Legislator Case Law & Legislation
613/2011 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court's ambiguous liability findings in traffic accident insurance dispute.

Case Number 613/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding liability in a traffic accident involving an insured party. The appellant argued the lower court's reasoning was contradictory and failed to establish precise facts about the collision point and vehicle maneuvers. Consequently, the Court found the appeal admissible and remanded the case for retrial by a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 226, 575, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court's reasoning regarding liability is ambiguous or contradictory, necessitating a remand for further examination by a different panel of judges.

Keywords

AI generated
traffic accident liability ambiguity in reasoning remand for retrial insurance dispute Supreme Court appeal new panel of judges procedural fairness

Cited Legislation

AI generated
Article 226, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 226, paragraph 5 of the Code of Civil Procedure
Article 575 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 613 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 613/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ZUERICH VERSICHERUNGS GESELLSCHAFT", που εδρεύει στην Ελβετία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Εύα Τσελώνη-Παρασκευοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Α. του Σ., 2) Β. Μ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζανετάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/9/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την με αριθμό κατάθεσης 36993/2004 αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3594/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1438/2007 μη οριστική και 1841/2008 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/1/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 22/1/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση 8324Β και 8325Β/19-6-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Βόλου ... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 5-2-2010 και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτή επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους (Δ. Α. και Β. Μ.). Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε νόμιμα από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, έτσι ώστε δεν χρειάζεται κλήση του διαδίκου γι' αυτή, εφόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4, 575 ΚΠολΔ). Οι δύο προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω νέα δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από το πινάκιο και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 26/2004).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 20-9-2001 και περί ώρα 10.20' ο μη διάδικος Γ. Σ., οδηγώντας το υπ' αριθμ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (τζιπ), με ελβετικές πινακίδες κυκλοφορίας, ιδιοκτησίας του πατέρα του και πρώτου ενάγοντος της, από 19-9-2003 αγωγής, και δεύτερου ενάγοντα της, από 17-9-2003, αγωγής, Γ.

Σ. και ασφαλισμένο με σύμβαση μικτής ασφάλισης, στην πρώτη ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, της από 17-9-2003 αγωγής, κινούνταν στην επαρχιακή οδό Βόλου-Ζαγοράς, με κατεύθυνση προς Ζαγορά και συνεπιβάτες τον τελευταίο, στο πίσω κάθισμα του άνω οχήματος και την δεύτερη ενάγουσα μητέρα του, στη θέση του συνοδηγού.

Η άνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που διαχωρίζονται μεταξύ τους με μονή συνεχή διαχωριστική γραμμή, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6 μέτρα, δηλαδή 3 μέτρα, το κάθε ρεύμα κυκλοφορίας, ενώ η κατάσταση της οδού ήταν καλή (οδόστρωμα ξηρό), η κίνηση των οχημάτων αραιή, επικρατούσε φως ημέρας και η ορατότητα περιορίζονταν λόγω καμπύλης της οδού, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχονταν σε 50 χιλιόμετρα την ώρα.

Την ίδια χρονική στιγμή ο πρώτος εναγόμενος των, από 17-9-2003, (δύο) αγωγών, οδηγώντας το υπ' αριθμ ... ΙΧΦ αυτοκίνητο (μπετονιέρα), πλάτους 2,5 μέτρων περίπου, ιδιοκτησίας του δεύτερου ενάγοντα των ιδίων αγωγών, προστηθείς ο πρώτος στην οδήγηση και ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγομένη και τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία «Ιντερσαλόνικα ΑΕ», των, από 19-9-2003 και 17-9-2003, (δύο) αγωγών αντίστοιχα, κινούνταν στην ανωτέρω οδό και με αντίθετη κατεύθυνση πορείας, προς Βόλο.

Ο οδηγός Γ. Σ., μόλις έφθασε στο 67,5 χιλιομετρικό σημείο της άνω οδού, οδηγούσε με αυξημένη, για τις περιστάσεις ταχύτητα, άνω της επιτρεπόμενης των 50 χιλιομέτρων την ώρα, με αποτέλεσμα, ενόψει και της κατωφέρειας του οδοστρώματος και της διαγραφόμενης καμπύλης της οδού, να μην είναι σε θέση να συγκρατήσει το όχημα, που οδηγούσε και ως εκ τούτου να εισέλθει έστω και κατ' ελάχιστον στο αντίθετο ρεύμα πορείας στο οποίο, όπως προελέχθη, κινούνταν κανονικά ο οδηγός Δ.

Α.. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο άνω οδηγός Γ. Σ. εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ενισχύεται από το γεγονός ότι το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος οδηγός Δ. Α., είχε πλάτος 2,5 μέτρα περίπου, ενώ το ρεύμα πορείας του 3 μέτρα και κατά συνέπειαν καταλάμβανε ολόκληρο σχεδόν το οδόστρωμα, σε αντίθεση με το όχημα, που οδηγούσε ο πρώτος, ο οποίος ενόψει των διαστάσεων του τελευταίου (οχήματος), είχε τη δυνατότητα να οδηγεί με ευχέρεια, δεξιότερα εντός του ρεύματος πορείας του.

Άλλωστε ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν δυνατόν να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, αφενός λόγω του μεγάλου όγκου του οχήματος, που οδηγούσε και αφετέρου διότι στην πορεία του το οδόστρωμα παρουσίαζε ανωφέρεια, σε αντίθεση με τον οδηγό Γ. Σ., ο οποίος βρισκόταν σε τροχιά κατωφέρειας και σε, δεξιά σε σχέση με την πορεία του, στροφή, που δικαιολογεί απόλυτα την είσοδό του έστω και κατ' ελάχιστον στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δεδομένου μάλιστα του γεγονότος ότι το σημείο συγκρούσεως τοποθετείται στο μέσον περίπου της διαγραφόμενης επί της οδού καμπύλης και μάλιστα σχεδόν επί της διαχωριστικής γραμμής.

Το αρμόδιο όργανο της τροχαίας Βόλου και συγκεκριμένα, η ανθ/μος Τ. Χ., που συνέταξε το σχεδιάγραμμα, που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας, αποτυπώνει το σημείο συγκρούσεως, στο ρεύμα πορείας του οδηγού Γ. Σ., σχεδόν εφαπτόμενο επί της διαχωριστικής γραμμής, όπου και ανευρέθησαν θραύσματα γυαλιών. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεδομένου ότι η επίδικη σύγκρουση έλαβε χώρα κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, έστω και κατ' ελάχιστον στο ρεύμα πορείας του πρώτου εναγομένου, τα άνω ευρήματα (θραύσματα), δικαιολογούνται, στο σημείο εκείνο του οδοστρώματος.

Ακόμη, το γεγονός ότι ο οδηγός Γ. Σ. εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προκύπτει και από τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των εμπλακέντων, στο ένδικο ατύχημα, οχημάτων. Συγκεκριμένα, το όχημα (τζιπ), που οδηγούσε ο άνω οδηγός υπέστη υλικές ζημίες στην εμπρόσθια αριστερή γωνία, ενώ το όχημα (μπετονιέρα), που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος υπέστη υλικές ζημίες στην αριστερή πλευρά και μάλιστα στο μέσον περίπου του αμαξώματος, πλησίον του μεσαίου ελαστικού, γεγονός που καταδεικνύει ανενδοίαστα την είσοδο του πρώτου οχήματος στο ρεύμα πορείας του δευτέρου, διότι σε διαφορετική περίπτωση, θα συγκρούονταν η εμπρόσθια πλευρά του τελευταίου (οχήματος).

Ακόμη το γεγονός ότι ο οδηγός Γ. Σ., έβαινε με αυξημένη ταχύτητα, προκύπτει από τις εκτεταμένες υλικές ζημίες, που υπέστη το όχημα, που οδηγούσε, το οποίον καταστράφηκε ολοσχερώς. Ενόψει λοιπόν των προαναφερομένων και δεδομένου ότι σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, το θέμα υπαιτιότητας, της αιτιώδους συνάφειας και των συνεπειών του αδικήματος κρίνονται, κατά το ελληνικό δίκαιο, αφού το ένδικο ατύχημα, έλαβε χώρα, σε ελληνικό έδαφος, ουδεμία αμέλεια βαρύνει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τον οδηγό Δ.

Α., ο οποίος επέδειξε την επιμέλεια κάθε συνετού και ευσυνείδητου οδηγού, που απαιτείται κατά την οδήγηση, αφού κινούνταν κανονικά στην πορεία του και με κανονική ταχύτητα. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι με την υπ' αριθμ 3569/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, ο εναγόμενος οδηγός Δ. Α., κηρύχθηκε αθώος για σωματική βλάβη από αμέλεια του Γ.

Σ.". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την 3594/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε δεχθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος ήταν ο οδηγός της μπετονιέρας και ακολούθως απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των αυτοκινήτων που έχουν εμπλακεί στο επίδικο ατύχημα που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα-ενάγουσα εταιρία και συνεπώς παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, δέχεται ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε ο ασφαλισμένος στην αναιρεσείουσα-ενάγουσα οδηγούσε με αυξημένη, για τις περιστάσεις ταχύτητα, άνω της επιτρεπόμενης των 50 χιλιομέτρων την ώρα, με αποτέλεσμα, ενόψει και της κατωφέρειας του οδοστρώματος και της διαγραφόμενης καμπύλης της οδού, να μην είναι σε θέση να συγκρατήσει το όχημα, που οδηγούσε και ως εκ τούτου να εισέλθει έστω και κατ' ελάχιστο στο αντίθετο ρεύμα πορείας, δεν προσδιορίζει όμως το ακριβές σημείο σύγκρουσης των οχημάτων επί της οδού και με την ενδοιαστική έκφραση "έστω και κατ' ελάχιστον" επιτείνει την ασάφεια, ενώ στη συνέχεια αφενός μεν δέχεται ότι το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος οδηγός Δ.

Α., είχε πλάτος 2,5 μέτρα περίπου, ενώ το ρεύμα πορείας του 3 μέτρα με συνέπεια να καταλαμβάνει ολόκληρο σχεδόν το οδόστρωμα, αφετέρου δε το σημείο συγκρούσεως τοποθετείται στο μέσον περίπου της διαγραφόμενης καμπύλης και μάλιστα σχεδόν επί της διαχωριστικής γραμμής. Επίσης δεν προσδιορίζεται επαρκώς η κίνηση του μεγάλου οχήματος (μπετονιέρας) και αν ο οδηγός αυτού προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό ή εάν είχε δυνατότητα να προβεί σε αποφευκτικό ελιγμό ενόψει της κατάστασης της οδού (καμπύλη), του σχήματος και του όγκου του οχήματός του, τα οποία δεν εξετάζονται στην απόφαση.

Ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος που αναφέρεται στους εδώ διαδίκους και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο Εφετείο Θεσσαλονίκης, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1841/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στους εδώ διαδίκους.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 15 Απριλίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ