Supreme Court allows appeal against labor court for failure to consider overtime claims and corrects company name.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal regarding the failure to consider overtime claims and the incorrect company name. The lower court dismissed the overtime claim because the appellant failed to prove additional hours beyond those already admitted, despite the court's duty to examine the case fully. The court ruled that the appeal was valid because the lower court violated substantive law by not properly assessing the evidence regarding overtime and misidentified the company name.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8) C.Pol.D.; Art. 580(3) C.Pol.D.: The Supreme Court must allow an appeal if the court of first instance failed to consider relevant arguments or misidentified a party, and remand the case for further examination of substantive claims like overtime pay.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 613 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 613/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "J&P ΕΛΛΑΣ-ΑΒΑΞ ΑΤΕ" που έχει έδρα της το ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ" που έχει την έδρα της στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε.- πρώην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ Α.Ε." που έχει έδρα της την … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κωνσταντίνου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2005 αγωγή του αρχικώς ενάγοντα και ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2240/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4638/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης ανέγνωσε την από 4-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος και δεύτερος και να απορριφθεί ο τρίτος.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που είναι παραδεκτοί και νόμιμοι. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, καταλογίζει στο Εφετείο την, από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό, που παραδεκτά προέβαλε ενώπιον του, ότι µε την Κ2-8740/9-7-2008 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που καταχωρήθηκε στο Μ.Α.Ε. την 9-7-2008 και δηµοσιεύτηκε στο 7114/11-7-2008 Τεύχος Ανωνύµων εταιρειών του ΦΕΚ, το οποίο προσκόµισε και επικαλέσθηκε, εγκρίθηκε η αλλαγή επωνυμίας της γ' αναιρεσίβλητης, από "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ Α.Ε." σε "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε.", και ότι η αλλαγή αυτή έλαβε χώρα µετά την άσκηση της έφεσης και πριν τη συζήτηση αυτής, που έλαβε χώρα την 20-1-2009.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, με την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αναφέρεται σε σφάλμα της απόφασης, το οποίο είναι δεκτικό διόρθωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 315 επόμ. του ΚΠολΔ. Επομένως, το εφετείο το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, ότι και η γ' εναγόµενη και ήδη αναιρεσίβλητη, ευθύνεται, εις ολόκληρον, µε τις α' και β' αναιρεσίβλητες, επιδίκασε στον αναιρεσείοντα τις ένδικες απαιτήσεις του και σε βάρος αυτής, την θεώρησε δε ως διάδικο µε την παλιά της επωνυµία, ήτοι "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ Α.Ε.", δίχως να λάβει υπόψη του, τον προβληθέντα ισχυρισµό, περί αλλαγής της επωνυμίας της σε "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε.", δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια. Όμως το δικαστήριο τούτο, αυτεπάγελτα ερευνώντας, ενόψει και του ότι δεν αμφισβητείται η ταυτότητα της τρίτης αναιρεσίβλητης, πρέπει να προβεί στη διόρθωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την επωνυμία της εταιρείας αυτής.
Από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξόφλησης ισχυρισμού, αλλά και του αιτιολογικού της απόφασης, που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής.
Όταν δε με την αγωγή ασκούνται πλείονες αξιώσεις, πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, όπως στην περίπτωση των εργατικών αξιώσεων, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση που δέχεται σχετικό περί εξόφλησης ισχυρισμό του εναγομένου, ότι όλες γενικώς οι αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό.
Για το λόγο αυτό, εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση της μισθοδοσίας, στην οποία θα απεικονίζονται αναλυτικά οι κάθε φύσεως αποδοχές του προσωπικού καθώς και οι επ' αυτών κρατήσεις.
Διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν, σαφώς, από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε και ως προς τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και τα παρακάτω κρίσιμα, για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Σύµφωνα µε τις από 6-6-2000, 2-4-2001, 26-4-2002 και 31-3-2003 Συλλογικές Συµβάσεις Εργασίας "Για τους όρους αµοιβής και εργασίας των χειριστών Εκσκαπτικών, Ανυψωτικών κλπ Μηχανημάτων Εκτελέσεως Τεχνικών Έργων όλης της χώρας" (πράξεις κατάθεσης Υπ.
Εργασίας 47/16.6.2000, 34/10.4.2001, 21/21.5.2002, αντίστοιχα), οι οποίες έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές από 16-6- 2000(ΥΑ 11416/3.8.2000-ΦΕΚ 1062 Τεύχος Β' της 29.8.2000), από 10-4-2001 (ΥΑ 11374/5.9.2001-ΦΕΚ 1214, Τεύχος Β' της 18-9-2001), από 21-5-2002 (ΥΑ 11640/14.6.2002-ΦΕΚ 790, Τεύχος Β' της 26.6.2002) και από 15-4-2003 (ΥΑ 15041/30.6.2003-ΦΕΚ 905, Τεύχος Β' της 4-7-2003), αντίστοιχα και στις διατάξεις των οποίων υπάγονται, µεταξύ άλλων, οι χειριστές των παντός τύπου και συστήματος λειτουργίας Εκσκαπτικών, Ανυψωτικών-Γεωτρητικών, ισοπεδωτικών, Οδοποιητικών και Χωµατουργικών εν γένει Μηχανημάτων εκτέλεσης έργων, που περιλαµβάνονται στο Π.Δ. 31/1990, όλης της χώρας, τα κατώτατα όρια των βασικών µισθών και ηµεροµισθίων των ως άνω εργαζοµένων και ειδικότερα των αδειούχων χειριστών, όπως ήταν ο ενάγων, καθορίσθηκαν ως εξής: 1) Από 1.1.2000 και µέχρι 30.6.2000 βασικός µισθός δραχµές 228.520 ή ευρώ 670,64 και από 1-7-2000 και εφεξής δραχµές 231.950 ή ευρώ 680,70,2) Από 1.1.2001 και εφεξής δραχµές 243.548 ή ευρώ 714,74, 3) Από 1-1-2002 και εφεξής ευρώ 757,62 και 4) Από 1.1.2003 και εφεξής ευρώ 797 ...
Ο ενάγων, όπως οµολογεί και ο ίδιος, αλλά και προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκοµιζόµενες από τις εναγόµενες Ανώνυµες Εταιρείες ηλεκτρονικές εκκαθαρίσεις µισθοδοσίας έλαβε από τις τελευταίες, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήµατα, ως µισθούς τα εξής ποσά: 1) Από 1-1-2000 έως 30-6-2000 το ποσό των 420.000 δρχ. (ή 1.232,58 ευρώ) µηνιαίως, 2) από 1-7-2000 έως 31-7-2000 το ποσό των 420.000 δρχ.
ή (ή 1232,58 ευρώ) µηνιαίως, 3) από 1-8-2000 έως 31-12-2000 το ποσό των 430.000 δρχ. (ή 1.261,92 ευρώ) µηνιαίως, 4) από 1-1-2001 έως 30-3-2001 το ποσό των 430.000 δρχ. (ή 1.261,92 ευρώ) µηνιαίως, 5) από 1-8-2002 έως 31-12-2002 το ποσό των 1.396 ευρώ µηνιαίως, 6) από 1-1-2003 έως 30-6-2003 το ποσό των 1.396 ευρώ µηνιαίως και 7) από 1-7-2003 έως 6-10-2003 το ποσό των 1.480 ευρώ µηνιαίως. Στα ποσά αυτά περιλαµβάνεται ο εκάστοτε βασικός µισθός, όπως καθορίσθηκε µε τις ως άνω Συλλογικές Συµβάσεις Εργασίας, το επίδοµα συζύγου σε ποσοστό 10%, το επίδοµα 5 τριετιών σε ποσοστό 50% και το επίδοµα υπευθυνότητας και βαρέων µηχανηµάτων σε ποσοστό 7% και το επίδοµα ειδικών συνθηκών σε ποσοστό 15%.Ο ενάγων δεν δικαιούται το επίδοµα υπευθυνότητας και βαρέων µηχανηµάτων σε ποσοστό 10% σύµφωνα µε τον όρο Γ αριθµός 9, αλλά σε ποσοστό 7% σύµφωνα µε τον όρο Γ αριθµός 9 περίπτωση β των Συλλογικών Συµβάσεων Εργασίας, το οποίο εξάλλου οι εναγόµενες εταιρείες υπολόγισαν στους βασικούς µισθούς του.
Επίσης δεν δικαιούται το επίδοµα οδήγησης µηχανηµάτων έργων, ήτοι την προσαύξηση του 1/22 του βασικού µισθού εκ ποσοστού 6%, σύµφωνα µε τον όρο Γ αριθµός 8 των Συλλογικών Συµβάσεων Εργασίας, διότι το µηχάνηµα (λαστιχοφόρος οδοστρωτήρας) που ο ενάγων χειριζόταν είναι µηχάνηµα έργου και όχι μεταφορικό και διακινούνταν µόνο εντός των χώρων της περιοχής του έργου (Αττική Οδό), όπου ο ενάγων ...
Εφόσον δεν δικαιούται τα ως άνω επιδόµατα και αφού έχει λάβει τους µισθούς του, το αγωγικό κονδύλιο µε τον αριθµό 1, που αφορά την καταβολή των διαφορών από µισθούς πρέπει να απορριφθεί σαν κατ' ουσίαν αβάσιµο. Με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε ότι καθόλο το επίδικο διάστηµα οι αναιρεσίβλητες κατέβαλλαν στον αναιρεσείοντα το νόµιµο µισθό και δεν δικαιούται διαφορά µισθών και με βάση αυτές απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιµο, το σχετικό κονδύλιο της αγωγής.
Το Εφετείο ειδικότερα δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται τους πιο πάνω βασικούς µισθούς και τα επιδόµατα σε ποσοστό επί του βασικού µισθού 50 %, το επίδοµα 5 τριετιών, επίδoµα γάµου 10%, το επίδοµα ειδικών συνθηκών15% και το επίδοµα υπευθυνότητας και βαρέως µηχανήματος 7% δεχόμενο ότι χειριζόταν οδοστρωτήρα ιπποδύναμης 160 ίππων και σύνολο ποσοστού επιδοµάτων 82% επί του βασικού µισθού.
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, ότι δηλ. ο νόµιµος µισθός του ήταν ο κάθε φορά βασικός προσαυξημένος κατά 82% από τα πιο πάνω επιδόµατα, που δέχτηκε ότι δικαιούται, θα έπρεπε να δεχτεί ότι οι νόµιµοι µισθοί του ήταν : από 1-1-2000 415.906 δρχ.(228.520 δρχ. β. µισθός συν 82% προσαύξηση), από 1-7-2000 422.149 δρχ.(231.950 δρχ. β. µισθός συν 82% προσαύξηση), από 1-1-2001 443.257 δρχ. (243.548 δρχ.
β. µισθός συν 82% προσαύξηση), από 1-8-2002 1.378,80 ευρώ (757,62 ευρώ β. µισθός συν 82% προσαύξηση) και από 1-1-2003 1.450,54 ευρώ (797 ευρώ β. µισθός συν 82% προσαύξηση), και εφόσον δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες του κατέβαλαν µισθούς, από 1-1-2000 έως 31-7-2000 420.000 δρχ. ή 1.232,58 ευρώ, 1-8-2000 έως 31-03-2001 430.000 δρχ. ή 1.261,92 ευρώ, 1-8-2002 έως 30-6-2003 1.396 ευρώ και 1-7-2003 έως 8-10-2003 1.480 ευρώ, θα έπρεπε να δεχθεί ότι του κατέβαλλαν µικρότερο µισθό του νοµίµου στα διαστήµατα αυτά και ότι δικαιούται ως διαφορά νόµιµων µισθών τα ποσά:
Από 1-7-2000 έως 31-7-2000 (νόμιμο μισθό 422.149 δρχ. μείον 420.000 δρχ.), το ποσό των 2.149 δρχ. ή 6,30 ευρώ. Από 1-1-2001 έως 31-3-2001 (νόμιμο μισθό 443.257 δρχ. μείον 430.000 δρχ.), το ποσό των 13.257 δρχ. το μήνα και για το διάστημα 3 μηνών 39.771 δρχ. ή 117 ευρώ. Από 1-1-2003 έως 30-6-2003 (νόμιμο μισθό 1.450,54 ευρώ μείον 1.396 ευρώ), το ποσό των 54,54 ευρώ το μήνα και για το διάστημα 6 μηνών 327 ευρώ.
Συνολικά έπρεπε να δεχτεί ότι δικαιούται ως διαφορά μισθών στα διαστήματα αυτά το ποσό των 450,30 ευρώ και επί των υψηλότερων αυτών νόμιμων μισθών του έπρεπε να υπολογίσει το ωρομίσθιο για την εξεύρεση της αμοιβής της υπερωριακής του εργασίας. Παρά ταύτα, απέρριψε το σχετικό κεφάλαιο της αγωγής. Ως προς το ζήτημα αυτό η απόφαση του Εφετείου δεν έχει νόμιμη βάση, γιατί εκτίθενται σ' αυτήν, κατά τρόπο αόριστο, ελλιπή και αντιφατικό, τα πραγματικά περιστατικά, που από το νόμο ήσαν αναγκαία για να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της, ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων, που προαναφέρθηκαν.
Ειδικότερα α) ενώ δέχεται ότι για την εξεύρεση των νόμιμων μισθών προσαυξάνεται ο κάθε φορά βασικός μισθός, με τα επιδόματα 10% γάμου, 50% τριετιών, ειδικών συνθηκών (15%) και υπευθυνότητας - βαρέων μηχανημάτων (7%) στη συνέχεια παραλείπει να παραθέσει τους δικαιούμενους νόμιμους μισθούς των διαστημάτων αυτών, στοιχείο που ήταν αναγκαίο να αναφέρει έτσι που, από τη σύγκριση του δικαιούμενου νόμιμου και του μισθού που δέχθηκε ότι του κατέβαλλαν, θα προέκυπτε αν ο νόμιμος μισθός ήσαν υψηλότερος του καταβαλλόμενου και αν υπήρχε διαφορά για επιδίκασή της, αλλά εντελώς αόριστα δέχεται ότι οι καταβαλλόμενοι μισθοί ήταν ίσοι με τους νόμιμους και δεν υπήρχε διαφορά για επιδίκασή της και β)Ενώ δέχεται ότι για την εξεύρεση των νόμιμων μισθών των διαστημάτων αυτών προσαυξάνεται ο κάθε φορά βασικός μισθός με προσαύξηση 82 % από τα επιδόματα, 10% γάμου, 50% τριετιών, ειδικών συνθηκών (15%) και υπευθυνότητας - βαρέων μηχανημάτων (7%) και συνεπώς, εμμέσως πλην σαφώς, δέχεται ότι οι νόμιμοι μισθοί στα διαστήματα αυτά ήσαν 422.129 δρχ.
τον Ιούλιο του 2000, 443.257 δρχ. από 1-1-2001 μέχρι 31-3-2001 και 1.450,54 ευρώ από 1-1-2003 μέχρι 30-6-2003 και ότι στα διαστήματα αυτά του κατέβαλλαν αντίστοιχα τους μισθούς 420.000 δρχ., 430.000 δρχ και 1.396 ευρώ, δηλαδή δέχθηκε ότι στα διαστήματα αυτά κατέβαλλαν μικρότερους μισθούς από τους δικαιούμενους νόμιμους παραταύτα, αόριστα και κατά τρόπο αντιφατικό, δέχτηκε ότι δεν υπάρχει διαφορά μισθών, για επιδίκασή της.
Επομένως, με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς άλλα αιτήματα της, στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτήν ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ως προς την απόρριψη κατ' ουσίαν των παραπάνω αγωγικών κονδυλίων, που αναφέρονται στην καταβολή μισθών.
Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, δεύτερος, λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 1 §§ 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέραν από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια διάρκειας της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, που είναι ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, αυξημένο κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί, που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα πέραν των απαιτήσεων τους από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και πρόσθετη αποζημίωση, ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου τους.
Κατά δε το άρθρο 6 της από 14.2.1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κηρύχτηκε εκτελεστή με την Υ.Α. 11770/2030/1984, η εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1.1.1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασίας) καταβάλλεται αµοιβή σύµφωνα µε το άρθρο 9 της 1/1982 ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή µε την ΥΑ 11245/1982, η οποία κυρώθηκε µε το άρθρο 29 του ν. 1346/1983, δηλαδή µε το ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 25%, το οποίο, κατά το άρθρο 5 της από 26.2.1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κυρώθηκε µε τον ν. 133/1975, υπολογίζεται επί του καταβαλλόμενου µισθού.
Ειδικά για τους εργαζόµενους µε το σύστηµα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, μεταξύ των οποίων και οι χειριστές εκσκαπτικών κλπ μηχανημάτων εκτέλεσης Τεχνικών Έργων Όλης της Χώρας ο χρόνος εργασίας των οποίων, με την από 11-7-1985 σσε, που κηρύχτηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 16979/1985, ορίστηκε, σε 40 ώρες την εβδομάδα και καθιερώθηκε και γι' αυτούς η εβδομάδα των πέντε εργασίμων ημερών (από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή),ως υπερεργασία θεωρείται η, κατά τις εργάσιµες πέντε (5) ηµέρες της εβδομάδος, απασχόληση πέραν των 40 και µέχρι τη συµπλήρωση 45 ωρών εργασίας, εβδοµαδιαίως.
Έτσι, για τους εργαζόµενους µε το σύστηµα της πενθήµερης εβδοµαδιαίας εργασίας: α) η εργασία που παρέχεται πέρα από το εβδοµαδιαίο ωράριο, που έχει καθοριστεί µε ατοµική συµφωνία ή µε συλλογική σύµβαση εργασίας ή µε διαιτητική απόφαση για κάθε κατηγορία εργαζοµένων, η οποία ανέρχεται γενικά σε 40 ώρες και µέχρι τη συµπλήρωση του ανώτατου νοµίµου ωραρίου των 45 ωρών, ήτοι ή 41η έως 45η ώρες την εβδοµάδα αποτελούν υπερεργασία, η οποία αµείβεται µε το ωροµίσθιο και προσαύξηση 25%, β) η εργασία που παρέχεται πέραν των 45 ωρών, ήτοι οι 46η , 47η , 48η ώρες, απoτελoύν ιδιόρρυθμη υπερωρία, η οποία αμείβεται με το ωρομίσθιο και προσαύξηση 25% και γ) η εργασία που παρέχεται πέραν των 48 ωρών εβδομαδιαίως αποτελεί υπερωρία, η οποία όταν είναι νόμιμη αμείβεται σύμφωνα με το άρθρο 1 §§ 1 και 2 του ν. 435/1976, ήτοι οι 60 πρώτες ώρες με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, οι 60 επόμενες με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% και πέραν των 120 ωρών με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%.
Για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση οφείλεται στο μισθωτό, κατά τα άρθρα 904 επομ. ΑΚ, το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές περιστάσεις του τελευταίου. Εξάλλου, με το άρθρο 4 παρ. 1,2,3,4 και 5 του Ν. 2874/2000 ορίζεται ότι από 1.4.2001 σε επιχειρήσεις, για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικά ωράριο εργασίας σαράντα ωρών την εβδομάδα καταργείται η, κατά την κρίση του εργοδότη, υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε ωρών την εβδομάδα και στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για 3 ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου, την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωρία).
Από την 1.4.2001 η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση. Μισθωτοί, απασχολούμενοι υπερωριακά, δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 50%.
Για την πέραν των 120 ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 435/1976, δηλαδή οφείλεται ποσό ίσο προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 150%. Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας, δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου.
Το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 και ισχύει από 1.10.2005, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ίδιου νόμου, με το οποίο ορίζεται ότι: "1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως 40 ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά τη κρίση του εργοδότη (υπερεργασία).
Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι εργασίμων ημερών την εβδομάδα, η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ ώρες την εβδομάδα από 41η έως 48η ώρα. 2.
Η πέραν των σαράντα πέντε ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι εργασίμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ ωρών την εβδομάδα... 3.
Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4.
Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ' εξαίρεση υπερωρία. 5.Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%.
Είναι προφανές ότι με το καθεστώς της εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών (6ήμερη απασχόληση), η ημερήσια υποχρεωτική εργασία τους ανέρχεται σε 6 ώρες και 40 λεπτά. Προκειμένου, όμως, για εργαζόμενους επί 5νθήμερο η ημερήσια εργασία τους ανέρχεται σε 8 ώρες. Προβλέπεται όμως από τη νομοθεσία, η υποχρέωση των μισθωτών να απασχολούνται και μέχρι 48 ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη τους.
Συνεπώς νόμιμα ο εργοδότης μπορεί να απασχολήσει τους μισθωτούς μέχρι 48 ώρες την εβδομάδα, εφόσον υπάγονται στην 8ωρη ημερήσια εργασία ή μέχρι του ανώτατου ορίου που καθορίζουν γι' αυτούς ειδικές διατάξεις (και με πενθήμερη εργασία μέχρι 45 ώρες την εβδομάδα). Περαιτέρω στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, η απασχόληση του μισθωτού κατά το Σάββατο, ως έκτη ημέρα της εβδομάδας, δεν αποτελεί υπερεργασία, ούτε υπερωρία, εκτός αν στην τελευταία περίπτωση υπερβαίνει το καθιερωμένο με τα άρθρα 1 και 9 παρ. 1 του ν.δ. 1037/1971 ανώτατο όριο της οκτάωρης ημερήσιας απασχόλησης.
Επί πλέον και από τις διατάξεις του άρθρου 1 Ν. 435, 6 παρ. 3 της ΕΓΣΣΕ από 24.2.1984 και της ΔΔΔΔ Αθηνών 1/1982, προκύπτει ότι η εργασία του μισθωτού κατά τις ημέρες της Κυριακής και του Σαββάτου, της τελευταίας ως έκτης ημέρας της εβδομάδος υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομάδας εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασιακή ή υπερωριακή εργασία.
Για το λόγο αυτό η εργασία τις ημέρες αυτές δεν συνυπολογίζεται στην εβδομαδιαία εργασία, για τον υπολογισμό της αμοιβής τυχόν υπερεργασίας ή υπερωρίας. Η υπερεργασιακή απασχόληση υπολογίζεται μόνο κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, στις οποίες δεν συγκαταλέγεται και το Σάββατο υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας.
Για την συνδρομή δε υπερωριακής εργασίας λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως, ή πέραν των εννέα, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας.
Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ως έκτη ημέρα εξαήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης του ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερωριακή εργασία στο σύνολό της, αλλά μόνο κατά το μέρος της που υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης δηλαδή τις οκτώ ή εννέα ώρες, αντίστοιχα.
Επί πλέον, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του Ν. 435/76 και 6 της από 14.2.1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, για την εργασία των υπαγομένων στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας μισθωτών, που παρέχεται κατά το Σάββατο και δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 παρ. 1 του ν.δ. 1037/1971, καθορίσθηκε σε οκτώ (8) ώρες, οφείλεται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 επ.
Α.Κ.), ενώ για την παροχή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις ίδιες διατάξεις, το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές περιστάσεις του τελευταίου, αφού κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι εργάστηκε στις εναγόμενες με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως χειριστής οδοστρωτήρα από 1-5-1999 μέχρι 31-3-2001 και από 1-8-2002 μέχρι 8-10-2003, από Δευτέρα έως και Σάββατο δηλ. με το σύστημα εργασίας 6 ημερών την εβδομάδα που στην πράξη κατάργησε το 5νθήμερο, από την 0700 μέχρι την 19η,20η, και 21η ώρα, πραγματοποιώντας, πέραν του 8ώρου 4,5 και μερικές φορές 6 και 7 ώρες την ημέρα, υπερωριακή εργασία, ενώ το μήνα πραγματοποιούσε 34 ώρες υπερεργασία και από 1-8-2002 13 ώρες το μήνα ιδιόρρυθμη νόμιμη υπερωρία.
Ότι εργαζόταν με το σύστημα εργασίας 6 ημερών και 48 ώρες την εβδομάδα, εκτός βέβαια από την πέραν του 48ώρου υπερωριακή εργασία, ενώ έπρεπε να εργάζεται 40 ώρες, από την 41η δε και μέχρι και την 48η ώρα, πραγματοποιούσε υπερεργασία δηλ. 8 ώρες την εβδομάδα. Ότι, μετά την 1-4-2001, από την 41η και μέχρι την 43η πραγματοποιούσε 3 ώρες την εβδομάδα νόμιμη ιδιόρρυθμη υπερωρία, η οποία αμείβεται με προσαύξηση, και το μήνα 13 ώρες τέτοια υπερωρία, ζήτησε δε να του επιδικαστούν τα αντίστοιχα ποσά.
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά τα αιτήματα της για πληρωμή της υπερεργασίας και ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας και κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο ενάγων. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και ότι: Η εργασία των µισθωτών Χειριστών Εκσκαπτικών, Ανυψωτικών κ.λ.π Μηχανημάτων Εκτελέσεως Τεχνικών Έργων καθορίστηκε σε σαράντα ώρες την εβδοµάδα και σε πενθήµερη απασχόληση από Δευτέρα έως και Παρασκευή µε τις οικείες Συλλογικές Συµβάσεις Εργασίας ήδη από τα έτος 1985 και εφόσον ίσχυε για τον ενάγοντα το σύστηµα της πενθήµερης εργασίας, τα κονδύλια της αγωγής µε αριθµούς 4 και 5, που αφορούν την καταβολή αµοιβής για υπερεργασία και ιδιόρρυθµη υπερωριακή εργασία για τον υπολογισµό των οποίων προσµετρά τις ώρες που εργάστηκε τα Σάββατα (έκτη ηµέρα), ζητώντας προσαύξηση 25% για το χρονικό διάστηµα από 1-1-2000 µέχρι 31-3-2001 και κατά 50% για το χρονικό διάστηµα από 1-8-2001 µέχρι 8-10-2003 είναι µη νόµιµα και απορριπτέα διότι ο ενάγων µπορούσε µόνο να ζητήσει για κάθε Σάββατο που εργάστηκε το 1/25 του µισθού του, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισµού.
Κατόπιν τούτου, δέχθηκε ότι δεν είναι νόμιμα και τα αγωγικά κονδύλια µε τους αριθµούς 7 και 8, κατά το µέρος που µε αυτά ζητείται η καταβολή διαφορών από αποδοχές αδείας, επιδόµατα αδείας και δώρα εορτών, για τον υπολογισµό των οποίων ο ενάγων περιλαµβάνει την αµοιβή υπερεργασίας. Περαιτέρω, δέχθηκε, ότι ο ενάγων, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις υπερωριών εργοταξίου, πραγματοποιούσε πέραν του 8ωρου, 2 και 3 και 4 και 5 ώρες την ημέρα υπερωριακή εργασία, η οποία ήταν παράνομη.
Ότι απασχολήθηκε, ειδικότερα, υπερωριακά:1)Από 1.1.2000 έως 31.12.2000 συνολικά 1.079 ώρες(617 ώρες από 1.1.2000 έως 31.7.2000 + 462 ώρες από 1.8.2000 έως 31.12.2000) και έλαβε το συνολικό ποσό 14.341,60 ευρώ, 2) Από 1.1.2001 έως 30.3.2001 συνολικά 253 ώρες και έλαβε το ποσό των 3.301,19 ευρώ, 3)Από 1.8.2002 έως 31.12.2002 συνολικά 417 ώρες και έλαβε το ποσό των 6.987,93 ευρώ και 4)Από 1.1.2003 έως 8.10.2003 συνολικά 704 ώρες (460 ώρες από 1.1.2003 έως 1.6.2003 + 244 ώρες από 1.7.2003 έως 6.10.2003) και έλαβε το ποσό των 12.069,70 ευρώ, δηλαδή απασχολήθηκε υπερωριακά συνολικά 2.453 ώρες και έλαβε για τις ώρες αυτές το συνολικό ποσό των 36.700,42 ευρώ.
Πέραν των ωρών αυτών δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε υπερωριακά και ειδικότερα 1) Από 1.1.2000 έως 31.12.2000 επιπλέον 77 ώρες, 2) Από 1.1.2001 έως 30.3.2001 επιπλέον 286 ώρες,3)Από 1-8-2002 έως 31.12.2002 επιπλέον 136 ώρες και 4)Από 1.1.2003 έως 6.10.2003 επιπλέον 312 ώρες δηλαδή συνολικά 811 ώρες. Με τις παραδοχές αυτές, απέρριψε τα κονδύλια της αγωγής, για επιδίκαση αµοιβής υπερεργασίας και ιδιόρρυθμης υπερωρίας.
Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο, παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, καθίσταται δε εφικτή η έρευνα της, περί συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, που απαιτούνται για το χαρακτηρισμό της εργασίας, ως υπερεργασίας και ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας, αφού ο αντίστοιχος χρόνος απασχόλησης, ως προς την παροχή της εργασίας αυτής, προκύπτει από τις συνολικές ώρες παροχής εργασίας του αναιρεσείοντος, ημερησίως, κατά το νόμιμο πενθήμερο, οι οποίες εκτίθενται στην αγωγή.
Επομένως είναι βάσιμος και ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης. Μετά από αυτά, εφόσον είναι βάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της, το οποίο αναφέρεται στη μη επιδίκαση διαφορών από τακτικές αποδοχές (μισθούς), αμοιβής για παρασχεθείσα υπερεργασία, καταβολή διαφορών από αποδοχές αδείας, επιδόματα αδείας και δώρα εορτών, να παραπεµφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει µετά την αντικατάσταση του µε το άρθρο 65 παρ.1 Ν. 4139/2013) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, ως ηττώμενες, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, (άρθρ. 178 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διορθώνει την 4638/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς την επωνυμία της τρίτης αναιρεσίβλητης, από την εσφαλμένη "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ Α.Ε.", στην ορθή "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε.".
Αναιρεί, την παραπάνω απόφαση, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέµπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ίδιο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ