Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim, upholding lower court's factual findings and legal reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three defendants against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court erred in rejecting their claim of abuse of right regarding a boundary dispute over adjacent plots. The court found the lower court's reasoning sound, noting that the appellants' claims were substantiated by topographical maps and did not exceed the limits of good faith. Consequently, the appeal was rejected, the costs were assigned to the appellants, and the appeal bond was forfeited to the state.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8) of the Code of Civil Procedure; The appeal ground of abuse of right is inadmissible if the lower court has fully and clearly examined the facts and legal basis, thereby excluding the possibility of error in the application of the substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 613 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 613/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Δ. Κ. του Κ., 2)Θ. Γ. του Κ. και 3)Α. Γ. του Α., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Λιάτα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ. συζ. Α. Τ., το γένος Σ. Χ., 2)Π. Τ. του Α. και 3)Θ. Τ. του Α., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Καρρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/8/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1908/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/12/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 11/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ενστάσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από τον νόμο.
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπό όψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ2/2001). Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας στα πλαίσια της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού κατά το χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων των εκτιθεμένων πραγματικών περιστατικών στην αγωγή που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση της διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας εννόμου συνέπειας.
Επειδή κατά το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Εξάλλου κατά το άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ. η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής και όχι της νομικής βάσης αυτής.
Ιστορική βάση της αγωγής είναι κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. το σύνολο των πραγματικών περιστατικών,, που κατά νόμο θεμελιώνουν το επίδικο δικαίωμα ή την επίδικη έννομη σχέση, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι δυνατή η διάγνωσή τους. Ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσης της αρνητικής της κυριότητας αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντα στο επίδικο ακίνητο και η παράνομη διατάραξη αυτής από τον εναγόμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο που δέχθηκε κατ' ουσίαν έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δίκασε αγωγή των τελευταίων αρνητική κυριότητας ακινήτου, και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή ένστασης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης των εναγόντων, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, απορρίπτοντας την περί καταχρηστικής ασκήσεως ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη, έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ουσιώδεις ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν, οι οποίοι κατά τον αναιρετικό λόγο ανάγονται στην επικαλούμενη με την αγωγή διαταρακτική της κυριότητας του επιδίκου πράξη από τους εναγόμενους, στο χρόνο που έλαβε αυτή χώρα και στο παράνομο αυτής.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ' όσον η προτεινόμενη πλημμέλεια της λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων από τους αναιρεσιβλήτους αναφέρεται αποκλειστικά σε παραδοχές της απόφασης, που δεν αποτελούν διάφορα ή εκτός της αγωγής αυτής γεγονότα, τα οποία με αυτές τις παραδοχές προσδιορίζονται ακριβέστερα, χωρίς τούτο να επάγεται τη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, αλλά είναι περιστατικά που προκύπτουν κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, από τις αποδείξεις και κατατείνουν τόσον στην ενίσχυση της βάσης της αγωγής όσον και στην αποδυνάμωση της ένστασης των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), την οποία οι τελευταίοι αιτιολογημένα αρνήθηκαν.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας Περαιτέρω από δε τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 432 επ.
Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να χρησιμεύει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο από το άρθρο 559 παρ.11γ. Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη αποδείξεων που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι ιδρύεται και όταν επί επικλήσεως εξώδικης ομολογίας που περιέχεται σε έγγραφο, το δικαστήριο της ουσίας δε λαμβάνει υπόψη το έγγραφο αυτό που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων.
Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.γ' Κ.Πολ.Δ. οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν αποδεικτικό μέσον διαφορετικό από τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας εφόσον λήφθηκαν μετά από προηγούμενη κλήτευση δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση του αντιδίκου του διαδίκου που τις προσκομίζει και τις επικαλείται ο οποίος και υποχρεούται και στην απόδειξη της κλήτευσης εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης είτε ο ίδιος είτε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του διαφορετικά θεμελιώνεται ο από τον αρ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 346 Κ.Πολ.Δ. τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών του άλλου διαδίκου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε προσκομίσει ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εφ' όσον αυτός όμως είχε επικαλεσθεί νομίμως τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από τον αντίδικό του και αναφέρθηκε στο περιεχόμενό τους προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αρ. 11 περ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση τους περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αξίωσης των τελευταίων δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε. Α) κατά το δεύτερο λόγο τη 667/2010 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κατερίνης, την οποία επικαλέσθηκαν κα προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι ενώπιόν του, με επιμέλεια των οποίων λήφθηκε αυτή και την οποία είχαν επικαλεσθεί και οι ίδιοι (αναιρεσείοντες) με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ως κοινό αποδεικτικό μέσον προς ανταπόδειξη των περιεχομένων στην αγωγή ισχυρισμών των αντιδίκων τους, με την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε ότι κλητεύθηκαν οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες, ενόψει του ότι δεν επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) τις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως για την κλήτευσή τους, ενώ κατά τη λήψη της ένορκης αυτής βεβαίωσης παραστάθηκε για λογαριασμό τους ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Γ.
Καρατζούλης και έπρεπε συνεπώς να ληφθεί υπόψη. Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες προτάσεις που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι επικαλέσθηκαν και δήλωσαν ότι προσκομίζουν την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, την οποία πράγματι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση με την παραπάνω παραδοχή δηλαδή της μη απόδειξης της κλήτευσης των εναγομένων-αναιρεσειόντων, λόγω μη προσκόμισης των σχετικών εκθέσεων επιδόσεων.
Περαιτέρω όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ως εφεσίβλητοι, δεν πρόβαλαν τον ισχυρισμό ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη η παραπάνω ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Ειρηνοδίκη, επειδή κατά τη λήψη της ένορκης αυτής βεβαίωσης παραστάθηκε για λογαριασμό τους ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Γ.
Καρατζούλης. Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης για τον οποίο δε συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 καθ' όσον στηρίζεται σε ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Β) κατά τον τρίτο λόγο 1) την 2/99/1990 αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης και του δικαιοπαρόχου της Σ.
Χ. προς το Δήμο Κατερίνης 2) την 27360/2003 αίτηση της ίδιας παραπάνω αναιρεσίβλητης προς τον ίδιο Δήμο και 3) την 412/2006 ένστασή της προς τον ίδιο Δήμο, στα οποία έγγραφα περιέχεται εξώδικη ομολογία αυτής ότι το επίδικο ακίνητο χρησιμοποιήθηκε ως δίοδος από το έτος 1990 και πριν από την αγορά των ακινήτων τους γεγονός που συναρτάται με την βασιμότητα της ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής σε σχέση με την επικαλούμενη με αυτήν παράνομη προσβολής της κυριότητας των τελευταίων.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων, τις οποίες υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι οι τελευταίοι επικαλέσθηκαν και δήλωσαν ότι προσκομίζουν τα παραπάνω έγγραφα και άλλα προς απόδειξη της ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αξίωσης των εναγόντων και της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο προς σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της, στις οποίες ειδικώς αναφέρονται τα παραπάνω έγγραφα, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι συνεκτίμησε αυτά με τις λοιπές αποδείξεις.
Συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δε συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα περιστατικά: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ.
Πρωτ. 2199/13-2-1990 αίτησής τους προς το Δημοτικό Συμβούλιο Κατερίνης η πρώτη των εναγόντων και ο δικαιοπάροχος αυτών, Σ. Χ., πρότειναν να χαρακτηριστεί, ως πεζόδρομος, τμήμα του αρχικού οικοπέδου των 7.865 τ.μ., και ειδικότερα διαιρετό τμήμα, εμβαδού 486,35 τ.μ., κείμενο......... Ως αιτιολογία στην παραπάνω αίτηση αναφερόταν ότι ο προτεινόμενος πεζόδρομος είναι απαραίτητος, διότι τα πίσω μέρη των οικοπέδων τους ήτοι του Σ.
Χ. και της τότε υπέρ ής η συσταθείσα προίκα πρώτης ενάγουσας παραμένουν αχρησιμοποίητα...... Με την παραχώρηση του ανωτέρω οικοπεδικού τμήματος προς δημιουργία πεζόδρομου η πρώτη ενάγουσα και ο πατέρας της επέβλεπαν όπως κατά την ένταξη των αρχικών οικοπέδων τους στο σχέδιο πόλης να τους αποδοθεί αντίστοιχη έκταση ή να συνυπολογισθεί η έκταση του προτεινόμενου πεζόδρομου στην εισφορά γης.
Επί της αιτήσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 329/1990 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Κατερίνης, το οποίο γνωμοδοτώντας, την έκανε κατά πλειοψηφία δεκτή, ενώ με την υπ' αριθμ. 601/1990 απόφασή του, ομόφωνα ενέμεινε στην προηγούμενη, χαρακτηρίζοντας την επίδικη έκταση, ως πεζόδρομο. Η έκταση αυτή παρά το ότι απεικονίζεται στο από 12-7-1989 προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα, εν τοις πράγμασι τότε (1989-1990) δεν υφίστατο, αφού μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990, οπότε και άρχισε η ανοικοδόμηση των ομόρων, με τις κάθετες ιδιοκτησίες των εναγομένων, οικοπέδων, καλλιεργείτο με ακτινίδια και μετά διαμορφώθηκε πρόχειρα σε χωμάτινη οδό ενώ αργότερα έγινε επίστρωση της από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων με χαλίκι.
Έκτοτε, η προαναφερόμενη επίδικη έκταση, αναφέρεται αρχικά στο υπ' αριθμ. .../12-5-1997 συμβόλαιο σύστασης καθέτων ιδιοκτησιών του συμβ/φου Κατερίνης Αλέξανδρου Ρίζου, χαρακτηριζόμενη ως "λωρίδα γης, πλάτους 5,00 μ. προς διάνοιξη οδού" (βλ. φύλλο 4ο - 1η σειρά), ενώ μεταγενέστερα η ίδια έκταση στα συμβόλαια αγοραπωλησίας, που επακολούθησαν αναφέρεται επίσης, ως λωρίδα γης, πλάτους πέντε (5,00) μέτρων προς διάνοιξη οδού (βλ.
το υπ' αριθμ. .../3-3-1998 συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, που καταρτίσθηκε μεταξύ του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και του πρώτου των εναγόμενων - φύλλο 3ο - 16η σειρά). Όπως προαναφέρθηκε, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, Σ. Χ., εντός του οικοπέδου του, εμβαδού 1.295 τ.μ. συνέστησε μεταξύ άλλων και την υπό στοιχ, "Δ" κάθετη ιδιοκτησία, μήκους 27,70μ.
και πλάτους 4 μ., ήτοι συνολικού εμβαδού 109,90 τ.μ., ακριβώς για την εξυπηρέτηση των υπό στοιχ. "Γ" και "Α" καθέτων ιδιοκτησιών, κυριότητος του πρώτου και των λοιπών εναγομένων αντίστοιχα, αφού οι άλλες δύο κάθετες ιδιοκτησίες ήτοι οι υπό στοιχ "Β" και "Ε" είχαν πρόσβαση-πρόσοψη σε κεντρική οδό (την μετέπειτα οδό ...).
Μετά την κατάρτιση των προαναφερθέντων συμβολαίων αγοράς των καθέτων ιδιοκτησιών, ο πωλητής Σ. Χ. αφαίρεσε την μέχρι τότε υπάρχουσα συρμάτινη περίφραξη και κατόπιν συνεννόησης μαζί του αλλά και με τη συναίνεση της πρώτης ενάγουσας, άρχισαν οι εναγόμενοι από τον φθινόπωρο του έτους 1998 να χρησιμοποιούν το προοριζόμενο για πεζόδρομο εδαφικό τμήμα των 486,35 τ.μ., (το οποίο απέληγε στην μετέπειτα οδό ...), προκειμένου να μεταβαίνουν στις οικίες τους, την δε υπό στοιχ. "Δ" κάθετη ιδιοκτησία, που, ως ιδιωτικός δρόμος, είχε αφεθεί στην κοινή χρήση για την επικοινωνία όλων (των καθέτων ιδιοκτησιών) με την οδό ..., κατ' ουσία κατήργησαν, αφού την περιέλαβαν στις δικές τους κάθετες ιδιοκτησίες, κατά το αναλογούν στον καθένα ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου.
Τούτο έπραξαν, αποβλέποντας καλόπιστα όλοι οι διάδικοι, στην μελλοντική πεζοδρόμηση του άνω εδαφικού τμήματος, δεδομένου ότι και οι αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Κατερίνης ήταν μέχρι τον χρόνο καταρτίσεως των άνω συμβολαίων, όπως προαναφέρθηκε, θετικές. Άλλωστε αποδείχθηκε ότι τόσο η ενάγουσα όσο και ο δικαιοπάροχος-πατέρας της και πωλητής των ανωτέρω καθέτων ιδιοκτησιών, πριν την αγορά τους από τους εναγόμενους, απέδειξαν στους τελευταίους την προαναφερόμενη αίτησή τους προς τον Δήμο Κατερίνης, με την οποία ζητούσαν την πεζοδρόμηση της εκτάσεων αυτής και επίσης τους ενημέρωσαν για την θετική μέχρι τότε στάση του Δήμου στο θέμα αυτό, Ουσιαστική επίδραση στην απόφαση των εναγομένων για αγορά των προαναφερομένων καθέτων ιδιοκτησιών τους είχε το γεγονός ότι εκτός της ειδικώς συσταθείσας προς εξυπηρέτησή τους, υπό στοιχ. "Δ" κάθετης ιδιοκτησίας (μέσω της οποίας είχαν πρόσβαση στην οδό ...), είχαν επιπλέον πρόσβαση, μέσω του υπό διάνοιξη πεζόδρομου, και στην οδό ..., πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων ή μεταγενέστερα, κατά την κατάρτιση των συμβολαίων, η ενάγουσα και ο πατέρας της διαβεβαίωσαν τους εναγομένους ότι ακόμη και σε περίπτωση μη εγκρίσεως του πεζοδρόμου, το προοριζόμενο εδαφικό τμήμα θα παραμείνει σε κοινή χρήση τόσο των εναγομένων όσο και των λοιπών ομόρων οικοπέδων, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, αφού ούτε ο μάρτυρας ανταπόδειξης ούτε οι Β.
Κ. και Δ. Ε., στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τους αναφέρουν κάτι σχετικό. Περαιτέρω αποδείχθηκε κατόπιν της υπ' αριθμ. πρωτ. 1927/15-4-2002 αιτήσεως της πρώτης ενάγουσας προς τον Δήμο Κατερίνης (Δ/νση Πολεοδομίας), με την οποία εκ νέου ζητούσε τον χαρακτηρισμό της άνω έκτασης, ως πεζόδρομου, το Δημοτικό Συμβούλιο Κατερίνης, επανήλθε επί του ανωτέρω θέματος της επίδικης έκτασης με την υπ' αριθμ. 344/2002 απόφασή του, επιβεβαιώνοντας την αρχική του απόφαση (329/1990), και γνωμοδοτώντας εκ νέου ομόφωνα - για την δημιουργία πεζόδρομου Ακολούθησε η κύρωση της υπ' αριθμ. 1/2003 Πράξης Εφαρμογής με την Τ.Π. 21/468/21-1-2003 απόφαση του Νομάρχη Κατερίνης, που μεταγράφηκε στις 27-1-2003 στον τόμο 452 και με α.α. 85 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης, με την οποία όμως δεν περιλήφθηκε τελικά το άνω τμήμα στο σχέδιο πόλης, ως πεζόδρομος, γεγονός για το οποίο οι ενάγοντες ενημέρωσαν αμέσως τους εναγόμενους.
Παρά ταύτα η πρώτη ενάγουσα και ο δικαιοπάροχος πατέρας της, ελπίζοντας σε τροποποίηση της πράξης εφαρμογής υπέβαλαν στο Δήμο Κατερίνης το υπ' αριθμ. πρωτ. 27360/8-9-2003 υπόμνημα-αίτησή τους, με το οποίο διαμαρτύρονταν προς το Δημοτικό Συμβούλιο για την αδράνειά του να υλοποιήσει τις προαναφερόμενες αποφάσεις του, ενόψει και της τότε ανοικοδόμησης των ομόρων ιδιοκτησιών, στις οποίες γίνονταν ήδη έργα ΔΕΗ και ΟΤΕ και ζήτησαν την άμεση εφαρμογή των παραπάνω αποφάσεων για την ένταξη στο σχέδιο πόλης και του προτεινόμενου πεζόδρομου, που θα εξυπηρετούσε και τους παρόδιους πλέον ιδιοκτήτες.
Μετά την υπ' αριθμ. 344/2002 απόφασή του ο Δήμος Κατερίνης κοινοποίησε στην πρώτη ενάγουσα, στον δικαιοπάροχό της και στους εναγομένους, ως παρόδιους ιδιοκτήτες, το υπ' αριθμ. πρωτ. 5553/03/8-3-2004 έγγραφό του, με επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού του Δήμου Κατερίνης, Κ. Α., προκειμένου να λάβουν γνώση της διαμορφούμενης κατάστασης και να υποβάλλουν οι τυχόν ενδιαφερόμενοι εντός 15 ημερών ενστάσεις.
Οι εναγόμενοι, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, ενημερώθηκαν αμέσως το έτος 2003 από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων και την πρώτη ενάγουσα ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν εντάχθηκε ως πεζόδρομος στο σχέδιο πόλης, ενδιαφέρθηκαν και εκείνοι να απευθυνθούν στο Δήμο Κατερίνης, προκειμένου να επιτύχουν τον χαρακτηρισμό του, ως πεζόδρομου, εντός δε του έτους 2004 ο Δήμος Κατερίνης προέβη, όπως συνομολογείται, στην ασφαλτόστρωση της επίδικης έκτασης, μολονότι δεν περιλαμβανόταν μέχρι τότε στα οικεία διαγράμματα της υπ' αριθμ. 1/2003 πράξης εφαρμογής.
Ακολούθως με την υπ' αριθμ. 165/12-1-2006 απόφαση της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Κατερίνης, επιβλήθηκε στην πρώτη ενάγουσα αυξημένη εισφορά σε γη για το οικόπεδό της, εμβαδού 1.586,16 τ.μ. και κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την υπ' αριθμ. πρωτ. 412/23-1-2006 ένστασή της, παραπονούμενη για την ως άνω επιβολή αυξημένης εισφοράς γης, χωρίς να συνυπολογισθεί το εμβαδόν του προταθέντος πεζόδρομου, που δημιουργήθηκε από τμήμα του αρχικού (προικώου) οικοπέδου της.
Επί της άνω εκτάσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 161 Δ/2007 διορθωτική της υπ' αριθμ. 1/2003 πράξης εφαρμογής, με την οποία αποδεσμεύθηκε η εισφορά γης αλλά επιβλήθηκε σε βάρος του παραπάνω οικοπέδου της εισφορά σε χρήμα. Τέλος, ο Δήμος Κατερίνης με το υπ' αριθμ. πρωτ. 6487/25-8-2008 έγγραφό του γνωστοποίησε στην πρώτη ενάγουσα ότι ο προταθείς πεζόδρομος δεν αναγνωρίσθηκε, το δε έγγραφο αυτό επέδειξε η πρώτη ενάγουσα στους εναγομένους, από τους οποίους ζήτησε να μη χρησιμοποιούν πλέον το παραπάνω εδαφικό τμήμα για να μεταβαίνουν στις οικίες τους αλλά την αρχικώς για τον σκοπό αυτό συσταθείσα από τον δικαιοπάροχό της υπό στοιχ. "Δ" κάθετη ιδιοκτησία πλην όμως οι εναγόμενοι συνεχίζουν να κάνουν χρήση της επίδικης έκτασης, και συγκεκριμένα διερχόμενοι είτε πεζή είτε με τα αυτοκίνητά τους για να μεταβαίνουν, μέσω αυτής, στις οικίες τους, αμφισβητώντας έτσι την επ' αυτού συγκυριότητα των εναγόντων, την οποία προσβάλλουν με τις προαναφερόμενες διαταρακτικές πράξεις.
Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η ένδικη αξίωση ασκείται καταχρηστικά, αφού η επίδικη έκταση είχε μεν παραχωρηθεί κατά χρήση στους εναγόμενους, με την συναίνεση της πρώτης ενάγουσας και του δικαιοπάροχού της πλην όμως αμφότερες οι πλευρές γνώριζαν και αποδέχονταν ως ενδεχόμενο να μη τελεσφορήσουν οι προσπάθειες των εναγόντων για τον χαρακτηρισμό της έκτασης αυτής, ως πεζόδρομου, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ουδέποτε οι ενάγοντες ανέλαβαν έναντι των εναγομένων δέσμευση να διατηρήσουν την έκταση αυτή σε κοινή χρήση και εν προκείμενω στη χρήση των εναγομένων και των λοιπών παροδίων ιδιοκτησιών ακόμη και στην περίπτωση που δεν εντασσόταν η έκταση αυτή στο σχέδιο πόλης, ως πεζόδρομος, παραιτούμενοι εμμέσως του επ' αυτής δικαιώματος συγκυριότητάς τους.
Εξάλλου, δεν υφίσταται ούτε μακροχρόνια αδράνεια των εναγόντων να ασκήσουν το επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος δικαίωμα κυριότητάς τους, από το οποίο ουδέποτε, κατά τα προεκτεθέντα, παραιτήθηκαν, αφού από της γνωστοποιήσεως σ' αυτούς, με το υπ' αριθμ. 6487/25-8-2008 έγγραφο του Δήμου Κατερίνης, ότι τούτο δεν αναγνωρίσθηκε, ως πεζόδρομος, αμέσως ενημέρωσαν τους εναγομένους, από τους οποίους προφορικά ζήτησαν να παύσουν να το χρησιμοποιούν για επικοινωνία με τις οικίες τους και μάλιστα εξέδωσαν και την υπ.
αριθμ. 319/2009 οικοδομική άδεια για την περίφραξή του και τέλος άσκησαν την υπό κρίση αγωγή, Ο δε πραγματικός χρόνος που οι εναγόμενοι έκαναν χρήση της επίδικης εδαφικής έκτασης, υπό την αίρεση του χαρακτηρισμού της, ως πεζόδρομου, εκτείνεται μεν σε μία 10ετία (1998-2008) πλην όμως οι καταστάσεις που κατά την διάρκεια του χρονικού αυτού διαστήματος διαμορφώθηκαν, όπως και η ανατροπή τους δεν θα έχουν ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες για τους εναγομένους, οι οποίοι μόνον μερικά λουλούδια και διακοσμητικά φυτά έχουν φυτέψει σ' αυτή.
Το δε επικαλούμενο από τους εναγομένους γεγονός ότι με την προοπτική της πεζοδρόμησης των άνω έκτασης, προέβησαν ήδη σε διαμόρφωση των οικιών τους, με τέτοιο τρόπο ώστε να έχουν είσοδο μόνον από τον υπό διάνοιξη πεζόδρομο, πέραν του ότι τούτο έγινε μόνον με δική τους πρωτοβουλία και ευθύνη, αφού όφειλαν να προβλέψουν, ως ενδεχόμενη, την αρνητική έκβαση της όλης προσπάθειας της πρώτης ενάγουσας και του δικαιοπαρόχου της, δεν καθιστά τις οικίες τους περίκλειστες, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται, δεδομένου ότι αφέθηκε στη χρήση τους η υπό στοιχ. "Δ" κάθετη ιδιοκτησία, η οποία συνεστήθη από τον δικαιοπάροχο της πρώτης ενάγουσας ακριβώς για να έχουν, μέσω αυτής (της κάθετης ιδιοκτησίας "Δ") πρόσβαση στην κύρια οδό ....
Η δε εκ νέου διάνοιξη αυτής ευχερώς μπορεί να γίνει από τους εναγομένους, χωρίς ιδιαίτερο οικονομικό κόστος, από κοινού με τους ιδιοκτήτες των λοιπών καθέτων ιδιοκτησιών, με τους οποίους επίσης από κοινού προ 10ετίας και εν γνώσει του ενδεχομένου να μη χαρακτηρισθεί η επίδικη έκταση, ως πεζόδρομος, την ενσωμάτωσαν στις όμορες δικές τους (κάθετες ιδιοκτησίες).
Αντιθέτως οι συνέπειες που θα προκληθούν για τους ενάγοντες είναι κατά πολύ δυσμενέστερες, αφού η επίδικη έκταση, μη χαρακτηρισθείσα πεζόδρομος, ενσωματώθηκε τελικά στην εναπομείνασα ιδιοκτησία τους, των 1.588,18 τ.μ. (κατά ποσοστό 43,31%) + 1.140,21 τ.μ. (κατά ποσοστό 50%), και έτσι δεν συνυπολογίζεται ως εισφορά σε γη, αλλά υπέχει πλέον υποχρέωση εισφοράς σε χρήμα.
Εκτός τούτου, αν το επίδικο εδαφικό τμήμα παραμείνει στη χρήση των εναγομένων η οικοπεδική έκταση που απομένει στους ενάγοντες οδηγεί στη δημιουργία ενός πολυγωνικού και ακανόνιστου σχήματος οικοπέδου, διότι τα υπ' αριθμ. 03 και 07 όμορα οικόπεδα, με τον τρόπο που έχουν ενταχθεί στο σχέδιο πόλης, εισέρχονται κατά πολύ εντός του υπ' αριθμ. 02 οικοπέδου των εναγόντων, όπως τα ανωτέρω απεικονίζονται στο από15-2-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Η.
Σ., που επισυνάπτεται στη υπ' αριθμ. 161/2007 διορθωτική πράξη, με συνέπεια να υπάρχει πρόβλημα χωροθέτησης, αφού το υπ' αριθμ. 02 οικόπεδο των εναγόντων θα στερείται του αναλόγου πλάτους για την τήρηση των νομίμων αποστάσεων από τα όμορα οικόπεδα, μεταξύ των οποίων και αυτό (υπ' αριθμ. 1) των εναγομένων και να μειώνεται έτσι ο συντελεστής δόμησης, που στη συγκεκριμένη περιοχή ανέρχεται σε 0,8% (βλ.
το από 12-12-2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Π., που επισυνάπτεται στο υπ' αριθμ. .../2012 συμβόλαιο της συμβ/φου Κατερίνης Παρ. Χαλκίδου), στα οποία (μειωμένα τ.μ.) πρέπει να συνυπολογισθεί, ως ζημία, και η αξία των 486,35 τ.μ. του επιδίκου, που ανέρχεται στο ποσό των 300 ευρώ/τ.μ. και συνολικά στο ποσό των 145.905 ευρώ.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, η ένδικη αξίωση των εναγόντων δεν υπερβαίνει τα όρια, που η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος επιβάλλουν και συνακόλουθα η προβληθείσα πρωτοδίκως από τους εναγομένους ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσης, σ' ότι αφορά την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβασίμου της ενστάσεως καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος από τους αναιρεσιβλήτους, αφού με πληρότητα και σαφήνεια διέλαβε στην απόφαση αυτή όλα τα περιστατικά, τα οποία κατά νόμον αποκλείουν την εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ την οποία και δεν παραβίασε εκ πλαγίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ίδιας διάταξης.
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να εισαχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4045/2012 παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-12-2012 αίτηση των Δ. Κ., Θ. Γ. και Α. Γ. περί αναιρέσεως της 1908/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ