Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding prior final judgment on land ownership rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that rejected its claim of ownership over a specific land parcel. The State argued the municipality lacked the right to grant usage rights, but the court found the State was an unauthorized possessor since the municipality never legally acquired the land. Consequently, the court held that the final judgment on the land's ownership status constituted res judicata, barring any new litigation on the same rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324 of the Code of Civil Procedure; The final judgment constitutes res judicata, prohibiting new litigation on the same rights and legal relations, thereby binding the court to treat the established legal consequences as unassailable truth.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 613 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 613/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Φοίβο Ιατρέλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Νέας Αλικαρνασσού Ηρακλείου, που έχει έδρα την Ν. Αλικαρνασσό και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαρία Κατίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 310/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 312/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείων με την από 22-11-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 16-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση.
οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.
Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες. Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή η απόφαση που εκδίδεται τέμνει τη διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής και η έκταση αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνεται προς το δικαστήριο (Ολ.
ΑΠ 959/1985). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 330 Κ.Πολ.Δ "το δεδικασμένο εκτείνεται και στις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και σ΄ εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί ν΄ ασκηθεί και με κύρια αγωγή".
Μεταξύ των ενστάσεων οι οποίες καλύπτονται από το δεδικασμένο, μολονότι δεν προτάθηκαν, αν και μπορούσαν να προταθούν περιλαμβάνεται και η από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση για κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα η ένσταση αυτή, παρά τη γινόμενη με το άρθρο 330 Κ.Πολ.Δ ρύθμιση δύναται επιτρεπτώς να προταθεί στην περίπτωση κατά την οποία τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, είναι μεταγενέστερα της τελευταίας συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση.
Τέλος, όπως προκύπτει από τα άρθρο 281 ΑΚ και 70 Κ.Πολ.Δ, κατά της αναγνωριστικής αγωγής μπορεί να προταθεί και η από την πρώτη διάταξη ένσταση για κατάχρηση δικαιώματος, αφού αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένσταση αυτή, καταλύεται το έννομο συμφέρον του ενάγοντος για αναγνώριση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης της έννομης σχέσης, στην οποία αναφέρεται η αναγνωριστική αγωγή και επομένως η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον Ελλ. Δημόσιο με τον πρώτο λόγο της αίτησής του προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έκρινε παρά το νόμο ότι υπάρχει δεδικασμένο από την 507/1988 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα κυριότητας του αναιρεσιβλήτου Δήμου Νέας Αλικαρνασσού Ηρακλείου Κρήτης στο επίδικο ακίνητο και έτσι απέρριψε ως απαράδεκτη την ένστασή του για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος την οποία δεν είχε προτείνει στη δίκη εκείνη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, δεν δέχθηκε δεδικασμένο κατά παράβαση του νόμου, διότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που προτάθηκε από το αναιρεσείον καλύφθηκε από το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε με την 507/1988 απόφαση του Αρείου Πάγου και ως εκ τούτου ήταν απαράδεκτη, αφού στην παρούσα δίκη της οποίας αντικείμενο είναι η απόδοση του ίδιου ακινήτου του οποίου η κυριότητα έχει κριθεί αμετάκλητα δε γίνεται επίκληση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την κατάχρηση και τα οποία είναι μεταγενέστερα της τελευταίας συζήτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η αμετάκλητη αναγνωριστική κυριότητας απόφαση.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης με τον οποίο υποστηρίζονται τα΄ αντίθετα και με τον οποίο, κατά ορθή εκτίμηση αποδίδονται πλημμέλειες από τους αρ. 14 και 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος και πρέπει ν΄ απορριφθεί. Επειδή κατά το άρθρο 164 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ. 29-10/6-12-1949) αντίστοιχο προς άρθρο 173 του παλαιού Αγροτικού Κώδικα (π.δ. 31-8/19-9-1935) ΟΡΊΖΕΤΑΙ ΌΤΙ "1.- Παραχωρούνται εις το νομικόν πρόσωπον της Κοινότητος εν τη περιφερεία της οποίας κείνται:
α)Αι δι΄ οριστικής διανομής προς κοινήν των εγκατασταθέντων προσφύγων ή γηγενών χρήσιν αφεθείσαι και αφιέμεναι εν εκάστω συνοικισμώ γαίαι καθοριζόμεναι κατά τας παραγράφους α, γ, δ, και ε΄ του άρθρου 31 του παρόντος κώδικος....(οδοί πλατείαι, βοσκήσιμοι εκτάσεις). 4.- Τα κατά την προηγουμένην παράγραφον 1 κτήματα, λογιζόμενα ως κοινοτικός κλήρος, μεταβιβάζονται δι΄ αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας δημοσιευομένης εν περιλήψει εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εις την οικείαν Κοινότητα.
Από της μεταγραφής της δημοσιευθείσης αποφάσεως η κυριότης και η νομή μεταβιβάζονται εις την οικείαν Κοινότητα άνευ άλλης τινός διατυπώσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1095 ΑΚ ο εναγόμενος στη διεκδικητική αγωγή (όχι στην αναγνωριστική κυριότητας), έχει δικαίωμα ν΄ αρνηθεί την απόδοση του πράγματος αν έχει έναντι του κυρίου δικαίωμα να νέμεται ή να κατέχει το πράγμα.
Η νομή ή κατοχή του πράγματος πρέπει να βασίζεται σε έννομη σχέση, είτε οικογενειακή, είτε κληρονομική, είτε εμπράγματη, είτε ενοχική. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δικαιούται να νέμεται και να κατέχει το πράγμα αποτελεί γνήσια αναβλητική ένσταση, διότι με τον ισχυρισμό αυτό ο εναγόμενος δεν αρνείται τη βάση της αγωγής, δηλαδή το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος, αλλά αντιτάσσει ένα γεγονός που παρέχει σ΄ αυτόν δικαίωμα να διατηρεί τη νομή ή την κατοχή του πράγματος και ν΄ αρνηθεί την απόδοσή του.
Εφόσον το ανωτέρω δικαίωμα του εναγομένου προϋποθέτει έννομη σχέση τέτοια δε μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει όταν η δικαιοπραξία βάσει της οποίας περιήλθε η νομή ή η κατοχή του διεκδικούμενου πράγματος στον εναγόμενο, είναι άκυρη αφού θεωρείται ανύπαρκτη (άρθρο 181 ΑΚ). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής:
Στην πρώην Κοινότητα Νέας Αλικαρνασσού Ηρακλείου, της οποίας διάδοχος είναι ο αναιρεσίβλητος ομώνυμος Δήμος, παραχωρήθηκε από τα αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως κοινοτικός κλήρος, το με αριθμό 2 κληροτεμάχιο, συνολικής έκτασης 212.087 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "Ρουσσές" της κτηματικές περιφέρειας του αναιρεσίβλητου Δήμου και το οποίο προήλθε από την οριστική διανομή του αγροκτήματος Νέας Αλικαρνασσού που έλαβε χώρα το 1932.
Η διανομή αυτή, για την οποία συντάχθηκε το από 17-12-1932 πρακτικό της αρμόδιας επιτροπής εγκρίθηκε με την 64645/21-6-1935 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και μεταγράφηκε νόμιμα στις 30-8-1937. Έτσι η νομή και η κυριότητα του άνω κληροτεμαχίου, αμέσως μετά την μεταγραφή της εγκριτικής υπουργικής απόφασης περιήλθε, χωρίς άλλη διατύπωση, σύμφωνα με το άρθρο 164 παρ.2 του Αγροτικού Κώδικα, στην Κοινότητα Αλικαρνασσού, ως κληρούχο.
Επομένως ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι κατά το έτος 1932 παραδόθηκε σ΄ αυτό ατύπως από την Κοινότητα Αλικαρνασσού η νομή τμήματος από το άνω κληροτεμάχιο έκτασης 38.583,65 τ.μ. που είναι και το επίδικο, και επί του οποίου έκτοτε, ασκείται νομή, είναι αβάσιμος, διότι κατά τον χρόνο εκείνο η Κοινότητα Αλικαρνασσού δεν είχε αποκτήσει τη νομή.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 79 και 228 του Αγροτικού Κώδικα, δεν είναι δυνατή η κτήση της νομής στο επίδικο κληροτεμάχιο από άλλον πλην του κληρούχου, ο οποίος τουλάχιστον μέχρι το έτος 1968 (α.ν. 431/1968) θεωρείται ως μόνος καλής πίστεως νομέας του. Έτσι, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η τότε Κοινότητα Αλικαρνασσού, στη θέση της οποίας υπεισήλθε ο αναιρεσίβλητος, παραχώρησε δικαίωμα νομής ή κατοχής στο επίδικο υπέρ του αναιρεσείοντος Δημοσίου τούτο (δημόσιο) ήταν αυθαίρετος κάτοχός του.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς απέρριψε την από το άρθρο 1095 του ΑΚ ένσταση της δικαιωματικής κατοχής που πρότεινε το αναιρεσείον και γι΄ αυτό ο δεύτερος λόγος της αίτησης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ότι δηλαδή παραβιάστηκαν οι ανωτέρω διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα και το άρθρο 1095 του ΑΚ και από τον αρ. 19 ότι δηλαδή η απόφαση στερείται επί του ίδιου ζητήματος επαρκών αιτιολογιών, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-11-2004 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 312/2004 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ