Legislator Case Law & Legislation
613/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against labor court decisions regarding fines and procedural inadmissibility.

Case Number 613/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two concurrent appeals filed by a company and an individual against a single-labor court judgment. The appellant company argued that the lower court erred in calculating the duration and total amount of the monetary fine imposed for procedural violations. The appellant individual contended that the second instance court incorrectly rejected his counter-appeal as inadmissible and failed to consider his substantive appeal arguments. The court ruled that the fine calculation was within the lower court's discretion and that the rejection of the counter-appeal was legally sound, thereby upholding the original decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 947, 559, 591 of the Code of Civil and Administrative Procedure; The Supreme Court dismisses appeals where the lower court correctly applied procedural rules regarding the inadmissibility of counter-appeals and the calculation of fines for procedural violations.

Keywords

AI generated
labor court procedure monetary fine calculation inadmissible counter-appeal procedural violation penalty appeal admissibility substantive appeal arguments costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 947(1)(a) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 591 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 176 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 183 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 31 of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1257/2011
Supreme Court Case 2/2001
Supreme Court Case 12/2000
Supreme Court Case 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 613 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 613 /2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2 ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μήλλα.

Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Γκούντα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-5-2011 και 31-8-2011 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 455/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 4-10-2017 και 18-9-2017 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους και την απόρριψη της αίτησης των αντιδίκων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 4 Οκτωβρίου 2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και η από 18 Σεπτεμβρίου 2017 αίτηση του Γ. Τ., αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 158/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, φερόμενες προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου κατά την ίδια δικάσιμο, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31, 246 και 573 ΚΠολΔ.

Ι.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ "... ΑΕ"

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 947 παρ. 1 εδαφ. α` ΚΠολΔ, όταν κρίνεται ότι ο οφειλέτης έχει νόμιμη ή δικαιοπρακτική υποχρέωση να παραλείπει ή να ανέχεται ορισμένη πράξη, το δικαστήριο, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα, απειλεί κατά του οφειλέτη και υπέρ του δανειστή χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση για την περίπτωση που ο οφειλέτης παραβεί την υποχρέωσή του αυτή.

Η ανωτέρω διάταξη, κατά το μέρος που προβλέπει ποινές, έχει χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον με αυτή θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία (ΑΠ 1257/2011). Η δικαστική βεβαίωση της παραβάσεως της παραπάνω αποφάσεως και η καταδίκη του οφειλέτη στις ποινές που απειλήθηκαν γίνεται σε δεύτερο στάδιο από το Μονομελές Πρωτοδικείο που δικάζει κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών και ήδη με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.

ΚπολΔ, μετά από άσκηση αγωγής του δανειστή, ο οποίος προηγουμένως ατελέσφορα επέδωσε επιταγή στον οφειλέτη να συμμορφωθεί προς το διατακτικό της πρώτης αποφάσεως. Αντικείμενο της δίκης για τη βεβαίωση της παραβάσεως δεν μπορούν να αποτελέσουν οι ισχυρισμοί που αμφισβητούν το ουσιαστικό δικαίωμα του δανειστή, δηλαδή τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες υποχρεώθηκε, ο οφειλέτης στην παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξεως, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί αντίκεινται προς το δεδικασμένο που πηγάζει από την πρώτη απόφαση, και επομένως είναι απαράδεκτοι.

Αντιθέτως παραδεκτά προτείνονται ισχυρισμοί καταλυτικοί της αγωγής στηριζόμενοι σε οψιγενή περιστατικά. Περαιτέρω, στην περίπτωση επανειλημμένων παραβάσεων αποφάσεων, που απειλεί χρηματική ποινή ως μέσο εξαναγκασμού του οφειλέτη για την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του για παράλειψη ή ανοχή πράξεως, το δικαστήριο, που βεβαιώνει τις παραβάσεις, καταδικάζει τον οφειλέτη σε ισάριθμες προς τις παραβάσεις χρηματικές ποινές, εκτός αν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 54/2012), οι παραβάσεις συνδέονται στενότερα μεταξύ τους, ώστε να σχηματίζουν φυσική ενότητα ενέργειας του παραβάτη κατά τρόπο εξωτερικά διαγνωστό και στους τρίτους.

Η εκτίμηση αυτή της συμπεριφοράς του οφειλέτη, αν δηλαδή αποτελεί μία ή περισσότερες παραβάσεις, δεν είναι αναγκαία όταν η απόφαση, που απείλησε τη χρηματική ποινή, οριοθέτησε χρονικώς τις πράξεις, με τις οποίες συνέδεσε την κατάπτωση της χρηματικής ποινής. Επίσης, η ενότητα της παραβάσεως διακόπτεται με την εκάστοτε άσκηση καταψηφιστικής αγωγής για την κατάπτωση των ποινών (ΑΠ 1148/2005).

Εν προκειμένω, το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Ο ενάγων άσκησε σε βάρος της εναγόμενης αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να παύσει να χρησιμοποιεί τη λέξη "…" με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε ... η 44/2009 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, με την οποία απαγορεύθηκε στην εναγόμενη να χρησιμοποιεί καθ' οιονδήποτε τρόπο (λεκτική ή εικαστική) ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησής της εντός των ορίων του Δήμου ….τη λέξη "…" ή "…." ή οποιοδήποτε συνδυασμό της λέξης "…" και απειλήθηκε σε βάρος της χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης του διατακτικού της απόφασης.

Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της 365/2010 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία απορρίφθηκε η κατ' αυτής ασκηθείσα από την εναγόμενη από 12-5-2009 έφεση. Ακριβές αντίγραφο της παραπάνω απόφασης από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο αυτής με την παρά πόδας από 22-3-2011 επιταγή προς συμμόρφωση ο ενάγων κοινοποίησε στην εναγόμενη στις 30-3-2011.

Ωστόσο η εναγόμενη δια των νομίμων εκπροσώπων της δεν συμμορφώθηκε, παραβιάζοντας από πρόθεση, επανειλημμένα το διατακτικό της παραπάνω δικαστικής απόφασης, αφού αυτή συμμορφώθηκε μόνο κατά ένα μέρος με αυτό, καθώς έπαυσε να χρησιμοποιεί τις παραπάνω λέξεις μόνο στις πινακίδες του καταστήματος της επί της οδού ...

στην πόλη των …, ενώ συνέχισε να χρησιμοποιεί αυτό σε άλλα σημεία και αντικείμενα της επιχείρησής της. Ειδικότερα η εναγόμενη, μολονότι γνώριζε την παραπάνω απαγόρευση, δια των νομίμων εκπροσώπων της παραβίασε το διατακτικό της εν λόγω απόφασης, καθώς, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα ήτοι από την επομένη της κοινοποίησης αντιγράφου της ως άνω απόφασης στις 31-3-2011 μέχρι την 31-8-2011, συνέχισε να χρησιμοποιεί τις λέξεις "…" στους τιμοκαταλόγους της, τόσο σε αυτούς που διαθέτει εντός του καταστήματος της, όσο και σε αυτούς που διανέμει έξω από αυτό, καθώς και στα υλικά συσκευασίας των προϊόντων της, όπως σακούλες και περιτυλίγματα και στα χάρτινα καλύμματα των τραπεζιών και στις ενδυμασίες των υπαλλήλων της.

Επίσης τις λέξεις "..." χρησιμοποιούσαν οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγόμενης απαντώντας στις τηλεφωνικές κλήσεις των καταναλωτών στους αριθμούς που βρισκόταν στους τιμοκαταλόγους και τα διαφημιστικά φυλλάδια της εναγόμενης, στα πλαίσια της κατ' οίκον διανομή των προϊόντων της.... Επομένως έλαβαν χώρα πολλαπλές παραβάσεις της 44/2009 απόφασης εκ μέρους της εναγόμενης και συγκεκριμένα τόσες παραβάσεις όσες και οι ημέρες που έκαμε χρήση της επίμαχης λέξης, και όχι μία (παράβαση), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη, δοθέντος ότι με την παραπάνω (44/2009) απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων οριοθετήθηκαν χρονικά οι πράξεις με τις οποίες συνδέθηκε η κατάπτωση της χρηματικής ποινής και συγκεκριμένα διατάχθηκε η απειλή της χρηματικής ποινής των τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης του διατακτικού της απόφασης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε από ουσιαστική άποψη την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασής του, αφού συνεκδίκασε τις δύο αγωγές του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, η πρώτη από τις οποίες αφορούσε παραβάσεις του διαστήματος από 31-3-2011 έως 11-5-2011 και η δεύτερη του επόμενου διαστήματος από 12-55-2011 έως 31-8-2011, βεβαίωσε τις μερικότερες παραβάσεις του ως άνω διαστήματος και καταδίκασε την αναιρεσίβλητη σε τόσες χρηματικές ποινές όσες και οι μερικότερες, ανά ημέρα, παραβάσεις.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, αφενός ορθά εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, καταδικάζοντας την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα σε τόσες χρηματικές ποινές όσες ήταν και οι μερικότερες, ανά ημέρα, παραβάσεις της αποφάσεως (χωρίς να συντρέχει ανάγκη να ερευνήσει αν οι επί μέρους παραβάσεις συνδέονται στενότερα μεταξύ τους, ώστε να σχηματίζουν φυσική ενότητα ενέργειας) και αφετέρου περιέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ίδιας διατάξεως, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολόγηση του ότι οι περισσότερες ένδικες παραβάσεις σχηματίζουν ή δεν σχηματίζουν φυσική ενότητα ενέργειας, δεδομένου ότι με την παραπάνω απόφαση οριοθετήθηκαν επακριβώς από απόψεως χρόνου (και δή ανά ημέρα) οι μερικότερες πράξεις, με τις οποίες το δικαστήριο συνέδεσε την κατάπτωση της χρηματικής ποινής.

Επιπρόσθετα, η ενότητα των παραβάσεων διακόπηκε με την εκάστοτε άσκηση κάθε μίας από τις δύο αυτοτελείς καταψηφιστικές αγωγές για την κατάπτωση των ποινών.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κυρίως από τον αριθμό 1 και επικουρικά από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.

Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος, που επικαλείται. Όταν λοιπόν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς, σε περισσότερες από μία επάλληλες, κύριες και επικουρικές, αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία απ' αυτές, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλουν τις λοιπές, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές (Ολομ ΑΠ 25/2003, 25/1994).

Εν προκειμένω, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε με το εφετήριο στο Εφετείο την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά με τις ένδικες αγωγές το δικαίωμά του για έμμεση εκτέλεση, για το λόγο ότι, ενώ υπάρχει και άλλο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος στην πόλη των ….

που χρησιμοποιεί στο διακριτικό του τίτλο τη λέξη "…", και συγκεκριμένα τον τίτλο "...", ο ενάγων το ανέχεται και δεν στράφηκε εναντίον του ιδιοκτήτη του, σε αντίθεση με αυτό που έκαμε με την ίδια (εναγόμενη), επιχειρώντας με τον τρόπο αυτό να πλουτίσει σε βάρος της. Επί του λόγου αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ισχυρισμός αυτός της εναγόμενης ...

είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και αν ακόμη υποτεθούν αληθινά δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος κατ' άρθρο 281 ΑΚ. Άλλωστε ο ισχυρισμός αυτός της εναγόμενης τείνει κυρίως στην αμφισβήτηση των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες αυτή υποχρεώθηκε στην προαναφερόμενη παράλειψη, ο οποίος (ισχυρισμός) δεν μπορεί να προταθεί στην παρούσα δίκη για την διάγνωση της παραβάσεως".

Επομένως, το Εφετείο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση κυρίως ως μη νόμιμη και επικουρικά ως απαράδεκτη, με τη σκέψη ότι έπρεπε να είχε προταθεί κατά την πρώτη δίκη που απειλήθηκαν οι ποινές, αφού κατά τα προαναφερόμενα αντικείμενο της δίκης για τη βεβαίωση της παραβάσεως δεν μπορούν να αποτελέσουν οι ισχυρισμοί που αμφισβητούν το ουσιαστικό δικαίωμα του δανειστή, δηλαδή τις προϋποθέσεις, κάτω από τις οποίες υποχρεώθηκε, ο οφειλέτης στην παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξεως, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί αντίκεινται προς το δεδικασμένο, που πηγάζει από την πρώτη απόφαση, και επομένως είναι απαράδεκτοι.

Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεώς της από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κρίνοντας έτσι με την κύρια αιτιολογία της, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ διότι με βάση τα ιστορούμενα η ένσταση ήταν νόμιμη. Ουδόλως, όμως, προσβάλλει και την επικουρική αιτιολογία, στην οποία επίσης το Εφετείο στήριξε το διατακτικό του, δηλαδή ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως μη δυνάμενος να προταθεί στη δίκη της βεβαιώσεως της παράβασης.

Σύμφωνα λοιπόν και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΙΙ.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ Γ. Τ.

Σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ.1 του ΚΠολΔ, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ) η αντέφεση μπορούσε να ασκηθεί και με τις προτάσεις. Η διάταξη αυτή καταργήθηκε σιωπηρά από 1-1-2016 με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 με το οποίο αντικαταστάθηκε το τέταρτο βιβλίο του ΚΠολΔ που περιείχε τα άρθρα 591 έως 681Δ και περιέχει πλέον τα άρθρα 591 έως 645.

Κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 4335/2015, οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 του ΚΠολΔ εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ.1 εδ. ζ ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν.4335/2015, η αντέφεση στις ειδικές διαδικασίες ασκείται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από αυτό, επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

Από άποψη διαχρονικού δικαίου, κατά την κρατούσα στη θεωρία και νομολογία άποψη (ΑΠ 429/1977 ΝοΒ 26.30), γίνεται δεκτό ότι κατ' εφαρμογή των άρθρων 24 παρ. 1 εδ. β και 12 ΕισΝΚΠολΔ ο τρόπος άσκησης της αντέφεσης διέπεται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο ενέργειας της εν λόγω διαδικαστικής πράξης και όχι από το δίκαιο που καταλαμβάνει την κύρια έφεση, διότι η αντέφεση δεν είναι ένδικο μέσο, αλλά ιδιόμορφο ένδικο βοήθημα άμυνας του εφεσίβλητου, που παρέχει περιορισμένης έκτασης αντεπίθεση αυτού κατά του εκκαλούντος για τα κεφάλαια που μεταβιβάστηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεση και τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα.

Επομένως, σε οποιαδήποτε ειδική διαδικασία, ακόμη και επί κύριας εφέσεως που ασκήθηκε μέχρι την 31.12.2015, η αντέφεση μετά την 1.1.2016 ασκείται νομότυπα μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από αυτό, επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, κατά τις νέες επιταγές του άρθρο 591 παρ.1 περ.

ζ ΚπολΔ (ΑΠ 1156/2018 για το ανάλογο θέμα των πρόσθετων λόγων εφέσεως).

Εν προκειμένω, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ενόψει της εφέσεως που η αναιρεσίβλητη είχε ασκήσει κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία αυτού την 18-1-2017 (ημέρα συζήτησης της έφεσης), άσκησε αντέφεση, διατυπώνοντας την αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε στην κρίση του αναφορικά με το χρονικό διάστημα για το οποίο επέβαλε στην εναγόμενη χρηματική ποινή και συνακόλουθα ως προς το συνολικό ποσό της χρηματικής ποινής που της επιδίκασε. Το Εφετείο ορθά απέρριψε την αντέφεση ως απαράδεκτη γιατί ασκήθηκε με τις προτάσεις και επομένως δεν τηρήθηκε η διαγραφόμενη στο νέο άρθρο 591 ΚΠολΔ έγγραφη προδικασία της άσκησής της και ειδικότερα γιατί δεν ασκήθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε προ οκτώ (8) τουλάχιστον ημερών από την ημερομηνία συζήτησης της έφεσης. Επομένως, το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων με τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚπολΔ πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι αβάσιμος.

O αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, εφόσον διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολομ ΑΠ 2/2001 και 12/2000). Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. "Πράγμα" επομένως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ ΑΠ 11/1996). Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση ή την αντέφεση με την οποία προβάλλεται ο λόγος αυτός ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, αφού δεν υπήρξε παραδεκτή πρόταση του πράγματος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος που προβάλλει ο αναιρεσείων από τον αριθμό 8 του άρθρου 559, επικαλούμενος ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την αντέφεσή του ως απαράδεκτη, παρέλειψε να λάβει υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του, είναι απαράδεκτος, αφού σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, για τη μη λήψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚπολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ α) την από 4 Οκτωβρίου 2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και β) την από 18 Σεπτεμβρίου 2017 αίτηση του Γ. Τ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 158/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.-

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ" τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και στον αναιρεσείοντα Γ. Τ. τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων, για την άσκηση των ένδικων αιτήσεων αναιρέσεως, παραβόλων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ