Supreme Court annuls lower court decision for omitting to rule on appeal regarding property ownership dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision for failing to rule on the State's appeal regarding partial property ownership. The State argued that the lower court improperly omitted to decide on its claim to correct the cadastral registry entry. The Court held this omission constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, mandating the annulment and remittal to the original court for a complete trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9γ) and 580(3) of the Code of Civil Procedure: A lower court's failure to rule on a party's appeal constitutes a procedural error requiring annulment and remittal for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 612 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Απόφαση 612 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 612/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 2α Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Τζώρτζη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Τζώρτζη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2012 αίτηση της ήδη υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτου, και την από 23-7-2012 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 208ΕΚΜ/2014 οριστική ιδίου Δικαστηρίου και 92/2017 μη οριστική, 99/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 18-5-2020 αίτησή της, και το υπό στοιχείο Β αναιρεσείον με την από 10-2-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573§1 του Κ.Πολ.Δ.), το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών μεταξύ των ίδιων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 3/2022, Α.Π. 205/2020, Α.Π. 147/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τις κρινόμενες από 18.05.2020 και 10.02.2021 αιτήσεις αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 99/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, το οποίο δέχτηκε την από 01.06.2015 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 208/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, το οποίο είχε απορρίψει την από 14.03.2012 αίτηση αυτής (αναιρεσείουσας) από το άρθρο 6§3 του ν. 2664/1998 και είχε δεχτεί την από 23.07.2012 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, παρέλειψε δε να αποφανθεί κατ' ουσίαν για την από 06.04.2016 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος.
Οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτές (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς τους λόγους τους (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).
Επί της από 18.05.2020 αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών) οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α. Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία (mulk, arazi-i memluke) (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β.
τις δημόσιες γαίες (arazi-i empiriye) (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως (tassaruf), γ. τις αφιερωμένες γαίες (arazi-i mevkufe), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ.
τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (arazi-i metruke) (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κτλ), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και ε. τις νεκρές γαίες (arazi-i mevat) (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο.
Με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 22.02/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζεται, σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 03.02.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν, και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 αυτού, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ("Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.").
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχτηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.
Η διαδοχή εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθμ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.03.1829 με τον παράτιτλο: "Οροθεσία της Στερεάς και των Νήσων", διαλαμβάνοντας ότι "Αι νήσοι αι εις την Πελοπόννησον παρακείμεναι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες, θέλουσιν ωσαύτως συμπεριληφθή εντός αυτού τούτου του Κράτους.".
Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (mulk, arazi-i memluke) και τα δικαιώματα εξουσιάσεως (tassaruf), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.
Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίστηκαν, κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, ως ιδιωτικές ανήκουσες στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών), κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των έως τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 27.06/09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (Α.Π. 23/2021, Α.Π. 34/2019, Α.Π. 160/2014).
Τούτο, όμως, συνέβη εφόσον επρόκειτο περί γαιών καθαράς ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα, βοσκές και εκτάσεις που, λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριο αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου".
Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες, κατά την ταυτότητά τους, ως τμήμα της εδαφικής εκτάσεως του Οθωμανικού Κράτους και ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η εδαφική έκταση του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 04.06/16.06.1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό τον χαρακτηρισμό "βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ.Α.Π. 1/2013). Περαιτέρω, τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, να ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διοικήσεως κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε ότι: "Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.".
Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του Α.Κ. με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βζρδ των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή, των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.06/03.07.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκαταλείψεώς του, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεως του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτή αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βζρδ, δεν απαιτούνταν ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του Α.Κ..
Ο νόμος "Περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βζρδ, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.7), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας. Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύθηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα, λόγω του απελευθερωτικού αγώνα.
Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της καταλήψεώς τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Ελληνικό Δημόσιο ή τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (Α.Π. 590/2019, Α.Π. 1840/2017). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 15.12.1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής, και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 και 1834", που έχει ισχύ νόμου, "Όλα τα λιβάδια, διά την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τις παρουσιάση έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί Τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε εις το δημόσιον.".
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και, επομένως, και σε αυτές, στις Κυκλάδες, που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριό τους το Ελληνικό Δημόσιο (Α.Π. 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.
ΚΘ της 31.01/18.02.1864 "Περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητούμενων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.
ΨΝΖ της 27.03/01.04.1880 "Περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο, ως προς τα εθνικά, και οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκήσιμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν έως το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (Α.Π. 987/2017). Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του β.δ.
του έτους 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους και τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος (Α.Π. 34/2019, Α.Π. 987/2017).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά τον χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 Πανδ. (5.8) ν.27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του έως τις 11.09.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (Α.Π. 1840/2017, Α.Π. 783/2016). Εξ ετέρου κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του β.δ. της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίζεται η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί κάθε εκτάσεως που αποτελούσε, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι, πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωριά και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (01.12.1836).
Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν.9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βζρδ, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.02.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1§1 αυτού αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ".
Πλην όμως, προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, έως τις 11.09.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ. για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερόμενων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.
Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας.
Οι, στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π. 1182/2018).
Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτή ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 894/2020, Α.Π. 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του.
Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ενστάσεως ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω αποκτήσεως κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.
Έτσι, εάν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δάσους και ως δημόσιου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό, πλην όμως, λόγω του υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως (Α.Π. 712/2015).
Περαιτέρω, στο άρθρο 62§1 εδάφ. β' του ν. 998/1979 "Περί των προστασίας δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37§1 ν. 4280/2014, ορίζεται ότι, κατ' εξαίρεση, το κατά την §1 εδάφ. α' του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "...
δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσων που ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμών καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης.".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή (Α.Π. 340/1985) ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας αυτού Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο β.δ.
της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στις εν λόγω περιοχές, μόνη η επίκληση από το Ελληνικό Δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης εκτάσεως να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το Ελληνικό Δημόσιο, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, μετά τις 23.02.1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (Α.Π. 284/2021, Α.Π. 984/2017).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).
Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση του ενδιαφέροντος μέρους της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε αυτολεξεί τα ακόλουθα: "... . Επίδικο είναι ακίνητο - γεωτεμάχιο εμβαδού 9.703 τ.μ., κατά τo κτηματολογικό φύλλο, κείμενο στη θέση "Καμίνια" στη Μήλο.
Το ως άνω ακίνητο εμφαίνεται στο από 22.9.2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ... και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ..., ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων ... και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων ... γ) νότια με αγροτικό δρόμο, δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία ..., εν μέρει με ιδιοκτησία ..., εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων ...
και εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου. Το επίδικο περιγράφεται με τα στοιχεία Α,Β,Γ,...Ρ,Σ,Α στο τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξε ο ως άνω πραγματογνώμονας και ενσωματώθηκε στην ως άνω πραγματογνωμοσύνη (...) και έχει εμβαδόν ... τ.μ, το νότιο τμήμα του οποίου, εμβαδού ... τ.μ είναι χορτολιβαδικό, σύμφωνα με τους αναρτημένους δασικούς χάρτες, ενώ το υπόλοιπο βόρειο τμήμα, στο οποίο υπάρχουν παλιά αμπέλια και οι λάκκοι αυτών, είναι καλλιεργήσιμο και έχει χαρακτηρισθεί από τη
Διεύθυνση Δασών Κυκλάδων ως αγροτικής μορφής. Επίσης, ότι στο νότιο τμήμα υπάρχουν σε διάφορα τμήματα πεζούλες (ξερολιθιές) με υψομετρική διαφορά, για τη συγκράτηση του εδάφους, γεγονός που αποδεικνύει ότι αυτό χρησιμοποιούταν για καλλιέργεια και γι' αυτό απαιτούνταν η "συγκράτηση" του χώματος του εδάφους (με τις πεζούλες).
Από την διαχρονική μελέτη των αεροφωτογραφιών προέκυψε ότι το βόρειο τμήμα του αγρού ήταν διαχρονικά καλλιεργούμενο, χωρίς άτομα δασικής βλάστησης εντός του επίδικου. Μεταγενέστερα εμφανίστηκαν μεμονωμένα αραιά άτομα δασικής βλάστησης λόγω της μη εντατικής καλλιέργειας αυτού, τα οποία δεν αποτελούν οργανικό σύνολο επί της επιφάνειας του εδάφους.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την Δασική Υπηρεσία Κυκλάδων, η οποία μετά την υπ' αριθμόν 937/03 απόφαση της Πρωτοβάθμιας επιτροπής επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων Ν. Κυκλάδων, χαρακτήρισε το τμήμα του επίδικου αγρού (το οποίο σημειώνεται με πράσινο χρώμα στην εικόνα 21), εμβαδού 6198.46 τ.μ. ως αγροτικής μορφής της παρ. 6α του αρθ. 3 του Ν. 998/1979, ενώ τμήμα του επίδικου αγρού (το οποίο σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στην εικόνα 21), εμβαδού 3505,14 τ.μ.
ως χορτολιβαδικής μορφής της παρ. 6β του αρθ. 3 του Ν. 998/1979. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το τοπογραφικό διάγραμμα ... δεν ήταν εξαρτημένο από το κρατικό σύστημα συντεταγμένων και η εμβαδομέτρηση των δυο αυτών τμημάτων δεν ήταν ακριβής. Το ακριβές εμβαδόν που υπολογίσθηκε ως χορτολιβαδικό τμήμα, στους αναρτημένους δασικούς χάρτες στην εφαρμογή της ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.
και στο κρατικό σύστημα συντεταγμένων είναι 3.313,79 τ.μ. . Το ως άνω βόρειο τμήμα του επιδίκου αγρού, που καλλιεργείτο, έχει αγροτικό χαρακτήρα και περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας της εκκαλούσας, έχει περιέλθει σ' αυτήν με παράγωγο τρόπο αλλά και με πρωτότυπο και συγκεκριμένα είχε περιέλθει αρχικά κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον δικαιοπάροχο πατέρα της ...
με διανομή μεταξύ των κληρονόμων του ... και ειδικότερα δυνάμει του υπ' αριθμ. 6795/1957 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου (τ. 63, α.α 223). Στον δικαιοπάροχο της εκκαλούσας και ... είχε περιέλθει δυνάμει της υπ' αριθμ. 6794/1957 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς του τότε συμβολαιογράφου Μήλου ..., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου (τ. 63, α.α. 222).
Μετά το θάνατο του πατέρα της εκκαλούσας το ως άνω ποσοστό του επί του επίδικου ακινήτου, περιήλθε κατά τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής σε αυτήν (την εκκαλούσα) και στη μητέρα της κατά ποσοστό 3/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα (και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου σε αυτή και κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου στη μητέρα της) σε συνδυασμό με την με αριθμό 820/1991 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ...
που μεταγράφηκε νόμιμα, στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου (τ. 156, α.α 47), με την οποία αυτές αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά. Περαιτέρω αποδείχτηκε, ότι τόσο η εκκαλούσα, όσο και οι δικαιοπάροχοί της τουλάχιστον από το έτος 1957 και δυνάμει των παραπάνω τίτλων ασκούσαν στο παραπάνω τμήμα του επίδικου φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου διενεργώντας επ' αυτού εμφανείς υλικές πράξεις νομής, ήτοι το επισκεπτόταν και το επέβλεπαν προέβησαν σε καταμετρήσεις αυτού, σε σύνταξη διαγραμμάτων και το αποτύπωσαν σε διάφορα τοπογραφικά, προέβησαν δε σε αποδοχή κληρονομίας, όσοι απέκτησαν το όλο ακίνητα με κληρονομική διαδοχή.
Επίσης οι άμεσοι δικαιοπάροχοι της εκκαλούσας (γονείς της) προέβαιναν διαμέσου αυτού σε καθημερινές διελεύσεις και στον καθαρισμό του από τα φυτικά ζιζάνια και τα ξηρά χόρτα και το διατηρούσαν σε καλή κατάσταση, ώστε να είναι βατό και να μπορεί να ανταποκριθεί στον προορισμό του, οι ίδιοι δε καλλιεργούσαν τα καλλιεργήσιμα τμήματά του, το επέβλεπαν, και γενικώς απέτρεπαν την προσβολή της νομής τους από οποιονδήποτε τρίτο, και το χρησιμοποιούσαν και για βόσκηση ζώων τους.
Όλες οι άνω πράξεις νομής εκ μέρους της εκκαλούσας και των δικαιοπαρόχων της είτε αυτοπροσώπως είτε δι' άλλων γίνονταν με διάνοια κυρίου και ήταν δηλωτικές της θέλησης εξουσιάσεως του τμήματος αυτού του επιδίκου, τη νομή του οποίου αυτοί δεν απώλεσαν, αφού δεν είναι απαραίτητη για την άσκηση αυτής η συνεχής φυσική εξουσίαση του πράγματος.
Αυτή ασκώντας συνεχώς αδιατάρακτα και αδιάλειπτα όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό των δικαιωμάτων των συγκυρίων, συννομέων και συγκατόχων διακατοχικές πράξεις από το έτος 1957 τουλάχιστον, προσμετρώντας δε συνεχώς στην άσκηση της δικής της σύννομης, τα χρόνια άσκησης νομής των αμέσων και απωτέρων δικαιοπάροχων είχε καταστεί ήδη συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του ως άνω τμήματος του επιδίκου.
Επίσης από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι καμία απολύτως πράξη νομής και κατοχής δεν είχε εκτελέσει το εφεσίβλητο εντός του επιδίκου. Αποδείχθηκε κατά συνέπεια πλήρως ότι η εκκαλούσα έγινε πράγματι κυρία του βορείου τμήματος του επιδίκου κατά παράγωγο τρόπο, καθόσον οι δικαιοπάροχοί της ήταν κύριοι αυτού αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία), διότι αποδείχτηκε ότι αυτή και οι δικαιοπάροχοί της το νεμήθηκαν συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1957 μέχρι την άσκηση της αγωγής, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 50ετίας.
Αντίθετα το εφεσίβλητο δεν το απέκτησε με κάποιο νόμιμο τρόπο παράγωγο τρόπο, ούτε με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία) έγινε κύριος αυτού, καθόσον δεν απέδειξε ότι άσκησε στο επίδικο τις επικαλούμενες ή άλλες διακατοχικές πράξεις. Επίσης από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι το νότιο μέρος του επιδίκου που διεκδικεί το Ελληνικό Δημόσιο είναι έδαφος άγονο και βραχώδες, πετρώδες και η κλίση του καθώς και η ιδιοσυστασία του υπεδάφους, η αυτοφυής δασική του βλάστηση, καθιστούσαν αδύνατη την οποιαδήποτε αγροτική εκμετάλλευση του ή την βόσκηση ζώων.
Τα ως άνω μορφολογικά στοιχεία του τμήματος αυτού οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτό, δεν ήταν δυνατόν να εξουσιασθεί και ουδέποτε πράγματι εξουσιάσθηκε από τους δικαιοπαρόχους της εκκαλούσας. Η ως άνω μορφολογία του εδάφους του εξάλλου παρατηρείται ότι είναι αυτή διαχρονικά (βλ. σχετ. επίσης το με αριθμό πρωτοκόλλου 4300 Π.Ε./2002 έγγραφο του Δασονομείου Μήλου στο οποίο περιλαμβάνεται και έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών ετών 1945, 1960, 1983, 1988 των δασολόγων ..., κατά την οποία - φωτοερμηνεία - στο χορτολιβαδικό τμήμα δεν παρατηρούνται στοιχεία αγροτικής δραστηριότητας από το έτος 1945 ενώ δείχνει ότι καλύπτεται από χαμηλή βλάστηση υπορόφου και κατά θέσεις βράχια).
Ωστόσο από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η άσκηση συνεχούς τριακονταετούς νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίων των δικαιοπαρόχων της, στην επίδικη έκταση μέχρι τις 11.9.1915, χωρίς να ενδιαφέρουν οι τυχόν ασκηθείσες πράξεις νομής μετά το χρόνο αυτό, ακόμα και από την ίδια την αιτούσα, (άρθρο 1 του από 3/15.12.1833 β.δ., ΦΕΚ 40/1833), δεδομένου ότι από το έτος 1915 τα ακίνητα του Δημοσίου καθίστανται ανεπίδεκτα χρησικτησίας.
Σημειώνεται άλλωστε ότι για την επίδικη έκταση έχει εκδοθεί πράξη χαρακτηρισμού, σύμφωνα με την οποία τμήμα της έκτασης 3.505,14 τ.μ. έχει χαρακτηρισθεί ότι είναι χορτολιβαδικής μορφής (βλ. σχετ. την με αριθμό πρωτοκόλλου 1476/2002 πράξη χαρακτηρισμού άρθρου 14 του ν. 998/1979 του Διευθυντή Δασών Ν. Κυκλάδων σε συνδυασμό με το με αριθμό πρωτοκόλλου οικ. 1627/2013 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών του Νομού Κυκλάδων).
Επιπροσθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αιτούσας έγιναν κύριοι του νοτίου τμήματος της επίδικης έκτασης με παράγωγο τρόπο, αφού δεν απέκτησαν κυριότητα από κύριο, ούτε, άλλωστε έγιναν κύριοι αυτής με τακτική χρησικτησία δεδομένου ότι, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτό εμπεριέχεται στους τίτλους κτήσης της αιτούσας με κανένα τρόπο (ο απώτερος δε - χρονικά - τίτλος κτήσης κυριότητας τοποθετείται το έτος 1957), δεν αποδείχθηκε ότι σι ανωτέρω, το νεμόταν από το έτος 1885, που επικαλείται η αιτούσα και μάλιστα μέχρι τις 11.09.1915, δεδομένου ότι στη συνέχεια κατά το τότε ισχύον βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (σχετ.
διατάξεις του ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (41, 3) παρ. 9 εισηγ. (2,6), ν. 2 Κωδ. ( 7, 30), Βασ. (50, 1), οι διατάξεις του οποίου δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21.06/03.07.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται οι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις", το επίδικο λόγω της μορφής του ως χορτολιβαδικής έκτασης, δεν ήταν δεκτικό χρησικτησίας.
Επομένως, με βάση τ' ανωτέρω, ως προς το νότιο τμήμα αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του περί ιδίας κυριότητας του ως βάσιμος κατ' ουσίαν, εφόσον απέκτησε την έκταση αυτή κατά τον αγώνα της ανεξαρτησίας "δικαιώματι πολέμου", ως μη εξουσιαζόμενη από ιδιώτες λόγω της μορφής της και δεν την απώλεσε στη συνέχεια με έκτακτη χρησικτησία ιδιωτών και να απορριφθεί η αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ ως προς το βόρειο τμήμα πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω ένσταση και να γίνει δεκτή η αίτηση, αφού το τμήμα αυτό ως καλλιεργήσιμη γαία (καθαρής ιδιοκτησίας) ήταν ανέκαθεν ιδιωτική και δεν περιήλθε στην κυριότητα του εφεσίβλητου εναγομένου δικαιώματι πολέμου, το δε νότιο τμήμα ανήκε μεν κατά τεκμήριο (μαχητό) στην κυριότητα του εφεσίβλητου, και δεν περιήλθε στους απώτερους δικαιοπαρόχους της εκκαλούσας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ.
δικαίου (ήτοι με την άσκηση φυσικής εξουσίας επ' αυτού με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία), καθόσον ο σχετικός χρόνος χρησικτησίας αυτών δεν είχε συμπληρωθεί στις 11.9.1915. Με τα δεδομένα αυτά, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε που έκρινε ότι η αιτούσα (εκκαλούσα) δεν απέκτησε στο σύνολό του το επίδικο με παράγωγο τρόπο, αλλά και με τα προσόντα της τακτικής, και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αίτηση και έκανε δεκτή την κυρία παρέμβαση.
Γι' αυτό πρέπει κατά τους βάσιμους σχετικούς λόγους της έφεσης, να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί εν μέρει η εκκαλούμενη απόφαση. Ακολούθως πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί από ουσιαστική άποψη, να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς το βόρειο τμήμα του επιδίκου και αντίστοιχα να απορριφθεί η κυρία παρέμβαση ως προς το τμήμα αυτό. ... .".
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, με την επίκληση ότι, σύμφωνα με τις παρατιθέμενες στον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως παραδοχές της, δεν διαλαμβάνονται σε αυτές επαρκή πραγματικά περιστατικά ως προς τη συνδρομή των κριτηρίων για τον χαρακτηρισμό της επίδικης εδαφικής εκτάσεως ως χορτολιβαδικής, καθόσον αφορά στο αναφερόμενο νότιο τμήμα αυτής, επιπλέον δε διαλαμβάνονται αντιφατικά μεταξύ τους πραγματικά περιστατικά ως προς τη μορφολογία και τον χαρακτηρισμό του αυτού τμήματος του επιδίκου και ειδικότερα ως προς το ζήτημα αν αυτό είναι δεκτικό εξουσιάσεως και εάν τελικά εξουσιάστηκε απ' αυτήν (αναιρεσείουσα) και τους δικαιοπαρόχους της.
Ο λόγος αυτός είναι εν μέρει βάσιμος. Και τούτο διότι, με τις ως άνω παραδοχές και την κρίση που εξήχθη από αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 3§§5α', 6β' του ν. 998/1979 και 1 επόμ. του β.δ. της 15.12.1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής, και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 και 1834".
Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο καίτοι δέχεται ότι το νότιο τμήμα του όλου ακινήτου έχει " ... έδαφος άγονο και βραχώδες, πετρώδες και η κλίση του καθώς και η ιδιοσυστασία του υπεδάφους, η αυτοφυής δασική του βλάστηση καθιστούσαν αδύνατη την οποιαδήποτε αγροτική εκμετάλλευση ή την βόσκηση ζώων. ... .", συνεπώς δε αυτό "...
δεν ήταν δυνατόν να εξουσιασθεί και ουδέποτε πράγματι εξουσιάσθηκε από τους δικαιοπαρόχους της εκκαλούσας. ... .", όλως αντιφατικώς παραλλήλως δέχεται ότι "... στο νότιο τμήμα υπάρχουν σε διάφορα τμήματα πεζούλες (ξερολιθιές) με υψομετρική διαφορά, για τη συγκράτηση του εδάφους, γεγονός που αποδεικνύει ότι αυτό χρησιμοποιούταν για καλλιέργεια και γι' αυτό απαιτούνταν η "συγκράτηση του χώματος του εδάφους (με τις πεζούλες). ... .".
Οι αντιφατικές αυτές παραδοχές καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με την πραγματική δυνατότητα των δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας να χρησιδεσπόσουν επί του επίδικου αυτού μέρους του όλου ένδικου ακινήτου. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός και, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων αναιρέσεως, λόγω της εμβέλειας του δεκτού γενομένου αναιρετικού λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επί της από 10.02.2021 αιτήσεως αναιρέσεως.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 6§§1 και 2α του ν. 2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως και κύριας παρεμβάσεως, "Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο Κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παράγραφο 2 περίπτωση β' του άρθρου 3.
Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, υπόκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου (παρ. 1). Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής.
Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία που λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους, εντός του οποίου συμπληρώνονται (8) οκτώ έτη από την έναρξη της προθεσμίας, σύμφωνα με την περ. γ' της παρούσας (παρ. 2 στοιχ. α'). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον, να ζητήσει με αγωγή, που απευθύνεται ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπον (μονομελούς ή πολυμελούς) πρωτοδικείου, την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής.
Η αγωγή αυτή δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία και κοινοποιείται με ποινή απαραδέκτου της συζητήσεώς της στον προϊστάμενο του οικείου κτηματολογικού γραφείου, πρέπει δε να καταχωρίζεται, επίσης με ποινή απαραδέκτου, στο οικείο κτηματολογικό φύλλο μέσα σε προθεσμία, κατ' ανώτατο όριο, τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της (άρθρα 12§§1β' και 5 και 13§2 εδάφ.
δ'). Εξάλλου, στην §3α του ως άνω άρθρου ορίζονται τα ακόλουθα: "Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9, όταν ζητείται η διόρθωση αντί της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολογικό δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την κατάθεση της αιτήσεως του πρώτου εδαφίου και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. ... . Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παρ. 2. ... .".
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο κτηματολόγιο δικαίωμα, μπορεί να ασκήσει αίτηση ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου (και μέχρι να οριστεί τέτοιος στο μονομελές πρωτοδικείο της περιφέρειας του ακινήτου), που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής.
Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της υπάρξεως του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση οποιουδήποτε αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστος ιδιοκτήτης" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς σημαίνει την έλλειψη διαπιστώσεως του υπάρχοντος δικαιώματος.
Περαιτέρω, στο άρθρο 9§§1 και 2 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "Ακίνητα που δεν έχουν εγγραφεί ως ανήκοντα σε ορισμένο πρόσωπο και φέρονται στα κτηματολογικά βιβλία και στα λοιπά στοιχεία του Κτηματολογίου ως ακίνητα "άγνωστου ιδιοκτήτη" θεωρείται ότι ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου μόλις καταστεί οριστική η πρώτη εγγραφή.
Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται υπέρ του Δημοσίου το κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 7 αμάχητο τεκμήριο και ισχύουν όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (παρ. 1). Τα αρμόδια Κτηματολογικά Γραφεία μεριμνούν για τη σημείωση στα Κτηματολογικά βιβλία της προβλεπόμενης στην προηγούμενη παράγραφο έννομης συνέπειας (παρ. 2).". (Α.Π. 812/2020).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 1/2016, Α.Π. 2/2013, Α.Π. 7/2006, Α.Π. 20/2005).
Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχτηκαν ή ότι δεν αποδείχτηκαν (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 9γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1586/2008) όχι όμως και οι λόγοι των ένδικων μέσων, τους οποίους πρέπει να περιέχει το σχετικό δικόγραφο, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 559 αριθμ 8β' του Κ.Πολ.Δ.
λόγο (Α.Π. 1137/2020, Α.Π. 567/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, νομίμως εκπροσωπούμενο, στο οποίο είχε, όπως προβλέπεται, η από 14.03.2012 αίτηση, άσκησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την από 23.07.2012 κύρια (άλλως πρόσθετη) παρέμβασή του και ζήτησε, για τους σε αυτήν παρατιθέμενους νόμιμους λόγους, να απορριφθεί η αίτηση, να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί μέρους του ακινήτου στο οποίο αναφερόταν η αίτηση και να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή του κτηματολογικού βιβλίου του Κτηματολογικού Γραφείου Μήλου έτσι ώστε να αναγραφεί αυτό (αναιρεσείον) ως κύριο του μέρους του όλου ενδίκου ακινήτου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την αίτηση και την κύρια παρέμβαση, με την υπ' αριθμ. 208/2014 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση και δέχτηκε την κύρια παρέμβαση ως το επιμέρους αίτημά της το σχετικό με την απόρριψη της αιτήσεως. Το αναιρεσείον άσκησε κατά της άνω αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 06.04.2016 έφεση παραπονούμενο για την εν μέρει απόρριψη της κύριας παρεμβάσεώς του.
Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την άνω έφεση με την από 01.06.2015 έφεση της αναιρεσείουσας, με την υπ' αριθμ. 92/2017 απόφασή του, δέχτηκε αυτές κατά τύπους, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της ουσίας της διαφοράς και διέταξε τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, μετά δε την ολοκλήρωση αυτής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (υπ' αριθμ. 99/2019), δέχτηκε και κατ' ουσίαν την από 01.06.2015 έφεση, εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλούμενη απόφαση και δέχτηκε την αίτηση αναφορικά με το βόρειο τμήμα του όλου επίδικου ακινήτου παραλείποντας όμως να αποφανθεί κατ' ουσίαν επί της από 06.04.2016 εφέσεως του αναιρεσείοντος.
Με την παράλειψή του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 9γ' του Κ.Πολ.Δ. και, επομένως, πρέπει ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης της εξετάσεως του πρώτου λόγου αυτής, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενόμενου δεκτού λόγου, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Μετά ταύτα πρέπει, σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 580§3 του Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, εφόσον η συγκρότησή του από άλλο δικαστή είναι δυνατή. Διάταξη για την επιβολή και τον προσδιορισμό δικαστικών εξόδων υπέρ των νικησάντων αναιρεσείουσας και αναιρεσείοντος δεν πρέπει να περιληφθεί στην απόφαση αυτή, διότι τα σχετικά αιτήματα δεν υποβλήθηκαν έως και τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 191§2 του Κ.Πολ.Δ.), ενώ το κατατεθέν, για την παραδεκτή άσκηση της από 18.05.2020 αιτήσεως αναιρέσεως, παράβολο πρέπει να επιστραφεί στην καταθέσασα (άρθρο 495§3 Κ.Πολ.Δ.).
Συνεκδικάζει την από 18.05.2020 αίτηση της Π. Κ. του Α. και την από 10.02.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 99/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 99/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει τις υποθέσεις για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις ....
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις ...
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ