Legislator Case Law & Legislation
613/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional grounds, finding facts support Greek law application over Austrian law.

Case Number 613/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Second Instance Court's decision regarding the applicable law for a labor dispute. The appellant argued that Austrian law should apply, but the court found the facts demonstrated a stronger connection to Greece, including the location of the contract drafting and the employee's residence. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied Greek labor law and rejected the appeal as baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2, 3, 59, 60 of Regulation (EC) No 44/2001; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: When a contract is drafted in a foreign country but the employee resides and works in Greece, Greek law applies and the appeal challenging the choice of law is inadmissible.

Keywords

AI generated
Regulation 44/2001 applicable law labor dispute choice of law jurisdictional appeal employee residence contract drafting location

Cited Legislation

AI generated
Article 3 of the Code of Civil Procedure
Regulation (EC) No 44/2001
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 8/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 613 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 613/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (... Ε.Ε.), που εδρεύει στο ... της Αυστρίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Βαλτούδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καρταλτζή, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. και ο οποίος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Γάτσιου είχε προκαταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36606/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1759/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 12/5/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 14/1/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 αυτού εξαιρέσεις περί των οποίων δεν πρόκειται, στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι καθιερώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την Ελληνική πολιτεία με κάποιο στοιχείο, που θεμελιώνει δωσιδικία και δη αρμοδιότητα κάποιου Ελληνικού Δικαστηρίου (ΑΠ 8/2015).

Περαιτέρω, από 1 Μαρτίου 2002 άρχισε να ισχύει ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου "για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", ο οποίος, κατά το άρθρο 76 της τότε ισχύουσας Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος - μέλος.

Ο εν λόγω Κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που ασκούνται κ.λπ. μετά την έναρξη της ισχύος του (άρθ. 66 παρ. 1 αυτού), αντικατέστησε δε την από 27-9-1968 Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών που είχε κυρωθεί με το Ν. 1814/1988, όπως αυτή τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε στην συνέχεια με μεταγενέστερες Συμβάσεις που κυρώθηκαν με το Ν. 2004/1992.

Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 59 και 60 παρ. 1 του Κανονισμού αυτού συνάγεται ότι καθιερώνεται ως βάση της διεθνούς δικαιοδοσίας η κατοικία του εναγομένου και επί νομικών προσώπων ο τόπος της καταστατικής έδρας τους ή της κεντρικής διοίκησης ή της κύριας εγκατάστασης (ουσιαστικά όμοιες ρυθμίσεις περιλαμβάνονταν και στην ως άνω Σύμβαση των Βρυξελλών).

Παράλληλα όμως θεσπίζονται κατά το άρθρο 3 παρ.1 αυτού, κατά τρόπο περιοριστικό, και ειδικές (συντρέχουσες) δικαιοδοσίες. Έτσι, σύμφωνα με το άρθ. 5 παρ. 1α του Κανονισμού πρόσωπο που έχει την κατοικία του (και επί νομικού προσώπου την έδρα του κ.λπ.) στο έδαφος κράτους - μέλους, μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος - μέλος ως προς διαφορές από σύμβαση, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή (ίδια και η ρύθμιση του άρθ. 5 σημ. 1 της Σύμβασης των Βρυξελλών).

Ειδικά επί διαφορών από ατομικές συμβάσεις εργασίας, με το άρθ. 19 παρ. 1 και 2 του Κανονισμού ορίζεται ότι εργοδότης που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους - μέλους μπορεί να εναχθεί (1) ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους - μέλους, όπου έχει την κατοικία του ή (2) σε άλλο κράτος - μέλος (α) ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου, όπου ο εργαζόμενος συνήθως εκτελεί την εργασία του ή των δικαστηρίων του τελευταίου τόπου, όπου συνήθως εκτελούσε την εργασία του ή (β) αν ο εργαζόμενος δεν εκτελεί ή δεν εκτελούσε συνήθως την εργασία του στην ίδια πάντα χώρα, ενώπιον των δικαστηρίων στην περιφέρεια του οποίου είναι ή ήταν εγκατεστημένη η επιχείρηση που τον προσέλαβε (έτσι και άρθρο 5 σημ. 1 της Σύμβασης των Βρυξελλών).

Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η προστασία του αδύναμου διαδίκου, όπως είναι ο εργαζόμενος, με την παροχή σε αυτόν ευνοϊκότερων για τα συμφέροντά του κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας (σκέψη 13 του προοιμίου του Κανονισμού). Επομένως, εφόσον τα συμβληθέντα σε σύμβαση μέρη έχουν τη κατοικία ή την έδρα τους σε διαφορετικά κράτη - μέλη, τα Ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία προς επίλυση των από τη πιο πάνω σύμβαση αναφυομένων διαφορών (πέραν της γενικής περίπτωσης κατά την οποία συντρέχει η γενική δωσιδικία της κατοικίας ή έδρας του εναγομένου στην ημεδαπή) και όταν κατά το διέπον τη σύμβαση δίκαιο ο τόπος εκπλήρωσης της παροχής βρίσκεται στην ημεδαπή, ειδικά δε επί των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, όταν βρίσκεται στην ημεδαπή ο τόπος που ο εργαζόμενος εκτελεί ή εκτελούσε συνήθως την εργασία του, δηλαδή ο τόπος που αυτός έχει εγκαταστήσει το πραγματικό κέντρο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του (σχετ.

ΑΠ 51/2003 με βάση τις παρόμοιες ρυθμίσεις της Σύμβασης των Βρυξελλών), χωρίς για την ίδρυση της εν λόγω διεθνούς δικαιοδοσίας να απαιτείται η παροχή της εργασίας να λαμβάνει χώρα αποκλειστικά στην ημεδαπή, όπως συνάγεται από τη χρήση του όρου "συνήθως". Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων υπάρχει (εκτός από την περίπτωση, κατά την οποία τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης που κατά νόμο ανήκει στην δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, άρθ. 1 και 2 ΚΠολΔ) και όταν για την εκδίκαση της διαφοράς δεν υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων (ΑΠ 954/2014).

Κατά το άρθρο 25 του ΑΚ οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται προεχόντως από το δίκαιο της πολιτείας στο οποίο τα μέρη έχουν υποβληθεί και δευτερευόντως, δηλαδή αν δεν υπάρχει σχετική περί τούτου συμφωνία, από εκείνο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αν δεν ορίσθηκε από τους συμβαλλομένους το δίκαιο που θα ρυθμίζει την ενοχή από τη σύμβαση, κατά την περί τούτου αναγομένη σε πράγματα και ως εκ τούτου ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από όλες τις προτεινόμενες από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενες ειδικές συνθήκες.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση, υπόκειται με βάση τα υπ’ αυτού ανελέγκτως γενόμενα δεκτά περιστατικά, σε αναιρετικό έλεγχο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 954/2014, ΑΠ 906/2004). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 2, 3 έως 6 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, που κυρώθηκε με το Ν. 1792/1988 (ΦΕΚ Α 142) και ισχύει ως εσωτερικό δίκαιο από 1-4-1991, έχει δε υπερνομοθετική (άρθρο 28 του Σ.) και οικουμενική ισχύ (άρθ. 1 παρ. 1, 2, 3, 4, 8 του Κανονισμού ΕΟΚ 593/2008), η ενοχική σύμβαση διέπεται κατ’ αρχήν από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη (άρθρ. 3 παρ 1 - 4).

Με την παρ.1 του άρθρου 3 θεσπίζεται η ελευθερία επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου, η οποία μάλιστα κατά την εν λόγω διάταξη πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης. Με την επιλογή οι συμβαλλόμενοι μπορούν να ορίσουν το εφαρμoστέo δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος μόνο της σύμβασής τους.

Η αρχή αυτή συμπληρώνεται από την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, η οποία επιτρέπει την τροποποίηση και τον μετασυμβατικό καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, ως και από την παρ. 3 του ίδιου άρθρου που αφορά την έκταση της επιλογής. Στο μέτρο που το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο δεν έχει επιλεγεί με συμφωνία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα (άρθρ. 4 παρ. 1).

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της άνω Διεθνούς Σύμβασης που αφορά την ατομική σύμβαση εργασίας ορίσθηκε ότι: "Παρά τις διατάξεις του άρθρου 3, στη σύμβαση εργασίας η επιλογή από τους συμβαλλομένους του εφαρμοστέου δικαίου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει τον εργαζόμενο από την προστασία που του εξασφαλίζουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του δικαίου που θα ήταν εφαρμοστέο σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου σε περίπτωση που δεν είχε γίνει επιλογή (παρ. 1).

Παρά τις διατάξεις του άρθρου 4 και εφόσον δεν έχει γίνει επιλογή σύμφωνα με το άρθρο 3, η σύμβαση εργασίας διέπεται: α) από το δίκαιο της χώρας όπου ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης, ακόμη και αν έχει εγκατασταθεί προσωρινά σε άλλη χώρα ή β) αν ο εργαζόμενος δεν παρέχει συνήθως την εργασία του σε μία μόνο χώρα, από το δίκαιο της χώρας όπου βρίσκεται η εγκατάσταση που τον προσέλαβε, εκτός αν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα οπότε εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της άλλης χώρας (παρ.2)".

Η τελευταία επιφύλαξη αφορά τόσο στην περίπτωση β’ όσο και στην περίπτωση α’ της παρ. 2 του άρθρου 6. Διότι ο σκοπός των διατάξεων αυτών δεν ήταν ο αποκλεισμός της εφαρμογής του άρθρου 4 ολοσχερώς, αλλά μόνο η απόκλιση από τα προβλεπόμενα στις παρ. 2 - 4 του άρθρου αυτού τεκμήρια ως προς την ύπαρξη του στενότερου συνδέσμου της σύμβασης εργασίας με ορισμένη χώρα, με το διαφορετικό προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου στην περίπτωση που δεν συνάγεται στενότερος σύνδεσμος της εργασιακής σύμβασης με άλλη χώρα (ΑΠ 906/2004).

Τέλος ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας",ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999.).Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση

του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αυστριακή ετερόρρυθμη εταιρεία με έδρα τη πόλη ... της Αυστρίας, έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της τις διεθνείς μεταφορές σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα, απασχολώντας προς τούτο έλληνες οδηγούς, οι οποίοι εκτελούν εθνικές (εντός Ελλάδας) μεταφορές, αλλά και διεθνείς μεταφορές σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, ότι αυτή προσέλαβε δια του εκπροσωπούντος αυτήν υπαλλήλου της Β.

Ν. στο γραφείο που διατηρούσε στην βιομηχανική περιοχή της Σίνδου Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκεται και η μάνδρα των φορτηγών αυτοκινήτων της που πραγματοποιούν τα δρομολόγια, τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, κάτοχο νόμιμης επαγγελματικής άδειας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε την 12-11-2004 μεταξύ των διαδίκων προκειμένου, κατά την συμφωνία τους, να εργασθεί ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων ιδιοκτησίας αυτής, καταχωρημένων στην Αυστρία, προς εκτέλεση των δρομολογίων που θα του ανέθετε, αντί μηνιαίου μισθού 1.200 ευρώ, ότι κατά την πρόσληψη του ενάγοντος συμφωνήθηκε να εργάζεται υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, από Δευτέρα έως Παρασκευή, και επί 8ωρο ημερησίως από ώρας 06.00πμ έως 14.00 μμ, ότι έκτοτε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του με τόπο παροχής της εργασίας του τη ..., που ήταν ο τόπος εκκίνησης και λήξης της απασχόλησής του, ότι αυτός καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του μέχρι τις 16.12.2009, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση, εκτελούσε δρομολόγια κυρίως εντός της ελληνικής επικράτειας (Αθήνα, Θήβα και άλλες πόλεις), αλλά και στην Τουρκία (Κωνσταντινούπολη) και για μικρό χρονικό διάστημα και στη Ρουμανία, ενώ στην Αυστρία μετέβαινε στην έδρα της εναγομένης ανά εξάμηνο περίπου, όπως και οι άλλοι οδηγοί, μόνο για τη τακτική συντήρηση των φορτηγών αυτοκινήτων που οδηγούσαν, την οποία πραγματοποιούσαν εξειδικευμένα προς τούτο συνεργεία και ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αυτός λάμβανε τις σχετικές οδηγίες για την εκτέλεση της εργασίας του από τους εκάστοτε υπευθύνους του γραφείου της εναγομένης στη ..., αρχικά από τον Β.

Ν. και από τον Φεβρουάριο του 2006 από τον Α. Δ., οι οποίοι για λογαριασμό της εναγομένης εταιρείας ασκούσαν και το διευθυντικό της δικαίωμα. Σε άλλο δε σημείο της η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει επίσης ότι επειδή η εναγομένη ήταν ο βασικός μεταφορέας της γερμανικής εταιρείας "...", που εκμεταλλεύεται super - markets στην Ελλάδα, τα δρομολόγια πραγματοποιούνταν κυρίως από τη Σίνδο, όπου ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος φόρτωνε εμπορευματοκιβώτια από τη μάνδρα της εναγομένης, προς τις περιοχές όπου η παραπάνω γερμανική εταιρεία διατηρεί τις κεντρικές αποθήκες της στην Ελλάδα, οι οποίες βρίσκονται στη Πάτρα, στη Θήβα, στα Τρίκαλα κλπ και κατόπιν επέστρεφε στη Σίνδο και ότι επίσης αυτός πραγματοποιούσε κατά τον ίδιο τρόπο 6 - 7 δρομολόγια το μήνα και στη Κωνσταντινούπολη ή τη Ρουμανία.

Επίσης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση ρητής συμφωνίας, έστω και προφορικής, μεταξύ των διαδίκων, ότι η εργασιακή τους σχέση θα διέπεται από το αυστριακό δίκαιο, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων προσελήφθη από τον εκπρόσωπο της εναγομένης στη ..., χωρίς να υπογραφεί σύμβαση και χωρίς να μεταβεί αυτός στην έδρα της εταιρείας.

Στη συνέχεια με το σκεπτικό ότι, ανεξάρτητα από τον τόπο κατάρτισης της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και την έδρα της απασχόλησής αυτού που ήταν η Σίνδος Θεσσαλονίκης, η οποία είχε ορισθεί ως αφετηρία και τερματισμός της εργασίας του, τόπος εκπλήρωσης της παροχής του, ήτοι της προσφοράς της εργασίας του, ήταν η Ελλάδα, όπου ο ενάγων εκτελούσε το μεγαλύτερο μέρος των δρομολογίων ή από όπου εκκινούσε ενίοτε τα δρομολόγια προς Κωνσταντινούπολη ή Ρουμανία, επιπροσθέτως δε καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του, εντολές ως προς την εκτέλεση της εργασίας του (ανάθεση δρομολογίων, καθορισμός ωραρίου εργασίας, έλεγχος ακριβούς εκτέλεσης αυτής και γενικότερα άσκηση διευθυντικού δικαιώματος) αυτός λάμβανε από τον εκάστοτε υπεύθυνο της εναγομένης στη Σίνδο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικυρώνοντας στο σημείο αυτό την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ότι ιδρύεται αρμοδιότητα και συνακόλουθα διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών και όχι των αυστριακών δικαστηρίων και απέρριψε τον περί ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας σχετικό λόγο έφεσης της εκκαλούσας -εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας αλλοδαπής εταιρείας.

Επίσης με το σκεπτικό ότι με βάση τα ήδη προεκτεθέντα, η ένδικη εργασιακή σχέση έχει εντονότερα συνδετικά στοιχεία με την Ελλάδα και όχι με την Αυστρία, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο ενάγων ήταν ασφαλισμένος στον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα της αναιρεσείουσας στην Αυστρία και η πληρωμή του μισθού του γινόταν μέσω ημεδαπού τραπεζικού λογαριασμού από την Αυστρία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι αυτή διέπεται από το ελληνικό εργατικό δίκαιο, που είναι το δίκαιο το οποίο αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών, το οποίο στη συνέχεια εφάρμοσε, απορρίπτοντας, όπως και η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έτερο λόγο έφεσης της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας αλλοδαπής εταιρείας, περί εφαρμογής του αυστριακού δικαίου.

Με τη κρίση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και στη συνέχεια εφάρμοσε α) τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 παρ.1, 3 παρ.1, 60 παρ.1, 5 παρ.1 α και 19 παρ.2 του Κανονισμού 44/2001 και επομένως ο περί του αντιθέτου εκ του αριθμού 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων και περί ιδρύσεως δικαιοδοσίας των αυστριακών δικαστηρίων, όπου η έδρα της αναιρεσείουσας εταιρείας, είναι αβάσιμος και β) τις διατάξεις των άρθρων 25 του ΑΚ και 2, 3, 4 και 6 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης, που κυρώθηκε με το Ν. 1814/1988 και επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης περί συνδρομής περίπτωσης εφαρμογής του αυστριακού δικαίου στην ένδικη εργατική διαφορά είναι αβάσιμος.

Ούτε ήταν αναγκαία η περαιτέρω αιτιολόγηση της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας με αναφορά στους λόγους για τους οποίους δεν δέχθηκε ότι μεταξύ των συμβαλλομένων μερών καταρτίσθηκε συμφωνία με αντικείμενο την υπαγωγή της ένδικης εργασιακής σχέσης στο αυστριακό δίκαιο, αφού το περί τούτου αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς στην προσβαλλομένη απόφαση και συνακόλουθα είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης.

Σε κάθε περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει αιτιολογία του λόγου για τον οποίο δεν αποδείχθηκε κατ’ αυτήν η κατάρτιση ρητής συμφωνίας, έστω και προφορικής, μεταξύ των μερών περί εφαρμογής του αυστριακού δικαίου με τη μνεία "...δεδομένου μάλιστα ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων προσελήφθη από τον εκπρόσωπο της εναγομένης στη ..., χωρίς να υπογραφεί σύμβαση και χωρίς να μεταβεί αυτός στην έδρα της εταιρείας" (βλ.

σελ.21 αυτής). Οι ίδιοι δε ως άνω λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος τους με το οποίο πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσία της υπόθεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξ άλλου, για την εφαρμογή των διατάξεων του εργατικού δικαίου, ως εξαρτημένη εργασία νοείται, κατά κανόνα, η παροχή της πνευματικής ή σωματικής δραστηριότητας του εργαζόμενου, που αναπτύσσεται υπό τον έλεγχο του εργοδότη και αποβλέπει στην επίτευξη ενός οικονομικού αποτελέσματος. Ωστόσο, υπάρχει παροχή εξαρτημένης εργασίας και όταν απλώς δεσμεύεται η ελευθερία του εργαζόμενου, με την ανάληψη της υποχρέωσης να παραμένει σε ετοιμότητα προς παροχή της εργασίας του, όταν αυτή απαιτηθεί από τον εργοδότη.

Ειδικότερα, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 του Ν. 3755/1957, 1 του Ν. 1876/1990 και 2 στοιχ. 1 του Π.Δ/τος 88/1999 (ΦΕΚ Α 94) με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η με αριθμό 93/104 οδηγία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας "Σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας", ως προς το ζήτημα της ετοιμότητας προς εργασία, γίνονται οι εξής δύο βασικές διακρίσεις.

Στην πρώτη περίπτωση, ο εργαζόμενος οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής, από όπου, πάντως, μόλις κληθεί, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσέλθει άμεσα στον τόπο εργασίας) και για συγκεκριμένο χρόνο, διατηρώντας τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις σε ένταση, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες του αμέσως μόλις απαιτηθούν από τον εργοδότη ή τις περιστάσεις.

Υπό τη μορφή αυτή, πρόκειται για "σύμβαση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία", διότι, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και διαρκής εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού, οπότε πρόκειται για πλήρη απασχόληση, ανεξάρτητα προς το αν θα απαιτηθεί πραγματικά ή όχι η παροχή της εργασίας. Γι` αυτό και στην περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και, ειδικότερα, αυτές για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας σε ημέρα Κυριακή, αργίας ή ανάπαυσης.

Στη δεύτερη περίπτωση, ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μόνο κατά ένα μέρος την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του εργοδότη, ώστε να δύναται να προσφέρει την εργασία του οποτεδήποτε του ζητηθεί, ενώ διατηρεί, παράλληλα, την ευχέρεια να αναπαύεται ή ακόμα και να βρίσκεται μακριά από τον τόπο εργασίας, επιδιδόμενος, ενδεχομένως, σε άλλες ασχολίες.

Υπό τη μορφή αυτή, πρόκειται για "σύμβαση μη γνήσιας ετοιμότητας προς εργασίας" (απλής ετοιμότητας ή ετοιμότητας κλήσεως), διότι η δέσμευση της ελευθερίας του εργαζόμενου είναι περιορισμένη και δεν απαιτεί διαρκή εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων αυτού. Γι` αυτό και στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ειδικότερα αυτές για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες, αλλά, πλην αντιθέτου συμφωνίας (άρθ. 361 του ΑΚ), οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε ή, άλλως, ο συνηθισμένος μισθός.

Μεταξύ των περιπτώσεων αυτών είναι δυνατό, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), να υπάρξουν και ενδιάμεσες "βαθμίδες ετοιμότητας", ανάλογα προς την ένταση της απαιτούμενης εγρήγορσης του μισθωτού. Οπότε, ανάλογα υπολογίζονται και οι αποδοχές του. Σε κάθε περίπτωση όμως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια ετοιμότητα προς εργασία ή για κάποια ενδιάμεση μορφή, εξαρτάται μεν από το αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ ΑΠ 10/2009), αλλά υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ ως προς την ορθότητα ή τη πληρότητα της υπαγωγής του εν λόγω πορίσματος σε κάποια από τις ως άνω μορφές ετοιμότητας (ΑΠ 938/2015, ΑΠ 814/2014, ΑΠ 491/2011).

Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε μεταξύ άλλων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του και ειδικότερα κατά τη εκτέλεση των δρομολογίων που πραγματοποιούσε προς τις περιοχές, όπου η παραπάνω γερμανική εταιρεία "..." διατηρούσε αποθήκες σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, όπως στη Πάτρα, στη Θήβα, στα Τρίκαλα κλπ, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος έπρεπε να αναμένει τη σειρά του στις αποθήκες της εταιρείας "..." και να μετακινεί το φορτηγό που οδηγούσε, ευρισκόμενος εντός ή εγγύς του αυτοκινήτου σε ετοιμότητα, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να απομακρυνθεί, έτσι ώστε, όσο προχωρούσαν τα προπορευόμενα φορτηγά, να μετακινεί το αυτοκίνητο που οδηγούσε, πλησιάζοντας προς το χώρο εκφόρτωσης, για να μην παρεμποδίζεται η κίνηση των επομένων και ότι το ίδιο συνέβαινε όταν πραγματοποιούσε δρομολόγια προς τη Κωνσταντινούπολη, 6 - 7 φορές το μήνα ή τη Ρουμανία, μεταφέροντας εμπορεύματα κατ’ εντολή της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, όπου έπρεπε να αναμένει μέχρι να έρθει η σειρά του τόσο στο τελωνείο, όσο και για την εκφόρτωση.

Ότι, κατά συνέπεια, στο χρόνο εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου περιλαμβανόταν και ο ανωτέρω χρόνος αναμονής, κατά τον οποίο αυτός δεν είχε πλήρη ελευθερία κινήσεων, ούτε μπορούσε να διαθέσει ελεύθερα το χρόνο του κατά την ιδία βούληση του, χωρίς καμία δέσμευση ή περιορισμό από τον εργοδότη του, αφού κατά το χρόνο αυτό βρισκόταν εντός ή εγγύς του φορτηγού και διατηρούσε τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, έτσι ώστε, ανά πάσα στιγμή, να προσεγγίζει και να οδηγεί το αυτοκίνητο ή να το απομακρύνει από το σημείο εκφόρτωσης, τελώντας σε γνήσια ετοιμότητα εργασίας και έτσι και αυτός ο χρόνος συνυπολογίζεται στις ώρες ημερήσιας εργασίας του.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου λόγο έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα - εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία ισχυριζόταν ότι κατά τη διάρκεια της ανωτέρω αναμονής ο ενάγων βρισκόταν σε απλή ετοιμότητα προς εργασία, συνυπολόγισε και το διάστημα αυτό για την εύρεση του συνολικού ημερήσιου χρόνου απασχόλησης του ενάγοντος σε δέκα (10) ώρες ημερησίως και σε πενήντα (50) ώρες εβδομαδιαίως και ακολούθως επιδίκασε για όλο το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 16.12.2009 της απασχόλησής του ενάγοντος στην εναγομένη εταιρεία περαιτέρω αμοιβή για παροχή υπερεργασίας / ιδιόρρυθμης υπερωρίας και παράνομης (κατ’ εξαίρεση) υπερωριακής απασχόλησης κατά τις σε αυτή διακρίσεις.

Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες ετοιμότητα του ενάγοντος προς εργασία έφερε το χαρακτήρα γνησίας ετοιμότητας αυτού προς εργασία και κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ’ είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2000).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Στη προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο και πέμπτο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή τουλάχιστον καταλείπονται αμφιβολίες προς τούτο:

α) την υπ’ αριθμό 14847/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία και με αφορμή μήνυση άλλου εργαζομένου κατά του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης εταιρείας ... ... για παραβίαση της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας, ο τελευταίος κηρύχθηκε αθώος με το σκεπτικό ότι η εναγομένη εταιρεία με έδρα την Αυστρία δεν διατηρούσε υποκατάστημα, ούτε άλλη εγκατάσταση στην Ελλάδα, οι δε εργασιακές συμβάσεις των οδηγών φορτηγών αυτής για τους εκτιθέμενους στην ως άνω ποινική απόφαση λόγους διέπονταν από το αυστριακό δίκαιο και β) απόδειξη μισθοδοσίας υπαλλήλου της εταιρείας SRS (τρίτης), που δραστηριοποιείται σε σιδηροδρομικές μεταφορές, τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της πιο πάνω εταιρείας και το ΦΕΚ σύστασης αυτής, από τα οποία προέκυπτε ότι η ανωτέρω εταιρεία SRS διατηρούσε αποθηκευτικό χώρο στη ..., όπου μεταφορικές εταιρείες, περιλαμβανομένης και της αναιρεσείουσας, χρησιμοποιούσαν τον χώρο προς εναπόθεση εμπορευματοκιβωτίων τους και στάθμευση φορτηγών αυτοκινήτων αυτών και όπου υπάλληλός της, αρμόδιος για την οργάνωση και συντονισμό των δρομολογίων και των μεταφορικών μέσων αυτής, κατάρτισε στο όνομα και για λογαριασμό της την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, ενώ η ίδια δεν διατηρούσε υποκατάστημα, ούτε άλλες εγκαταστάσεις στην ημεδαπή, τα οποία (έγγραφα) αυτή είχε επικαλεσθεί, από το περιεχόμενο των οποίων, όπως αυτό διαλαμβάνεται στους οικείους λόγους αναίρεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα κατέληγε σε διαφορετική υπέρ των απόψεών της ουσιαστική κρίση ως προς το εφαρμοστέο αυστριακό δίκαιο, εάν τα είχε λάβει υπόψη του.

Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στη προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και "...οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους ποινικές αποφάσεις, που συνεκτιμώνται με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την έλλειψη συμφωνίας εφαρμογής του αυστριακού δικαίου και ως προς την εφαρμογή του ελληνικού εργατικού δικαίου, ενόψει του ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης η εργασιακή σχέση μεταξύ των διαδίκων είχε εντονότερα συνδετικά στοιχεία με την Ελλάδα και όχι με την Αυστρία και συνακόλουθα να απορρίψει τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν.

Σημειώνεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία διατηρούσε υποκατάστημα στην Ελλάδα, αλλά ότι σε μάνδρα φορτηγών αυτοκινήτων που αυτή διατηρούσε στη βιομηχανική περιοχή της Σίνδου Θεσσαλονίκης για τη διενέργεια των δρομολογίων και στο εκεί ευρισκόμενο γραφείο της καταρτίσθηκε στις 12.11.2004 μεταξύ του εκπροσωπούντος αυτήν υπαλλήλου της και του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου η ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Συνεπώς οι εκ του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα αλλοδαπή εταιρεία στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.5.2014 και με αριθ. κατάθ. ...2014 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 1759/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2017 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ