Supreme Court annuls lower court ruling for failing to specify debt details in legal notices as required by law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled a portion of the lower court's decision regarding a tax dispute between the Greek State and social security entities. The appellate court had declared certain legal notices inadmissible without specifying the exact nature and amount of debts, violating procedural requirements. The court ruled that while the notices contained sufficient data, the lower court erred by declaring them vague without justification, thus mandating a retrial on the specific issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 972(1) of the Code of Civil Procedure and Article 55(1) of the Code of Enforcement and Execution; The court must specify the nature and amount of debts in legal notices; failure to do so renders the notice inadmissible unless the content is sufficiently detailed to identify the debt without ambiguity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 613 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 613/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικού διάδοχος του αρχικά ανακόπτοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (Ο.Α.Ε.Ε.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Σακελλαροπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), ως καθολικού διάδοχος του αρχικά ανακόπτοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Σακελλαροπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17/2/2012 ανακοπές των υπό στοιχεία 1 και 2 ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 16/2/2012 ανακοπή της υπό στοιχείο 3 αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 209/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/8/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της τρίτης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 209/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία δέχθηκε τις εφέσεις των πρώτου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την υπ' αρθμ. 127/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, δέχθηκε εν μέρει τις ανακοπές τους και μεταρρυθμίζοντας τον υπ' αρθμ. …/2011 πίνακα κατατάξεως δανειστών της υπαλλήλου του πλειστηριασμού συμβολαιογράφου Πρεβέζης Μαγδαληνής Παππά, απέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται από την αναιρεσείουσα ΑΑΔΕ και κατέταξε το πρώτο και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του είχε απορρίψει τις ανακοπές των διαδίκων ως αβάσιμες. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ. 3 ΚΠολΔ), κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, ενώ κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των πρώτου και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων είναι απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει λόγους κατ' αυτών (ΑΠ 824/2013, ΑΠ 999/2012).
Από τις διατάξεις του άρθρου 972 αριθμ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το αναγγελτήριο πρέπει να περιέχει, εκτός από άλλα στοιχεία, την περιγραφή της απαιτήσεως του αναγγελομένου δανειστή, κατά τρόπο ώστε να παρέχεται η ευχέρεια στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο να προβεί στη σύγκριση και κατάταξη στον πίνακα, στους δε άλλους δανειστές και στον καθ' ου να αμυνθούν.
Περαιτέρω, από το άρθρο 61 παρ.1 του ΝΔ 356/1974 "Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΚΕΔΕ), που ορίζει ότι: "Το Δημόσιο κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου δια τας ληξιπροθέσμους απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ' αρθμ. 5 σειρά του άρθρου 975 ΚΠολΔ "Δια τας μη ληξιπροθέσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του, το Δημόσιο κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών...", καθώς και από το άρθρο 55 παρ. 1 του ΚΕΔΕ που ορίζει ότι "Ο Διευθυντής οιουδήποτε Δημοσίου Ταμείου λαβών γνώσιν, είτε εκ κοινοποιήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, είτε καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον, επισπευδομένου πλειστηριασμού, υποχρεούται να αναγγείλη το Δημόσιον διά τα βεβαιωμένα εις το Ταμείον του χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, δι' αναγγελίας κοινοποιουμένης μόνον εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδευομένης υπό πίνακος εμφαίνοντος τα ως άνω χρέη.
Ο πίναξ ούτος περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτου, το είδος, το ποσόν των χρεών, το οικονομικό έτος εις ο ανήκουν ως και την χρονολογίαν βεβαιώσεως τούτων, προς δε και μνείαν της δι' έκαστον των χρεών τούτων τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας" σαφώς προκύπτει, ότι για το ορισμένο των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, αρκεί να προσδιορίζονται αυτές με βάση τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αναγγελία τους, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 55 παρ.1 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 405/2020, ΑΠ 461/2018).
Για την πληρότητα δε της αναγγελίας, δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση της απαιτήσεως και του προνομίου, στο βαθμό που απαιτείται επί ανακοπής (άρθρα 216 παρ. 1 και 585 ΚΠολΔ) για τον αναγγελθέντα δικαιούχο της απαιτήσεως γιατί το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αιτήσεως για δικαστική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ, αφού αφενός μεν η αναγκαστική εκτέλεση είναι διαδικασία και όχι δίκη, αφετέρου δε με την αναγγελία, το δικόγραφο της οποίας απλώς επιδίδεται στον υπάλληλο (συμβολαιογράφο) του πλειστηριασμού, δεν γίνεται παράσταση ενώπιον δικαστικής αρχής, αλλά ανακοίνωση της σχετικής με την κατάταξή του βουλήσεως του αναγγελλόμενου δανειστή ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.
Αντίστοιχα, ο τελευταίος δεν αποτελεί δικαστική αρχή ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ενεργεί ως βοηθητικό όργανο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, συντάσσοντας εν τέλει τον πίνακα κατατάξεως των δανειστών, στους οποίους θα διανεμηθεί το πλειστηρίασμα, χωρίς όμως δεσμευτική διάγνωση των σχετικών απαιτήσεών τους, γι' αυτό και η κατάταξή τους υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με την προβλεπόμενη στο άρθρο 979 ΚΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα.
Κατά συνέπεια, για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης απαιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου αρκεί να εκτίθενται τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα τις απαιτήσεις του πραγματικά περιστατικά, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 55 παρ.1 του ΚΕΔΕ και μπορεί να συμπληρώνεται νομίμως από δημόσια έγγραφα που είναι κατατεθειμένα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και είναι προσιτά σε όλους (ΑΠ 563/2013, ΑΠ 545/2006).
Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, της ανακοπής ή της ενστάσεως, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ανακοπής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφο όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ανακοπής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Όμως στο δικόγραφο της αναγγελίας δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση της απαιτήσεως στο βαθμό που αυτή απαιτείται επί της αγωγής ή της ανακοπής (ΑΠ 563/2013, ΑΠ 546/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρθμ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ανακόπτουσα E.T.E., με την από 16-2-2012 (100/2012) ανακοπή της, ζήτησε τη μεταρρύθμιση του παραπάνω πίνακα κατάταξης, την αποβολή των τριών πρώτων των καθ* ων (Ελληνικού Δημοσίου, Ι.Κ.Α και ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία EFG EUROBANK ERGASIAS) και την κατάταξη της για το ποσόν των 185.053,59 ευρώ, στο οποίο κατετάγησαν οι ανωτέρω. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η υπάλληλος του πλειστηριασμού κατέταξε στην πρώτη και δεύτερη θέση προνομιακά και οριστικά το Ελληνικό Δημόσιο, καθότι η αναγγελία του τελευταίου είναι παντελώς αόριστη, Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος και αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμος. Συγκεκριμένα το πρώτο των καθ' ων οι ως άνω ένδικες ανακοπές, δια του εκπροσώπου του - προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Πρέβεζας, ανήγγειλε τις απαιτήσεις του κατά των καθ'ων η εκτέλεση, Α. Χ. και Μ. Β., με τις με αριθμό πρωτ. … και …./…-1-2011 αναγγελίες του για τα ποσά των 74.876,02 και 73.694 ευρώ, αντίστοιχα, οι οποίες συνοδεύτηκαν από τους από 26-1-2011 πίνακες χρεών και ζήτησε την προνομιακή του κατάταξη.
Πλην όμως, τόσο στα αναγγελτήρια όσο και στους ενσωματωμένους σε αυτά πίνακες χρεών, τα επί μέρους χρέη αναφέρονται με στοιχεία κωδικοποίησης έτσι ώστε καθίσταται ελλιπής n περιγραφή τους κατά την ιστορική και νομική αιτία τους. Συγκεκριμένα οι εν λόγω απαιτήσεις περιγράφονται ενδεικτικά ως εξής: ΕΙΣΟΔΗΜΑ Φ.Π., ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕΔ, ΕΙΣΟΔΗΜΑ - ΠΕΡΑΙΩΣΗ κλπ, ενώ παρατίθενται στη συνέχεια τα χρηματικά ποσά με τις προσαυξήσεις χωρίς να διευκρινίζεται τι σημαίνουν οι ανωτέρω κωδικοί.
Δεν αναφέρεται δηλαδή ούτε η ιστορική, ούτε η νομική αιτία για τη διεκδίκηση από το Ελληνικό Δημόσιο των οφειλομένων ποσών. Τέτοια ιστορική και νομική αιτία δεν συνιστά η αναφορά των στοιχείων της ταμειακής βεβαίωσης χωρίς καμία περαιτέρω εξειδίκευση. Στους ίδιους πίνακες δεν προσδιορίζεται ποιο από τα αναγραφόμενα ποσά αποτελεί κεφάλαιο, ποιο τόκους, ποιο προσαυξήσεις και ποιο λοιπά συνεισπραττόμενα, παρά μόνο αθροίζονται τα σχετικά ποσά στις αναγραφόμενες σχετικές ενδείξεις "κεφάλαιο - τόκοι" και "προσαυξήσεις - λοιπά".
Εξάλλου για τις εγγραφές με αύξοντες αριθμούς από 2 έως 7 στην …/2011 αναγγελία και το συνημμένο σε αυτήν πίνακα αναφέρεται η ιδιότητα της υποχρέου Μ. Β., ως διαχειριστή, πλην όμως δεν αναφέρονται στον πίνακα ή την αναγγελία τα στοιχεία του νομικού προσώπου, στο οποίο η παραπάνω οφειλέτης είχε την εν λόγω, ιδιότητα, όπως επίσης δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο συντρέχει περίπτωση ατομικής της ευθύνης, μια και το αναγραφόμενο δίπλα από τις ως άνω εγγραφές ΑΦΜ δεν αντιστοιχεί στο δικό της.
Με τον ίδιο τρόπο για τις εγγραφές με αύξοντες αριθμούς από 3 έως 8 στην …/2011 αναγγελία και το συνημμένο σε αυτήν πίνακα αναφέρεται η ιδιότητα της υποχρέου Α. Χ., ως διαχειριστή, πλην όμως δεν αναφέρονται στον πίνακα ή την αναγγελία τα στοιχεία του νομικού προσώπου, στο οποίο η παραπάνω οφειλέτης είχε την εν λόγω ιδιότητα, όπως επίσης δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο συντρέχει περίπτωση ατομικής της ευθύνης, μια και το αναγραφόμενο δίπλα από τις ως άνω εγγραφές ΑΦΜ δεν αντιστοιχεί στο δικό της.
Οι ανωτέρω ελλείψεις των προαναφερθεισών αναγγελιών και των συνημμένων σε αυτές πινάκων χρεών δεν παρέχουν τη δυνατότητα ελέγχου από το Δικαστήριο της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας των επί μέρους απαιτήσεων του αναγγελθέντος πρώτου των καθ'ων οι ανακοπές Ελληνικού Δημοσίου το οποίο ως εκ τούτου εσφαλμένα κατατάχθηκε στον προσβαλλόμενο πίνακα προνομιακά και οριστικά για το συνολικό ποσό των 148.570,02 ευρώ...." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση της τρίτης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ορισμένες τις αναγγελίες του Ελληνικού Δημοσίου και δικάζοντας την ανακοπή αυτής (τρίτης αναιρεσίβλητης), δέχθηκε αυτή εν μέρει και μεταρρυθμίζοντας τον προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως, απέβαλε αυτό και στη θέση του κατέταξε αυτή τυχαία για το ποσό των 128.371,44 ευρώ, σε μερική εξόφληση της απαιτήσεώς της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αρθμ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, καθόσον παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ.1ΚΠολΔ και 55 παρ.1 του ΚΕΔΕ και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα έκρινε αόριστες τις ένδικες αναγγελίες, παρόλο που ήταν πλήρως ορισμένες, αφού, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, διαλαμβάνονται σ' αυτές και τους συνοδεύοντες πίνακες χρεών όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ.1 ΚΠολΔ και 55 αρθμ.1 του ΚΕΔΕ στοιχεία και συγκεκριμένα τα ονοματεπώνυμα των οφειλετών, το είδος και το ποσό των χρεών κάθε αναγγελίας 74.876,02 και 73.694,00 ευρώ αντίστοιχα, η ημερομηνία βεβαιώσεως κάθε χρέους και το οικονομικό έτος στο οποίο αναγόταν.
Ειδικότερα, το είδος καθενός χρέους περιγράφεται μεν συντομογραφικά "εισόδημα ΦΠ, δάνεια ΚΑΧΚΕΕΔ, εισόδημα περαίωση, εισόδημα ΝΠ, δηλώσεις ΦΠΑ", κατά τρόπο όμως που δεν δημιουργεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το είδος αυτού. Επιπλέον εξειδίκευση δε της περιγραφής των αναγγελομένων απαιτήσεων στις αναγγελίες δεν απαιτείται, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν συνιστούν ούτε κατά τον ΚΠολΔ ούτε κατά τον ΚΕΔΕ κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση για παροχή δικαστικής προστασίας, ώστε να απαιτείται η εξειδίκευση της περιγραφής στο βαθμό που απαιτείται επί άλλου εισαγωγικού δίκης εγγράφου.
Κατ' ακολουθίαν, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καθιστά, πλέον, αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών αιτιάσεων, που προβάλλονται με τους λοιπούς λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθ. 8, 11γ,1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την έφεση της τρίτης αναιρεσίβλητης.
Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν, λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-8-2019 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται από την Ανεξάρτητη Αρχής Δημοσίων Εσόδων, κατά της υπ' αρθμ. 209/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτου και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων.
Aναιρεί την υπ' αριθμ. 209/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ