Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding vacation pay and Christmas gifts for local government employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the municipality's appeal against a second-instance labor court judgment awarding vacation pay and holiday gifts to local government employees. The court rejected the municipality's arguments regarding the statute of limitations and the requirement to prove employer fault for compensation. Consequently, the lower court's decision in favor of the employees was upheld, and the municipality was ordered to pay the awarded amounts plus court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 90(3), 93(b) of Law 2362/1995; Article 20(1)(d) of Decree 410/1988: Claims for vacation pay and holiday gifts are barred after two years from accrual, and compensation for such benefits does not require proof of employer fault when the employee holds a private law employment contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 612 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 612/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου - Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Καλαμαριάς", που εδρεύει στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βατάλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) … και 14) Κ. Κ., απάντων κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βαλαβάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 6056/2012 μη οριστική και 1572/2017 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την από 20/7/2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 943/2019 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία ανέβαλε την πρόοδο της δίκης. Κατόπιν της απόφασης αυτής και της από 13/1/2020 κλήσης των καλούντων, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
. 1.-Με την από 13 Ιανουαρίου 2020 κλήση των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η υπό του αντιδίκου τους - αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ", ασκηθείσα από 20.7.2017 και με αριθμό κατ. 573559/500077/14.9.2017 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 1572/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 943/29.7.2019 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η αναβολή της προόδου της δίκης, προκειμένου να προσκομισθεί, εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την επίδοσή της, απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος Δήμου Καλαμαριάς, σχετικά με την άσκηση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, η οποία και προσκομίζεται. 2.-Με την από 20.7.2017 και με αριθμό κατάθεσης 573559/500077/14.9.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1572/15.5.2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης των από:
α) 28.10.2009 και με αριθ. καταθ. 2670/2009 και β) 3.11.2009 και με αριθμό κατ. 2762/2009 αντίθετων εφέσεων των διαδίκων, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 166/30.1.2009 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
μη διάδικο στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη, και είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της, ως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς τον δεύτερο εναγόμενο ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ" [ήδη αναιρεσείοντα], η από 26.10.2007 και με αριθμό κατ. 1887/22.11.2007 αγωγή των εναγόντων - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο α) απέρριψε ως απαράδεκτη την από 28.10.2009 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων, ως προς τον δεύτερο εφεσίβλητο Δήμο Καλαμαριάς, β) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την από 28.10.2009 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων ως προς την πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
γ) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 3.11.2009 έφεση του εκκαλούντος "ΔΗΜΟΥ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ" και δ) εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 166/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει και υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο Καλαμαριάς να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 7.132 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
3.-Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 παρ. 1 και 2 της Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας υπ` αριθμόν 19040/1981 (ΦΕΚ 742, τ. Β`, της 9ης Δεκεμβρίου 1981), εκδοθείσης δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 3 Ν. 1082/1980 και του Α.Ν. 1777/1951, κυρωθέντος δια του Ν. 1901/1951, αντιστοίχως "`Ολοι οι μισθωτοί, που αμείβονται με μισθό ή με ημερομίσθιο, δικαιούνται, από τους πάσης φύσεως εργοδότες τους:
α) Επίδομα εορτών Χριστουγέννων ίσο με ένα μηνιαίο μισθό για τους αμειβόμενους με μισθό και με 25 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο και β) Επίδομα εορτών Πάσχα, ίσο με μισό μηνιαίο μισθό, για τους αμειβόμενους με μισθό, και με 15 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο" και "1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα υπολογίζονται βάσει των πράγματι καταβαλλομένων μισθών ή ημερομισθίων την 10 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, για το επίδομα Χριστουγέννων και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα για το επίδομα Πάσχα, ή την ημερομηνία λύσεως της εργασιακής σχέσεως.
Σαν καταβαλλόμενος μισθός ή ημερομίσθιο νοείται το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, από τις οποίες εξαιρείται μόνο το επίδομα "δυσχερούς διαβιώσεως" το οποίο αποκλείεται από το Ν.Δ. 907/1971. 2. Τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης θεωρούνται ο μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και κάθε άλλη παροχή (είτε σε χρήμα, είτε σε είδος, όπως τροφή, κατοικία, κ.λ.π.) εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη σαν συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχομένης από τον μισθωτό εργασίας τακτικά κάθε μήνα, ή κατά επανάληψη περιοδικά, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του χρόνου".
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 της ως άνω υπ' αριθμό 19040/1981 Κοινής Υπουργικής Απόφασης "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, που σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να καταβληθούν σε είδος, αλλά σε χρήμα μόνο, καταβάλλονται την 21 Δεκεμβρίου και τη Μεγάλη Τετάρτη αντίστοιχα. Ο εργοδότης όμως μπορεί να παρακρατήσει μέχρι την 31 Δεκεμβρίου ή την 30 Απριλίου το ποσό που αναλογεί στα επιδόματα, χωρίς να μπορεί να το καταβάλει αργότερα από τις ημερομηνίες αυτές".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα τάσσεται από το νόμο επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής, το αργότερο η 31η Δεκεμβρίου και η 30η Απριλίου αντίστοιχα, ώστε με την άπρακτη πάροδο αυτών να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 του ΑΚ (ΟλΑΠ 39, 40/2002).
Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Α.Ν. 539/1945 και από την αντίστοιχη του άρθρου 20 παρ. 1 του Π.Δ/τος 410/1988 για το προσωπικό που απασχολείται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, Ο.Τ.Α. και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ., προκύπτει ότι ο εργοδότης έχει υποχρέωση να παράσχει την άδεια στον εργαζόμενο, έστω και εάν αυτός δεν τη ζητήσει, οπωσδήποτε μέσα στο ημερολογιακό έτος, για το οποίο αυτή χορηγείται.
Η τελευταία ημέρα του αντίστοιχου ημερολογιακού έτους θεωρείται δήλη ημέρα, μετά την πάροδο της οποίας ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος (ΟλΑΠ, 39, 40/2002) και οφείλει τις αποδοχές αδείας (αποζημίωση αδείας) και την αστική ποινή, ήτοι την προσαύξηση κατά 100% επ' αυτών κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 παρ.1 εδ. β του Α.Ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 3755/1957 ή την προσαύξηση κατά 25% κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 1 εδ.δ του Π.Δ/τος 410/1988.
Από τις ημερομηνίες αυτές γεννώνται οι σχετικές αξιώσεις των μισθωτών έναντι του εργοδότη τους για την καταβολή των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και της αποζημίωσης μη ληφθείσας άδειας μετά της επ' αυτής προσαύξησης (άρθρο 247 του ΑΚ), οι οποίες υπόκεινται στην προβλεπόμενη από την ισχύουσα νομοθεσία παραγραφή.
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους": "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε το άρθρο 91 εδ.
α του ίδιου νόμου: "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 91 εδ. α του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.
α, και επομένως κατισχύει αυτής (Α.Ε.Δ. 32/2008, Ολ. Α.Π. 29/2006). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατά το άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 Α.Κ.
για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών επιβαρύνσεων (πρβλ.
Ολ. Α.Π. 38/2005). Περαιτέρω κατά το άρθρο 93 του ίδιου νόμου (2362/1995): "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.
β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής. Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως...".
Εξάλλου κατά το άρθρο 3 του ν.δ. 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων" οι υπό των αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων επί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενες στο Δημόσιο προνομίες ή θεσπισμένες ειδικές προστατευτικές διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, εφόσον οι τυχόν υφιστάμενες αντίστοιχες για τους οργανισμούς αυτούς προνομίες εν γένει δεν είναι ευρύτερες ή ευνοϊκότερες από εκείνες που ισχύουν για το Δημόσιο.
Επίσης με το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 3202/2003 προστέθηκαν παράγραφοι στο τέλος του άρθρου 304 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το π.δ. 410/1995, με την πρώτη από τις οποίες ορίζεται ότι στην παραγραφή των αξιώσεων κατά των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου και ότι κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης καταργείται.
Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται με το ίδιο περιεχόμενο στο άρθρο 276 παρ. 2 του νέου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006 και ισχύει από 1.1.2007. 4.-Εξάλλου, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 20 παρ.1 εδ. δ` του π.δ. 410/1988, το οποίο συνιστά κωδικοποίηση της νομοθεσίας που διέπει την κατάσταση του προσωπικού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, "Ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση, αν δεν του χορηγηθεί για οποιοδήποτε λόγο η κανονική άδεια που δικαιούται για κάθε έτος, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Ο εργοδότης καταβάλλει στο μισθωτό ως αποζημίωση τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών άδειας που δεν χορηγήθηκαν, προσαυξημένες κατά 25%". Η διατύπωση αυτή είναι σαφώς διαφορετική από εκείνη του άρθρου 5 παρ.1 εδάφιο β` του α.ν. 539/1945, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957 και σύμφωνα με την οποία επί των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα "εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ` έτος αδείας, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους, καθ` ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, [...] καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας, ηυξημένας κατά 100%".
Στη δεύτερη περίπτωση, η προσαύξηση των αποδοχών αδείας, τις οποίες ούτως ή άλλως πρέπει να λάβει ο μισθωτός εφ` όσον διατηρεί δικαίωμα αδείας, προϋποθέτει άρνηση του εργοδότη να χορηγήσει αυτούσια την άδεια. Και η άρνηση αυτή, εφ` όσον έχει προηγηθεί σχετικό αίτημα του εργαζόμενου, συνιστά πταίσμα, το οποίο, πράγματι, έχει το δικονομικό βάρος να επικαλεσθεί ο εργαζόμενος που ζητεί την προσαύξηση.
Στην πρώτη περίπτωση, όμως, η αξίωση αποζημίωσης γεννάται ως αυτόθροη συνέπεια του πραγματικού γεγονότος ότι η άδεια δεν χορηγήθηκε "για οποιοδήποτε λόγο" και το ύψος αυτής προσδιορίζεται από τις αποδοχές που αντιστοιχούν στις δικαιούμενες ημέρες άδειας προσαυξημένες κατά 25%, χωρίς το δικαίωμα επί των αποδοχών και η επ` αυτών προσαύξηση να συνδέεται με το αν ο εργαζόμενος ζήτησε αυτούσια την άδεια και ο εργοδότης αρνήθηκε υπαιτίως να τη χορηγήσει.
Οπότε και δεν δημιουργείται αντίστοιχο βάρος επίκλησης για τον ενάγοντα (ΑΠ 1339/2018, πρβλ ΑΠ 879/2017, άλλως, ΑΠ 1074/2010). 5.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ (όμοια με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: "1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου . . .".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). 6.-Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: ". . .Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες δυνάμει των ως άνω συμβάσεων εργασίας είχαν αξιώσεις για αποζημίωση αδείας και επιδόματα εορτών.
Οι αξιώσεις των εναγόντων (ήδη εφεσιβλήτων) ανάγονται στο χρονικό διάστημα από την κατάρτιση της σύμβασης ενός εκάστου (27.1.2001) μέχρι και το έτος 2005. Ωστόσο μέρος των αξιώσεων των εναγόντων έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή της διάταξης του αρ. 90 §3 του ν. 2362/1995, η οποία, όπως προαναφέρθηκε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, διότι από την ημέρα που γεννήθηκαν (για την αποζημίωση αδείας του έτους 2002 από την 1.1.2003, για το Δώρο Πάσχα 2002 από 1.5.2002, για το Δώρο Πάσχα του 2003 από 1.5.2003 και για το Δώρο Χριστουγέννων του 2001 από 1.1.2002 για το Δώρο Χριστουγέννων του 2002 από 1.1.2003) μέχρι την υποβολή, την 30.12.2005, της υπ' αριθ.
πρωτ. 4551/30-12-2005 αίτησης διαμαρτυρίας τους προς τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο Καλαμαριάς, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν την πληρωμή των ως άνω απαιτήσεών τους έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, ενώ η άσκηση της αγωγής τους έλαβε χώρα την 5-12-2007 (βλ. την υπ' αριθμ. 10.177Β/5-12-2007 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α.
Χ.). Με την ως άνω αίτηση διαμαρτυρίας προς τον δεύτερο εναγόμενο ήδη εκκαλούντα Δήμο Καλαμαριάς, με την οποία ζητούσαν την πληρωμή των ως άνω απαιτήσεών τους, οι ενάγοντες διέκοψαν κατ' άρθρο 93 περ. β Ν. 2362/1995 την παραγραφή των αξιώσεών τους για αποζημίωση αδείας ετών 2003, 2004 και 2005, Δώρο Πάσχα ετών 2004 και 2005 και Δώρο Χριστουγέννων ετών 2003, 2004 και 2005, κατ' αποδοχή της προβληθείσας αντένστασής τους περί διακοπής της παραγραφής μέρους των αξιώσεών τους, την οποία νομίμως επαναφέρουν με τις έγγραφες προτάσεις στον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.
Συνεπώς, έκαστος των εναγόντων δικαιούται: α) για αποζημίωση αδείας ετών 2003, 2004 και 2005 το συνολικό ποσό των 3.433,95€ (ήτοι 26 ημερομίσθια X 35,22€ + 25% X 3 έτη), β) για Δώρο Πάσχα ετών 2004 και 2005 το ποσό των 1.056,6€ (ήτοι 15 ημερομίσθια X 35,22€ X 2 έτη ) και γ) για Δώρο Χριστουγέννων ετών 2003, 2004 και 2005 το ποσό των 2.641,5€ (ήτοι 25 ημερομίσθια X 35,22 € X 3 έτη). Ήτοι συνολικά δικαιούται το ποσό των 7.132€.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την προταθείσα από τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα OTA ένταση παραγραφής και επιδίκασε στους ενάγοντες το σύνολο του αιτουμένου από αυτούς χρηματικού ποσού, παρότι μέρος της αξίωσης τους είχε παραγραφεί, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο. Ακολούθως, πρέπει, κατά το βάσιμο σχετικό λόγο (2°) της από 3-11-2009 έφεσης, να γίνει αυτή δεκτή και κατ' ουσία και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η αγωγή (η οποία είναι νόμιμη στηριζόμενη στις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις), να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εκκαλών Δήμος Καλαμαριάς να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 7.132 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3, 93 περ. β' ν. 2362/1995, 304 Π.Δ/τος 410/1995, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 29 παρ.5 Ν.3202/2003, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 εδ. β α.ν. 539/1945, 10 της ΥΑ 19040/1981 και 20 του ΠΔ 410/1988, αναφορικά με την αποζημίωση αδείας των ετών 2003, 2004 2005, του Δώρου Πάσχα 2004, 2005 και του Δώρου Χριστουγέννων 2003, 2004 και 2005, αφού δεν έχει παρέλθει διετία από την ημέρα που οι αξιώσεις αυτές γεννήθηκαν, ήτοι από 1.1.2004, 1.1.2005 και 1.1.2006 για το δώρο Χριστουγέννων, 1.5.2004 και 1.5.2005 για το δώρο Πάσχα και 1.1.2004, 1.1.2005 και 1.1.2006 για την αποζημίωση αδείας, μέχρι την υποβολή στις 30.12.2005 της υπ' αριθμ.
πρωτ. 4551/30.12.2005 αίτησης διαμαρτυρίας τους προς τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Καλαμαριάς, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν την πληρωμή των ως άνω απαιτήσεών τους και διέκοψαν κατ' άρθρο 93 περ. β' ν. 2362/1995 την παραγραφή των ως άνω αξιώσεών τους. Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται παραγραφή, των ανωτέρω αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος 7.-Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων Δήμος ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 εδ.
β' του α.ν. 539/1945 διότι αυτή επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους μεταξύ άλλων και το ποσό των 3.433,95 ευρώ, ως αποζημίωση αδείας των ετών 2003, 2004 και 2005, χωρίς να αναφέρει αν οι αναιρεσίβλητοι είχαν υποβάλει αίτηση για χορήγηση άδειας και αυτός αρνήθηκε να τη χορηγήσει. Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη (κεφάλαιο 4 της παρούσας), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού εν προκειμένω και σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 εδ.δ'του ΠΔ 410/1988, ως εκ της ιδιότητας των εργαζομένων σε Ο.Τ.Α με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, κατά την οποία δεν απαιτείται να γίνεται αναφορά στην απόφαση σε υπαιτιότητα του εργοδότη.
Για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 εδ.δ'του ΠΔ 410/1988 ο αναιρεσείων Δήμος δεν προβάλει σχετική αιτίαση. Ο αναιρεσείων εσφαλμένα υπολαμβάνει ότι εν προκειμένω εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. δεύτερο του ΑΝ 539/1945. 8.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20.7.2017 και με αριθμό κατ. 573559/500077/14.9.2017 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1572/15.5.2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ