδίας. Με τις ιδιότητες του αυτές ήταν κατά νόμο ο πρώτος εκδότης και ο δεύτερος υπεύθυνος εκδόσεως του τριμηνιαίου συνδικαλιστικού πληροφοριακού Δελτίου της άνω Ομοσπονδίας. Κατά το μήνα Ιούλιο 2001 κοινοποιήθηκε στην ΟΛΜΕ έγγραφο, που έχει ημεροχρονολογία 17-7-2001, με φερόμενους αποστολείς του (και υπογραφόμενο επωνύμως από) δώδεκα (12) αναπληρωτές και ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς ...

μουσικής και αποδέκτες τον Υπουργό Παιδείας ... τον Υφυπουργό Παιδείας ... και το Γενικό Γραμματέα Υ Π . Ε . Π . Με το έγγραφο αυτό - καταγγελία οι φερόμενοι άνω ως συντάκτες του, διαμαρτύρονται προς τα πρόσωπα στα οποία απευθύνονται για παράνομη, αντισυναδελφική, αυταρχική και γενικά ανάρμοστή συμπεριφορά του ενάγοντος και συγκεκριμένα, ότι αυτός του απειλεί ότι δεν θα ξαναπροσβληθούν στα Μουσικά Σχολεία αν δεν εγγραφούν στην Ακαδημία Μουσικής και Χορού στη Φιλιππούπολη της Βουλγαρίας, καταβάλλοντος δίδακτρα 2.000.000 δραχμών ετησίώς, από τις οποίες μόνο 600.000 δραχμές καταβάλλονται στην Ακαδημία, υπονοώντας ότι τα υπόλοιπα περιέχονται στον ενάγοντα, ότι αυτός τους εκβιάζει να διακινούν μουσικά βιβλία βυζαντινής μουσικής που συγγράφει ο ίδιος και εκδίδονται από τον οίκο "...", του οποίου είναι μέτοχος, προκειμένου να πετύχουν πρόσληψη στα Μουσικά Σχολεία, ότι απειλούνται ότι θα απομακρύνονται από τις προσλήψεις ως καθηγητές, αν δεν διαθέσουν τα βιβλία του ενάγοντος, όπως άλλωστε στην πράξη απομακρύνονται και από τις τάξεις προετοιμασίας οι μαθητές που δεν αγοράζουν τα βιβλία αυτά και ότι ο ενάγων παρανόμως εισπράττει χρήματα από τη διάθεση των άνω βιβλίων, τα οποία θα έπρεπε να διατίθενται δωρεάν από το Υ Π.Ε.Π.Θ.

Οι φερόμενοι ως συντάκτες του άνω εγγράφου μόλις πληροφορήθηκαν την ύπαρξή του, δήλωσαν δημοσίως ότι, αυτό δεν προέρχεται από αυτούς, ότι το περιεχόμενό του είναι ψευδές και το έγγραφο είναι πλαστό. Ειδικότερα, οι φερόμενοι ως συντάκτες του, κατά μήνα Αύγουστο 2001 κοινοποίησαν στην ΟΛΜΕ τα από 2-8-2001 έγγραφά τους (επιστολές και αναφορές κατ' αγνώστων), με τα οποία δήλωσαν ότι το κείμενο της καταγγελίας δεν συντάχθηκε από αυτούς, είναι πλαστό και σκοπεύει να δημιουργήσει διχόνοια, να διαλύσει δηλαδή τα Μουσικά Σχολεία και ο κλάδος του να είναι σε διαμάχη.

Ενόψει των γεγονότων αυτών και, ανεξάρτητα από την άνω διάψευση, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΟΛΜΕ, χάρη της εύρυθμης λειτουργίας της εκπαιδεύσεως, όπως προς τούτο από το καταστατικό της είχε υποχρέωση, ασχολήθηκε με το άνω θέμα κατά τη συνεδρίασή του στις 2-10-2001 και αποφάσισε να σταλεί επιστολή στους αρμόδιους φορείς, το κείμενο της οποίας έχει ως εξής: "Αθήνα 2-10-2001.

Για τη λειτουργία της καλλιτεχνικής Επιτροπής του Υ.Π.Ε.Π.Θ. Προς τον Υπουργό Παιδείας, ..., τον Υφυπουργό Παιδείας, ..., το Γενικό Γραμματέα του Υ.Π.Ε.Π.Θ., .... Κύριοι Υπουργοί, κύριε Γενικέ. Στο Δ.Σ της Ο.Λ.Μ.Ε. κοινοποιήθηκε η καταγγελία 12 αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών Μουσικής που υπηρετούν στα Μουσικά σχολεία της Θεσσαλίας.

Η καταγγελία αυτή, που σας έχει αποσταλεί, από 17-7-2001, αφορά τη δράση του Χ σχολικού συμβούλου Μουσικής και του κ. ..., εκπαιδευτικού της Βυζαντινής Μουσικής στο Εκκλησιαστικό Λύκειο Νεάπολης Θεσσαλονίκης. Οι συνάδελφοι σας αναφέρουν ότι οι παραπάνω κύριοι τους απειλούν ότι "θα κάνετε αυτά που σας λέμε, γιατί έστω και ένας από εμάς να μείνει σας περιμένει το ίδιο αποτέλεσμα.

Δηλαδή, η απομάκρυνση από τα Μουσικά Σχολεία". Οι συνάδελφοι, επίσης, σας ζητούν να παρέμβετε ώστε να απαλλαγούν από τους εκβιασμούς, τις απειλές και την ανασφάλεια που δημιουργούν οι συμπεριφορές αυτών των μελών της Καλλιτεχνικής Επιτροπής. Κύριοι Υπουργοί, κύριε Γενικέ, επειδή όσα αναφέρονται στην παραπάνω καταγγελία είναι πολύ σοβαρά και επειδή είναι φανερό ότι τέτοιες πρακτικές δεν αρμόζουν σε στελέχη της εκπαίδευσης, θέλουμε να μας ενημερώσετε για τα συμπεράσματα που καταλήξατε από τη διερεύνηση των καταγγελλομένων και για τα μέτρα που θα λάβετε σε περίπτωση που αυτά είναι αληθή.

Σας επισυνάπτουμε την καταγγελία που μας κοινοποιήθηκε. Το Δ.Σ. της ΟΛΜΕ". Όπως δε γινόταν με κάθε απόφαση του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας τους, που ενδιέφερε το σύνολο των μελών της, καθώς και κάθε έγγραφό της που απευθυνόταν στο Υπουργείο Παιδείας, έτσι έγινε και με το άνω έγγραφο, το οποίο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 669/Σεπτέμβριος - Νοέμβριος 2001 του τριμηνιαίου άνω πληροφοριακού Δελτίου της Ο.Λ.Μ.Ε., το οποίο κυκλοφόρησε κατά μήνα Δεκέμβριο του αυτού έτους.

Από προσεκτική ανάγνωση του επίμαχου κειμένου του πιο πάνω εγγράφου, προκύπτει ότι η απόφαση του Δ.Σ. της Ο.Λ.Μ.Ε., μέλη του οποίου ήταν και οι εναγόμενοι, δεν περιείχε καμιά αναφορά, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αφού όχι μόνο δεν υιοθετούσαν το περιεχόμενο της άνω καταγγελίας, αλλά διατύπωναν επιξυλάξεις για τη βασιμότητα της, έχοντας υποχρέωση μάλιστα προς διαλεύκανση της υποθέσεως προς όφελος των μελών της Ομοσπονδίας τους, αλλά και προς όφελος του ενάγοντος μέλους της.

Πλέον δε αυτών, στη συνεδρίαση στις 20-12-2001 του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ, συζητήθηκε πάλι το θέμα της άνω καταγγελίας και των επιστολών των φερομένων ως υπογραψάντων το άνω έγγραφο, που διέψευδαν την προέλευση και υπογραφή του εγγράφου από αυτούς. Η πρόταση όμως για ανάκληση του άνω από 2-10-2001 εγγράφου, που είχε αποσταλεί στο Υπουργείο, απορρίφθηκε με την 28/22-12-2001 πράξη του Δ.Σ.

της Ο.Λ.Μ.Ε. στο οποίο συμμετείχαν και οι εναγόμενοι, διότι κρίθηκε ότι οι Ομοσπονδία δεν υιοθετεί τις καταγγελίες σε βάρος του μέλους της (ενάγοντος) αλλά και διότι σε ουδεμία ενέργεια είχε προβεί, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή και υπόληψη του τελευταίου. Αλλά, και από το κείμενό της, από μηνός Δεκεμβρίου 2001, επιστολής του ενάγοντος προς τον πρώτο των εναγομένων, προσφωνώντας αυτόν με τα φράση "Αγαπητέ ..." και κλείνοντας, επίσης με την φράση "Παρά ταύτα διατελώ μετά φιλικής υπολήψεως ευχόμενος, Χρόνια Πολλά", προκύπτει ότι γνώριζε το αποσταλέν στο Υπουργείο άνω έγγραφο και ότι αυτός δεν θεώρησε ότι προσβλήθηκε η προσωπικότητα του από τη σύνταξη του εγγράφου αυτού και την αποστολή του στους αρμόδιους φορείς.

Παρ' όλα αυτά, κατέθεσε σε βάρος των εναγομένων την από 7-3-2002 έγκληση του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, με βάση την οποία και, για το επίμαχο άνω από 2-10-2001 δημοσίευμα στο Δελτίο της ΟΛΜΕ, ασκήθηκε σε βάρος των εναγομένων ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση δια του Τύπου. Μετά τη διενέργεια προανακρίσεως, το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το 3924/2002 βούλευμά του, που επικυρώθηκε, με απόρριψη της, κατά αυτού εφέσεως του ήδη ενάγοντος, με το 2119/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αποφασίστηκε να μη γίνει κατά των ήδη εναγομένων κατηγορία για την άνω πράξη, ενώ κρίθηκε (με το πρώτο από αυτά), ότι δεν συντρέχει περίπτωση απλής δυσφημήσεως ούτε προέκυψε σκοπός εξυβρίσεως του εκκαλούντος ενάγοντος.

Κατόπιν αυτών, από τα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους προσκομιζόμενα και ως τεκμήρια εκτιμώμενα άνω βουλεύματα, σε συνδυασμό προς τα προαναφερόμενα λοιπά αποδεικτικά άμεσα, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, κατά τον χρόνο που δημοσίευσαν την πιο πάνω επιστολή του Δ.Σ. της Ο.Λ.Μ.Ε. στο πληροφοριακό Δελτίο της τελευταίας, τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας των γεγονότων της άνω σε βάρος του ενάγοντος καταγγελίας, τα οποία, κατ' ελάχιστο μέρος τους, είχαν περιληφθεί στη επιστολή αυτή.

Κατά συνέπεια, η πράξη τους δεν έχει το χαράκτηρα συκοφαντικής δυσφημήσεως του ενάγοντος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η δημοσίευση του πιο πάνω εγγράφου στο εκδιδόμενο με ευθύνη των εναγομένων άνω Δελτίο, έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους αντίστοιχα, ως Προέδρου και Ειδικού Γραμματέα της ΟΛΜΕ, που έχει σκοπό, κατά το καταστατικό, εκτός άλλων, την ηθική και επιστημονική εξύψωση των λειτουργών της, καθώς και την προάσπιση και προαγωγή των επαγγελματικών συμφερόντων του κλάδου, ενώ έχει καθήκον και υποχρέωση με το άνω πληροφοριακό Δελτίο της, να ενημερώνει τα ανά την Επικράτεια ευρισκόμενα μέλη της για τις ενέργειες του Δ.Σ.

αυτής, συμβάλλοντας έτσι στην εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας εκπαιδεύσεως. Είχε δε υποχρέωση να διαλευκανθεί προς το συμφέρον της τελευταίας, όπως και του ενάγοντος, η άνω σε βάρος του τελευταίου ανώνυμη πλέον καταγγελία, όπως και έγινε αυτό, αφού το Υ.Π.Ε.Π.Θ. με το από 10-9-2002 έγγραφό του προς τον ενάγοντα, που μετ' επικλήσεως από αυτόν προσκομίζεται, τον πληροφόρησε ότι η υπόθεση τίθεται στο Αρχείο, επειδή σύμφωνα με το πόρισμα της διενεργηθείσας προκαταρκτικής έρευνας, δεν προέκυψαν επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος του.

Έτσι, ανεξαρτήτως του ότι, με τη δημοσίευση στο εν λόγω Δελτίο του άνω εγγράφου, δεν υπήρχε σκοπός των εναγομένων να διαδώσουν για τον ενάγοντα γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του (ενάγοντος), δεν είχαν επίσης σκοπό να μειώσουν την τιμή και υπόληψη αυτού, με αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, αφού η ενέργειά τους αυτή, όπως προαναφέρθηκε, έγινε από δικαιολογημένο κατά τα άνω ενδιαφέρον.

Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή του σχετικού περί αυτού, κατ' ένσταση (ΠΚ 367), υποβληθέντος πρωτόδικα ισχυρισμού των εναγομένων, ως και κατ' ουσίαν βάσιμου, η στηριζόμενη στην αδικοπραξία βάση της αγωγής, είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα δε με όσα παραπάνω έχουν λεχθεί, δεν αποδείχθηκε επίσης πρόθεση των εναγομένων, με την άνω δημοσίευση, να πλήξουν την προσωπικότητα του ενάγοντος, υπό την έκφανση της τιμής και υπολήψεώς του.

Κατά συνέπεια και η βάση της αγωγής περί προσβολής της προσωπικότητάς του είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε κατά ένα μέρος ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή, έσφαλε στην κρίση του. Κατόπιν αυτών, αφού απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αντέφεση του ενάγοντος, με την οποία παραπονείται ότι κατ' εσφαλμένη κρίση έγινε δεκτή με την εκκαλούμενη, μόνο κατά ένα μέρος η αγωγή, κατά παραδοχή δε ως και κατ' ουσίαν βασίμων των, πρώτου έως και τετάρτου, λόγων της εφέσεως των εναγομένων, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, κρατηθεί δε στο Δικαστήριο αυτό και δικαστεί κατ' ουσίαν η υπόθεση (Κ.Πολ.Δ 535 § 1).

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή και ως προς τις δύο (2) βάσεις της ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με τις εκτεθείσες διαπιστώσεις του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με τους λόγους για τους οποίους απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ειδικότερα δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι δημοσίευσαν την επίμαχη δυσφημιστική για τον αναιρεσείοντα έγγραφή καταγγελία (τυπικώς επώνυμη, πράγματι δε ανώνυμη), χωρίς να υιοθετούν το περιεχόμενό της και χωρίς να έχουν γνώση της αναλήθειάς της ή σκοπό να εξυβρίσουν τον αναιρεσείοντα, κινούμενοι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους.

Ως εκ τούτου και δεδομένου ότι οι ανακρίβειες που σχετίζονται με τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου ως προς ορισμένα επιμέρους πραγματικά περιστατικά ανάγονται στην αξιολόγηση των αποδείξεων και αφορούν σε θέματα που δεν συνιστούν καθ' εαυτά "ζητήματα" υπό την εκτεθείσα έννοια, ο διαλαμβανόμενος στην αίτηση αναιρέσεως σχετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), με τον οποίον, καταλογίζεται έλλειψη νόμιμης βάσεως στην άνω απόφαση του Εφετείου, είναι αβάσιμος.

Αβάσιμος είναι επίσης ο αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζεται ότι υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προστατευτικές της προσωπικότητας διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 932 ΑΚ, 361, 362, 363, 367, ΠΚ και 1 ν.2243/1994.

Περαιτέρω, από την βεβαίωση του Εφετείου, ότι για τον σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψιν "και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται οι διάδικοι και προσκομίζουν", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αφενός μεν δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αυτό (Εφετείο) συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το έγγραφο (από 20.12.2001) πρακτικό του ΔΣ της ΟΛΜΕ) που είχε προσκομισθεί από τον αναιρεσείοντα και το οποίο φέρεται ως αγνοηθέν, αφετέρου δε δεν προκύπτει ότι έλαβε υπόψιν έγγραφο και δη πρακτικό του ΔΣ της ΟΛΜΕ από 2.10.2001, "του οποίου δεν έγινε νόμιμη επίκληση ούτε προσκομίσθηκε".

Επομένως είναι αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου αναιρετικοί λόγοι (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ). Τέλος, αβάσιμος είναι και ο αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ), με τον οποίον προσάπτεται στο Εφετείο ότι θεμελίωσε την απορριπτική της αγωγής κρίση του, κυρίως, σε έγγραφο και δη στην από Δεκεμβρίου 2001 επιστολή του αναιρεσείοντος προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, της οποίας το περιεχόμενο παραμόρφωσε.

Τούτο δε, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτιμώντας μαζί με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό και την επίμαχη επιστολή και όχι στηριζόμενο αποκλειστικώς ή προεχόντως στην επιστολή και στο νόημα που προσέδωσε σ' αυτήν. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-7-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 5300/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στα χίλια οχτακόσια(1800).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ