Legislator Case Law & Legislation
613/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding of good faith possession of agricultural land.

Case Number 613/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding agricultural land ownership. The appellants argued that the lower court failed to consider specific documents proving their tenants' rights and improperly applied evidence rules regarding private receipts. The court ruled that the lower court had properly evaluated all evidence, including public and private documents, to determine good faith possession without needing separate mention for each item.

Legislator headnote

AI generated

Art. 79(2) Agrarian Code; Art. 447 Civil Procedure Code: The lower court's assessment of evidence regarding good faith possession is final unless clearly erroneous, and private documents serve as proof for evidence synthesis rather than direct proof when not produced by the opposing party.

Keywords

AI generated
agricultural land possession good faith possession civil procedure evidence private document proof appeal dismissal tenancy rights evidence synthesis

Cited Legislation

AI generated
Art. 79(2) Agrarian Code
Art. 447 Civil Procedure Code
Art. 1(1) Law 431/1968
Art. 26, 74, 180, 203 Agrarian Code
Art. 336(3) Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 613 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 613/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Η. Κ. του Δ., 2. Γ. Κ. του Δ., 3. Α. χας Ε. Μ., το γένος Δ. Κ., 4. Ν. Κ. του Δ., 5. Κ. Κ. του Δ., 6. Φ. Κ. του Δ. και 7. Α. Κ. του Δ., άπαντες κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κυριακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. συζ. Γ. Κ., το γένος Β. Τ., κατοίκου ..., 2. Β. Τ. του Χ., 3. Δ. χας Χ. Τ., το γένος Γ. Χ., 4. Γ. Τ. του Β., 5. Ε. Τ. του Β., 6. Χ. Κ. του Γ., 7. Δ. Κ. του Γ. και 8. Β. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Αναγνώστου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5343/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2135/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-12-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 28-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.2 του Αγροτικού Κώδικα (βδ/μα 29.10/6-12-1949) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου Κώδικα, ενόψει και του άρθρου 1 παρ.1 του α.ν. 431/1968, προκύπτει, ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από της παραχωρήσεως σ' αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη ισχύος του α.ν. 431/1968, και αν ακόμη δεν τον κατέχει πραγματικά, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, το ίδιο δε πλάσμα ισχύει και υπέρ των καθολικών διαδόχων του αρχικού κληρούχου για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Ακόμη από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του α.ν. 431/1968 προκύπτει, ότι μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (23-5-1968), ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν και συνεπώς είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή τους κτήση από τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για καθεμία από αυτές χρόνος, υπό τον περιορισμό σε κάθε περίπτωση της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής.

Ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνο όταν γίνεται με τη θέληση του κληρούχου, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας χωρίς τη θέληση αυτού, όπως με χρησικτησία. Εξάλλου, η χρησικτησία λειτουργεί και στα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, δεδομένου ότι δεν οδηγεί αναγκαίως στην κατάτμηση, αφού και σε περίπτωση διανομής του επίκοινου κληροτεμαχίου, εφόσον απαγορεύεται η κατάτμηση και είναι επομένως αδύνατη από το νόμο η αυτούσια διανομή του, θα διαταχθεί κατ' άρθρο 484 ΚΠολΔ η πώληση αυτού με πλειστηριασμό.

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 981, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 976 εδ.α ΑΚ, με την πρώτη των οποίων ορίζεται, ότι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, με τη δεύτερη δε, ότι, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου, η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα, συνάγεται ότι η ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος επέρχεται, με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια η νομή που είχε εκείνος ο οποίος μεταβιβάζει και παραδίδει το πράγμα, διακρίνεται δε η νομή της απλής κατοχής, η οποία είναι απλή φυσική εξουσία του πράγματος με θέληση κατοχής, ενώ αυτή (νομή) είναι η φυσική εξουσία, που ασκείται με διάνοια κυρίου, συγκροτείται δηλαδή από δύο στοιχεία, το υλικό (corpus) και το πνευματικό (animus).

Η νομή χάνεται μόλις πάψει η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα και εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα. Ακόμη από τη διάταξη του άρθρου 994 ΑΚ προκύπτει, ότι είναι δυνατή νομή πολλών αδιακρίτως και κατ' ιδανικά μέρη πάνω στο πράγμα. Η φυσική εξουσία που ασκεί καθένας από τους συννομείς δεν περιορίζεται σε διακριτό μέρος του πράγματος, αλλά ολόκληρο το πράγμα υπόκειται στον καθένα από αυτούς κατ' ιδανικό μερίδιο.

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποί αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).

Για τη θεμελίωση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης η έλλειψη ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών πρέπει να αφορά ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο όρος "ζήτημα" είναι ταυτόσημος με τον όρο "πράγματα" του άρθρου 559 αρ.8ΚΠολΔ. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/97).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τον με αριθμ. 41092/27-8-1996 οριστικό τίτλο κυριότητας της Διευθύνσεως Γεωργίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης (Τμήμα Πολιτικής Γης), που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, ο οποίος μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο 1869 και στον αριθμό ... (βλ.

το υπ' αρ. 29466/20-11-1996 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης), παραχωρήθηκε στον Δ. Κ. του Γ., πατέρα των επτά (7) πρώτων εναγομένων και σύζυγο της όγδοης (8ης) απ' αυτούς, προς αποκατάσταση του, από το Ελληνικό Δημόσιο, ύστερα από την υπ' αρ. 1073/1957 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Θεσσαλονίκης υπ' αρ. 118 γεωργικός κλήρος, εκτάσεως, κατά τον τίτλο κτήσεως 10.000 τ.μ.

και ήδη, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, Κ. Κ., την ένορκη βεβαίωση του Δ. Δ. και το από μηνός Φεβρουαρίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Τ.Ε. Μ. Κ., 9.001,50 τ.μ., που βρίσκεται στην επικοισθείσα περιοχή του Αγροκτήματος Πυλαίας του Ν.Θεσσαλονίκης, στη θέση "Τ. ή Λ.", αποτελείται από ένα τεμάχιο με τις κατηγορίες και τα στοιχεία που καθορίζονται στην οριστική διανομή του έτους 1961, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 145/21-11-1962 και δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 203Μ962 και στο από 27-2-1965 επίσημο σχεδιάγραμμα της Διευθύνσεως Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, το τίμημα του οποίου έχει διαγραφεί σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 1644/1986.

Σύμφωνα με το προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα (βλ. και το υπ' αρ. πρωτ. 08/3615 απόσπασμα διανομής έτους 1961 της Διευθύνσεως Τοπογραφήσεων Κτηματολογικών Καταγραφών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης), ο ως άνω αγρός, ο οποίος αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Α, συνορεύει γύρω, Ανατολικά σε πλευρά Α-Θ μέτρων γραμμικών 42,85, με Δημοτική οδό Πυλαίας-Θέρμης, Βόρεια σε πλευρά Α-Δ μέτρων γραμμικών 210,27 - με ιδιοκτησία Γ., Δυτικά σε πλευρά Δ-Ε μέτρων γραμμικών 42,85 - με ιδιοκτησία Γ.

και Νότια σε πλευρά Ε-Θ μέτρων γραμμικών 210,27 - με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Κ.. Ο αγρός αυτός αρχικά είχε παραχωρηθεί στον Γ. Κ. του Β., ως δικαιούχο γεωργικής αποκαταστάσεως, ο οποίος και τον κατείχε, καλλιεργώντας τον μέχρι το θάνατό του που έλαβε χώρα στην Πυλαία Θεσσαλονίκης στις 28-8-1942, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. 66/Δ/42 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Πυλαίας, που επικαλούνται που προσκομίζουν οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι).

Ο ανωτέρω αρχικός δικαιοπάροχος των εναγόντων - εφεσιβλήτων κατέλιπε ως πλησιέστερους συγγενείς του τα τέκνα του από τον γάμο του με την σύζυγό του Φ. Κ., δηλαδή τους α)Β.Κ., β)Δ. Κ., πατέρα των επτά (7) πρώτων εναγομένων-εκκαλούντων και σύζυγο της όγδοης (8ης), γ)Α. Κ., σύζυγο Ε. Κ., δ)Π. Κ., σύζυγο Β. Τ. ή Τ. και ε)την Δ.

Κ., σύζυγο Γ. Κ.. Ο Γ. Κ. δυνάμει της υπ' αριθμ. .../23-6-1942 δημόσιας διαθήκης που συνετάγη ενώπιον του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Βαφειάδη, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 60/1943 πρακτικό συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, εγκατέστησε ως κληρονόμους του τα ανωτέρω τέκνα του και συγκεκριμένα άφησε σε καθένα από τους Δ.

Κ., Α. συζ.Ε. Κ., Π. συζ. Β. Τ. και Δ. συζ. Γ. Κ. το ποσό 1.000 δραχμών και στον Β. Κ. όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, που ήθελε βρεθεί μετά το θάνατό του, στην οποία περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, και το επίδικο ακίνητο. Κατόπιν ατύπου συμφωνίας και στα πλαίσια συμβιβαστικής διευθέτησης του κληρονομικού τους δικαιώματος, η νομή και κατοχή του ως άνω κληροτεμαχίου παραχωρήθηκε το έτος 1943 κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία από τον εκ διαθήκης δικαιούχο Β.

Κ. στην δικαιοπάροχο των πέντε (5) πρώτων από τους ενάγοντες, Π. Τ., στη Δ. Κ., δικαιοπάροχο της έκτης (6ης), εβδόμου (7ου) και όγδοης (8ης) απ' αυτούς, και στον Δ. Κ., δικαιοπάροχο των εναγομένων-εκκαλούντων, ήτοι ανά ποσοστό 33,33/100 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους ενάγοντες, οπότε και εγκαταστάθηκαν σ' αυτό, ασκώντας έκτοτε πράξεις νομής και κατοχής για λογαριασμό τους και συγκεκριμένα καλλιεργώντας σ' αυτό στην αρχή μπάμιες, μπιζέλια και στη συνέχεια σιτηρά.

Οι ανωτέρω για την διευκόλυνση της εκμετάλλευσης του επίκοινου ακινήτου προχώρησαν σε άτυπη κατανομή της χρήσης του μεταξύ τους σε τρία ίσα τεμάχια, χωρίς να έχουν πρόθεση κατατμήσεώς του σε διαιρετά τμήματα. Τα παραπάνω, αναφορικά με τον τρόπο επιλύσεως της κληρονομικής διαφοράς των ως άνω κληρονόμων, δέχθηκαν και οι υπ' αρ. 1929/1966, 19/1967 και 206/1968 προσκομιζόμενες αποφάσεις του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, του Εφετείου Θεσσαλονίκης και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, τις οποίες οι ενάγοντες επικαλούνται και με τις οποίες κρίθηκε αμετάκλητα το κληρονομικό δικαίωμα των ανωτέρω κληρονόμων.

Στις 25-7-1984 απεβίωσε στην Πυλαία Θεσσαλονίκης η Π. χήρα Β. Τ., κάτοικος όσο ζούσε Πυλαίας Θεσσαλονίκης, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, η οποία κατέλιπε μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους της πρώτης τάξης τα τέκνα της από το γάμο της με τον Β. Τ., ο οποίος είχε προαποβιώσει στις 8-12-1940, ήτοι την πρώτη από τους ενάγοντες, Α.

Τ., τον Χ. Τ., δικαιοπάροχο του δεύτερου και τρίτης από τους ενάγοντες, την τέταρτη απ' αυτούς Γ. Τ. και τον πέμπτο απ' αυτούς Ε. Τ., στους οποίους και περιήλθε κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία η νομή του επίδικου κληροτεμαχίου κατά το ανωτέρω ποσοστό 33,33/100 εξ αδιαιρέτου της δικαιοπαρόχου αυτών (εναγόντων) και δη ποσοστό 8,333/100 εξ αδιαιρέτου στον καθένα απ' αυτούς (άρθρο 1813 Α.Κ), όπως προκύπτει από την υπ' αρ. 35/1984 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Πυλαίας, σε συνδυασμό με το υπ' αρ. 44122/2005 πιστοποιητικό μη δημοσίευσης διαθήκης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και το υπ' αρ. 15667/2004 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου Πυλαίας, ενώ στις 30-5-1991 απεβίωσε ο γιος της Χ.

Τ., επίσης άνευ συντάξεως διαθήκης και κληρονομήθηκε από το γιο του (2ο ενάγοντα) Β. Τ. και από τη σύζυγο του (3η ενάγουσα) Δ. Τ., το γένος Γ. Χ., οι οποίοι κληρονόμησαν το ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστό του και δη, κατά τα 6,250% εξ αδιαιρέτου ο 2ος ενάγων και κατά τα 2,083% η 3η ενάγουσα (βλ. τις υπ' αρ. 35/1984 και 41/1991 ληξιαρχικές πράξεις θανάτων του Ληξιάρχου Πυλαίας, τα υπ' αρ.

πρωτ. 15667/2004 και 15644/2004 πιστοποιητικά πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου Πυλαίας και τα υπ' αρ. 44122/2005 και 44123/2005 πιστοποιητικά περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης). Στη συνέχεια, στις 9-9-1999 απεβίωσε στην Πυλαία η Δ. χήρα Γ. Κ., άνευ συντάξεως διαθήκης και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της έκτη και όγδοη των εναγόντων, ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, οι οποίοι κληρονόμησαν το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό της των 33,333%, έκαστος κατά 11,111% εξ αδιαιρέτου (βλ.

την υπ' αρ. 57/Α/1999 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Πυλαίας, το υπ' αρ. πρωτ. 15672/2004 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου Πυλαίας και το υπ' αρ. 44124/2005 πιστοποιητικό περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης). Άπαντες οι ανωτέρω κληρονόμοι, καθώς και οι κληρονόμοι των κληρονόμων νέμονταν και κατείχαν τον προπεριγραφέντα αγρό, έκαστος κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του, από κοινού μετά των λοιπών συγκληρονόμων, με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν, καλλιεργώντας τον με διάφορα λαχανικά, και με σιτηρά, είτε οι ίδιοι είτε εκμισθώνοντάς τον σε τρίτα πρόσωπα, ένας από τους οποίους ήταν ο Α.

Λ. (βλ. την από 24-12-1995 απόδειξη εισπράξεως από τον 7ο ενάγοντα, μισθώνοντας και τις μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στα υπ' αρ. 266/1999 και 267/1999 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης). Η νομική και πραγματική αυτή κατάσταση συνεχίστηκε και μετά τη δημοσίευση της υπ' αρ. 1073/1957 αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Θεσσαλονίκης, ακόμη δε, και μετά την έκδοση επ' ονόματι μόνον του Δ.

Κ., προφανώς, διότι αυτός ήταν το μοναδικό μέλος της οικογένειας του αρχικού δικαιούχου, Γ. Κ., που ήταν γεωργός του υπ' αρ. 41092/1996 τίτλου κυριότητας και μάλιστα μέχρι τις αρχές του έτους 1999, οπότε οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Δ. Κ., που απεβίωσε το έτος 1984, δηλαδή οι εναγόμενοι τέκνα και σύζυγος αυτού, προέβησαν σε κατάληψη ολοκλήρου του αγρού, αποβάλλοντας τους ενάγοντες από το εξ αδιαιρέτου ποσοστό τους σ' αυτόν και αμφισβητώντας το δικαίωμα τους, επικαλούμενοι ότι ουδέποτε τόσο οι ίδιοι, όσο και οι δικαιοπάροχοι τους απέκτησαν ίδιο δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου, καθόσον τέτοιο είχε μόνον, δυνάμει της ως άνω αποφάσεως και του τίτλου, ο δικός τους δικαιοπάροχος, ο οποίος επέτρεπε στις λοιπές συγκληρονόμους του (ήτοι, στις αδελφές του Π.

και Δ.) να κάνουν χρήση του επιδίκου, φυτεύοντας το περιστασιακά, για ίδιο όφελος. Ωστόσο, όμως, ο ισχυρισμός αυτός, λαμβανομένων υπόψη των αποδεικτικών στοιχείων που ήδη αναφέρθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό και με τις μαρτυρικές καταθέσεις, επικρατέστερη των οποίων κρίνεται αυτή του μάρτυρος αποδείξεως, η οποία ενισχύεται και επιβεβαιώνεται και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αλλά και με την ένορκη βεβαίωση που μνημονεύθηκε, εκτιμάται ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, σύμφωνα και με τα εκτενώς διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του επιδίκου αγρού, κατά τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους, με έκτακτη χρησικτησία, αφού οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοι τους άσκησαν σ' αυτό τις προαναφερόμενες υλικές και εμφανείς πράξεις νομής με διάνοια κυρίου (και όχι λόγω χρησιδανείου από τον Δ.

Κ.), για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την 20ετίαν αναδρομικώς από την έγερση της αγωγής, ως τέτοιας νοούμενης της κατ' άρθρο 215 π αρ.1 ΚΠολΔ ολοκληρώσεως της με την επίδοση αυτής στους εναγόμενους τον Φεβρουάριο του έτους 2005 ... Επισημαίνεται ότι η 20ετής νομή του αγρού εκ μέρους των εναγόντων είχε συμπληρωθεί και κατά το χρόνο της αποβολής τους (αρχές του έτους 1999) από τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους επί του επιδίκου.

Ειδικότερα, από της παραχωρήσεως του αγρού στον απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων Γ. Κ. του Β., ο οποίος κατείχε αυτόν μέχρι το θάνατο του στις 28-8-1942, ο τελευταίος θεωρούνταν ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού, που ήταν ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, την ίδια δε πλασματική νομή επί του ακινήτου είχαν κατ' επέκταση και οι κληρονόμοι του στους οποίους παραδόθηκε αυτό, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα παραπάνω, ήτοι, ο Δ.

Κ., η Π. Τ. ή Τ. και η Δ. Κ., οι οποίοι νέμονταν και κατείχαν τον επίδικο αγρό, κατά ποσοστό 33,333% έκαστος, διανοία κυρίου, καλλιεργώντας τον συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι την κύρωση της οριστικής διανομής του έτους 1961, με την Π.Υ.Σ. 145/21-11-1962 που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 203/1962, οπότε και η κυριότητα του κλήρου (το τίμημα του οποίου είχε διαγραφεί), που κείται σε μη παραμεθόριο περιοχή, περιήλθε αυτοδικαίως στον αποκαθιστάμενο κληρούχο και συνεπώς έκτοτε (1962) αυτός (κλήρος) ήταν δεκτικός χρησικτησίας, αλλά και μετά από την κατά τα άνω δημοσίευση, προσέτι δε και μετά την έναρξη ισχύος του Α.Ν. 431/1968, που ορίστηκε την 23-5-1968, οπότε ήρθησαν όλοι πλην της κατατμήσεως οι περιορισμοί ως προς την κτήση της κυριότητας του κλήρου διά χρησικτησίας, συνεχίστηκε η ίδια κατάσταση και δη μέχρι τα έτη 1984 και 1999, οπότε απεβίωσαν η Π.

Τ. ή Τ. και η Δ. Κ. αντίστοιχα, οι οποίες, όμως, με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα, είχαν ήδη καταστεί συγκυρίες του επιδίκου αγρού, έκαστη κατά ποσοστό 33,333% εξ αδιαιρέτου (όπως άλλωστε και ο Δ. Κ., που, μέχρι το θάνατο του το έτος 1984 κατέστη ομοίως, συγκύριος αυτού κατά το ίδιο εξ αδιαιρέτου ποσοστό), αφού από το έτος 1962 και μέχρι το θάνατο τους είχαν ήδη συμπληρώσει νομή στο επίδικο, διανοία κυρίου, μεγαλύτερη των 20 ετών.

Έτσι, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και αυτόν των δικαιοπαρόχων τους, αναδρομικά, κατά τον τρόπο που εκτέθηκε, οι ενάγοντες (καθολικοί διάδοχοι τους) κατέστησαν και αυτοί συγκύριοι του επιδίκου, έκαστος κατά το εξ αδιαιρέτου κληρονομιαίο ποσοστό του, ασχέτως του γεγονότος ότι ο τίτλος κυριότητας του αγρού εκδόθηκε στο όνομα του Δ.

Κ. το έτος 1996, αφού όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη, η έκδοση και μεταγραφή του παραχωρητηρίου, όπως και η εξόφληση του τιμήματος στο Δημόσιο, δεν κωλύουν την άρση της ιδιότητας του κληρούχου ως πλασματικού νομέα επί του κλήρου και κατ' επέκταση την κτήση της κυριότητας αυτού διά χρησικτησίας από τρίτα πρόσωπα.

Η κτήση δε συγκυριότητας εκ μέρους των εναγόντων, κατά το συνολικό ποσοστό των 66,66% εξ αδιαιρέτου, δεν αναιρείται ούτε από το γεγονός ότι με τις υπ' αρ.11829/...1 και .../2002 δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ευσταθίας Βουλγαράκη-Τσώτσου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, οι εναγόμενοι προέβησαν σε αποδοχή της κληρονομίας του δικαιοπαρόχου τους Δ.

Κ., αποδεχόμενοι, μεταξύ άλλων και τον επίδικο αγρό στο σύνολο του, αφού το κληρονομικό δικαίωμα τους εκτείνονταν μόνον μέχρι του εξ αδιαιρέτου ποσοστού των 33,333% που είχε ο πατέρας και σύζυγος τους στο ακίνητο και όχι πέραν αυτού, του οποίου συγκύριοι τυγχάνουν οι ενάγοντες. Σημειώνεται επίσης, ότι, ενόσω ζούσε ο Δ.

Κ., από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι εκδήλωσε προς τις δικαιοπαρόχους των εναγόντων (αδελφές του), οι οποίες να έλαβαν γνώση αυτής, την πρόθεση του να νέμεται εφεξής τον αγρό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό, στο σύνολο του, είτε ρητώς, είτε με πράξεις που φανερώνουν τέτοια απόφαση του ... η δε κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως ως προς το θέμα αυτό δεν κρίνεται πειστική, διότι αντικρούεται από τα υπόλοιπα ήδη μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα." Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε αναγνωρίσει αυτούς συγκυρίους του επιδίκου ακινήτου κατά τα ειδικότερα σ' αυτή ποσοστά εξ αδιαιρέτου τον καθένα.

Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους άσκησαν πράξεις συννομής στο επίδικο κατά το ανήκον στον καθένα απ' αυτούς εξ αδιαιρέτου ποσοστό του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.

Εξάλλου, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσίβλητοι νεμήθηκαν κατ' ιδανικά μέρη ολόκληρο το επίδικο, χωρίς να ασκείται η νομή τους σε διακριτό μέρος αυτού, δεν χρειάζεται να προσδιορισθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση η ακριβής έκταση την οποία ο καθένας από τους ενάγοντες κατείχε και ενέμετο, σε τρόπον, ώστε σε σχέση με τη συνολική έκταση να προκύψει με την εφαρμογή μαθηματικού τύπου το αντίστοιχο προς την εδαφική έκταση που ο καθένας ενέμετο ποσοστό συγκυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου.

Επομένως, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Τέλος, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, αναφορικά με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν αιτιολογεί την αποβολή του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Δ. Κ. από το επίδικο ακίνητο καθώς και τη διαπίστωση της έναρξης της νομής τους σ'αυτό, είναι απαράδεκτος, γιατί τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά συνιστούν ελλείψεις αναγόμενες στη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που εκτίθεται σαφώς και όχι ανεπαρκείς αιτιολογίες.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.2 η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, ότι, αν η επίκληση από τους διαδίκους των διαδικαστικών εγγράφων άλλης δίκης έγινε για να εκτιμηθούν αυτά ως αποδεικτικά έγγραφα, για τη συναγωγή τεκμηρίων, η εκτίμηση του περιεχομένου τους δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου ή συντρέχει λόγος αναίρεσης των αριθμών 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης τους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 79, 91, 93 και 193 του Αγροτικού Κώδικα καθώς και 974, 1045, 1046, 1051 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι οι ενάγοντες νεμήθηκαν το επίδικο κατά τα σ' αυτή ποσοστά εξ αδιαιρέτου, επειδή για να καταλήξει στο συμπέρασμά του αυτό εκτίμησε εσφαλμένα τα προσκομισθέντα απ' αυτούς διαδικαστικά έγγραφα άλλων δικών, ήτοι τις 1929/1966, 19/1967 και 206/1968 αποφάσεις του Πρωτοδικείου και Εφετείου Θεσσαλονίκης καθώς και του Αρείου Πάγου αντίστοιχα, οι οποίες έκριναν κληρονομικό δικαίωμα των τελευταίων. Η εκτίμηση όμως των ως άνω αποφάσεων, ως αποδεικτικών μέσων, σε συνεκτίμηση με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, η οποία δεν προσβάλλει, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, κάποιο από τους πιο πάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ούτε συντρέχει λόγος σχετικός αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη, και, επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περιπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περιπτ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις επικληθείσες και προσκομισθείσες υπ' αριθ. καταθ. 1154 και 1155/2000 αγωγές και 97 και 98/1999 αντίστοιχα, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων των αναιρεσιβλήτων, από τις οποίες προέκυπτε η νομή των αναιρεσειόντων σε διαιρετά τμήματα του επιδίκου ακινήτου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων σε σχέση με την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, και "από τα νομίμως και μετ' επίκληση προσκομισθέντα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη, και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 447 ΚΠολΔ το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνο αν το προσκόμισε ο αντίδικος ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444. Η διάταξη αυτή, κατά τη σαφή της έννοια, έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το έγγραφο πρόκειται να χρησιμεύσει για άμεση και όχι έμμεση απόδειξη, κατ' άρθρο 336 παρ.3 ΚΠολΔ, δηλαδή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι από την από 24-12-1995 απόδειξη είσπραξης μισθώματος που εκδόθηκε από τον έβδομο των αναιρεσιβλήτων αποδεικνύεται η εκμίσθωση του επιδίκου σε τρίτο (πράξη νομής) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 447 ΚΠολΔ, επειδή η απόδειξη αυτή αποδεικνύει υπέρ του εκδότη μόνο αν την προσκομίσει ο αντίδικος. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο, όταν πρόκειται να χρησιμεύσει το έγγραφο για άμεση απόδειξη και όχι, όπως εδώ, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αλλιώς, ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, με το να το λάβει υπόψη το εν λόγω έγγραφο και μάλιστα να το μνημονεύσει ρητά, δεν προσέδωσε σ' αυτό μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-12-...8 αίτηση των Η. Κ. του Δ. κ.λπ. για αναίρεση της 2135/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσιες (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ