Supreme Court dismisses appeal hearing due to failure to legally summon a co-defendant in mandatory joint proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal hearing inadmissible against all parties because the appellant failed to prove legal service of summons to a co-defendant. The case involved a third-party objection to enforcement where two defendants were bound by mandatory joint proceedings, yet only one appeared while the other was absent. The court ruled that without proof of proper summons to the absent party, the hearing must be declared inadmissible under Article 576 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 and 936 of the Code of Civil Procedure; In mandatory joint proceedings, if a co-defendant is not legally summoned and does not appear, the hearing is declared inadmissible against all parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 613 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 613/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Φιλοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνα Ροΐδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Φ. συζύγου Ι. Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/9/1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 399/2005 μη οριστική και 139/2008 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/2/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 6/10/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής για τη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 660/2014, ΑΠ 1968/2013). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 62 ν.4139/2013, προκύπτει ότι, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, κάποιος απ' αυτούς, επί μεν απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση αυτής χωρεί νομίμως ως προς τους ομοδίκους που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομοτύπως, κηρυσσόμενης απαράδεκτης ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 404/2017, ΑΠ 643/2015, ΑΠ 1361/2013), επί δε αναγκαστικής (ομοδικίας) η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 1322/2014, ΑΠ 1507/2014).
Τέλος, αναγκαστική ομοδικία υπάρχει, όπως προκύπτει από το άρθρο 936 ΚΠολΔ, και επί ανακοπής τρίτου κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία πρέπει να απευθύνεται τόσο κατά του επισπεύδοντος όσο και του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, μεταξύ των οποίων υπάρχει δεσμός αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού μόνο από κοινού μπορούν να εναχθούν και δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων έναντι των ομοδίκων αυτών (ΑΠ 1697/2017, ΑΠ 1930/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της από 6-2-2008 αίτησης, για αναίρεση της 139/2008 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, προσδιορίσθηκε με επιμέλεια του νόμιμα παρισταμένου αναιρεσείοντος, αρχικά για τη δικάσιμο της 16-10-2017, οπότε και αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής. Κατά τη συζήτηση στη μετ' αναβολή ως άνω δικάσιμο, παραστάθηκαν νομίμως ο αναιρεσείων και η πρώτη των αναιρεσίβλητων, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ο επισπεύδων τη συζήτηση, που δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν προσκόμισε έκθεση επιδόσεως της αναίρεσης με τον ορισμό δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της αναίρεσης, προς απόδειξη της νομότυπης κλήτευσής της. Επιπλέον, η τελευταία δεν είχε παρασταθεί και κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο.
Ούτε από την πρώτη αναιρεσίβλητη προσκομίζεται απόδειξη κλητεύσεως της ομοδίκου της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει, συνεπώς, κλήτευση της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Επομένως, ενόψει του ότι πρόκειται για διαφορά από ανακοπή τρίτου κατά της επισπευδομένης από την πρώτη αναιρεσίβλητη αναγκαστικής εκτέλεσης σε ακίνητο της οφειλέτιδας δεύτερης αναιρεσίβλητης, οι οποίες συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους, την παρούσα συζήτηση επί της από 6-2-2008 αιτήσεως του Χ. Α. του Σ. για αναίρεση της 139/2008 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ