Supreme Court dismisses appeal claiming document distortion, ruling it is merely a factual evaluation error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a lease dispute. The appellant argued the lower court distorted a procedural document by failing to recognize a res judicata effect, but the court held that differing conclusions based on the same document are not distortions. Consequently, the appeal was rejected as it only challenged the court's evaluation of facts rather than a legal error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The ground of appeal for distortion of a document is established only when the court makes a diagnostic error in reading the document, not when it draws a different evidentiary conclusion from the document's correct content.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 612 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 612/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ε. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Σταμόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βαρελά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1479/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 606/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-11-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλομένη 606/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυαν μέχρι τις 31-12-2015, πριν από το ν. 4335/2015 (άρθρο 1 άρθρο τέταρτο και άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:
Αρχικά, με την από 24.4.2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3682/2012, μη ένδικη, αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του από 15.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, ο πατέρας της Ε. Κ. είχε εκμισθώσει στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα τα περιγραφόμενα σ' αυτήν (αγωγή) δύο καταστήματα, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει ως επαγγελματική στέγη, για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών (από 1.12.2001 έως 1.12.2007), αντί μηνιαίου, προκαταβαλλομένου εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μισθωτικού μήνα, μισθώματος 270.000 δραχμών.
Ότι δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος, υπ' αριθμ. ...2003 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Περιστερίου Ε. Α. - Γ., ο ως άνω αρχικός εκμισθωτής μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, κατά πλήρη κυριότητα τα μίσθια ακίνητα στον υιό του και αδελφό της Ι. Κ., ο οποίος έτσι υπεισήλθε στην θέση του αρχικού εκμισθωτή. Ότι μετά τον θάνατο του αδελφού της, στις 16.9.2011, υπεισήλθε αυτή στην θέση του ως εκμισθώτρια των μισθίων ακινήτων, το μηνιαίο μίσθωμα των οποίων, μετά από αναπροσαρμογές, ανέρχεται από 1.1.2003 στο ποσό των 860 ευρώ.
Επικαλούμενη δε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος, αν και εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τα μίσθια, καθυστερεί από δυστροπία να της καταβάλει τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος Νοεμβρίου 2008 έως και Απριλίου 2012, συνολικού ύψους 36.120 ευρώ, ζήτησε, εκτός άλλων, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει την χρήση των μισθίων ακινήτων και να της καταβάλει το ποσό των 36.120 ευρώ για τα ως άνω οφειλόμενα μισθώματα, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα που το κάθε μίσθωμα κατέστη απαιτητό.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2378/2013 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 10.6.2013 έφεση και τους από 10.12.2013 προσθέτους λόγους, που έγιναν δεκτοί ως και κατ' ουσίαν βάσιμοι με την 730/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Με την απόφαση αυτή, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και η υπόθεση κρατήθηκε και εκδικάστηκε κατ' ουσίαν, απερρίφθη η αγωγή, με την αιτιολογία ότι η μη καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων από τον εναγόμενο οφείλεται σε δικαιολογημένη αιτία και, κατά συνέπειαν, αυτός δεν κατέστη δύστροπος. Η από 12.1.2015 αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της εφετειακής αυτής αποφάσεως από την ενάγουσα απερρίφθη με την 632/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Με τον τρόπο αυτό έληξε αμετάκλητα η δίκη επί της ως άνω πρώτης, μη ένδικης, αγωγής της ενάγουσας. Στο μεταξύ, η ενάγουσα άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την ένδικη, από 5.12.2014 αγωγή της, με την οποία (αφού εξέθετε όσα και στην πρώτη αγωγή της σχετικώς με τον τρόπο υπεισελεύσεώς της στην μίσθωση) ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος, αν και κάνει ακώλυτη χρήση των μισθίων ακινήτων, εντούτοις καθυστερεί να της καταβάλει τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1.1.2014 έως 31.12.2014, συνολικού ύψους 10.320 ευρώ.
Εκθέτοντας δε περαιτέρω ότι καταγγέλλει την μίσθωση, κατ' άρθρο 597 του Α.Κ., ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει την χρήση των μισθίων ακινήτων και να της καταβάλει το ποσό των 10.320 ευρώ για τα ως άνω οφειλόμενα μισθώματα, νομιμοτόκως από τότε που το κάθε μίσθωμα κατέστη απαιτητό, καθώς και το ποσό των 1.720 ευρώ, στα πλαίσια της προληπτικής δικαστικής προστασίας, κατ' άρθρο 69 του Κ.Πολ.Δικ.
και δη εν μέρει (ήτοι κατά 860 ευρώ) ως απαιτητό προ της λύσεως της μισθώσεως μίσθωμα μηνός Ιανουαρίου 2015 και εν μέρει (ήτοι κατά 860 ευρώ) ως οφειλόμενη αποζημίωση χρήσεως, μηνός Φεβρουαρίου 2015, λόγω λύσεως της μισθώσεως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1479/2015 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος μισθωτής άσκησε την από 27.5.2015 έφεσή του, η οποία απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με την 606/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Κατά της εφετειακής αυτής αποφάσεως ο εναγόμενος μισθωτής άσκησε την κρινόμενη από 16.11.2018 αίτηση για αναίρεσή της.
Κατά την διάταξη του άρθρου 321 του Κ.Πολ.Δικ., δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.
Κατά δε την διάταξη του άρθρου 324 του Κ.Πολ.Δικ., το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή.
Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά την συγκεκριμένη έννομη σχέση (Α.Π. 1218/2018, Α.Π. 1255/2015, Α.Π. 1550/2010). Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών (321 και 324), καθώς και εκείνης του άρθρου 322 του Κ.Πολ.Δικ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη (Α.Π. 2028/2014, Α.Π. 1415/2009), όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννοµη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συµψηφισµού. Έννοµη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννoµες συνέπειες (Α.Π. 1443/2017, Α.Π. 1229/2015, Α.Π. 1397/2012, Α.Π. 1520/2010).
Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν μόνο από το περιεχόμενο της αποφάσεως και όχι της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή αν, αντίθετα, το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ' αυτό (ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 156/2013, ΑΠ 1135/2012). Επίσης, το δεδικασμένο, κατ' άρθρο 331 του Κ.Πολ.Δικ., εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα (Α.Π. 1255/2015, Α.Π. 424/2015, Α.Π. 1226/2012).
Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, για να επεκταθεί το δεδικασμένο στο ζήτημα που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη παρεμπιπτόντως, πρέπει το ζήτημα αυτό να αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κρισιολόγηση του κυρίου ζητήματος της διαφοράς της πρώτης δίκης. Δηλαδή, απαιτείται το μεν παρεμπίπτον ζήτημα να αποτελεί στοιχείο - όρο του παραδεκτού του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, στον οποίο θεμελιώνεται το κύριο, ουσιαστικό ή δικονομικό, ζήτημα, το δε κύριο ζήτημα (να αποτελεί) την έννομη συνέπεια του κανόνα αυτού, την οποία δέχθηκε ή απέρριψε το δικαστήριο.
Ζήτημα που κρίθηκε "παρεμπιπτόντως" νοείται πάντοτε έννομη σχέση (υπό την έννοια που προεκτέθηκε), δικαίωμα, ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου. "Προδικαστικό ζήτημα" είναι η έννομη σχέση, η ύπαρξη της οποίας, σύμφωνα με το πραγματικό του εκάστοτε εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, είναι νομικά κρίσιμη για την γένεση της έννομης σχέσεως ή του δικαιώματος που κατάγεται σε δίκη ως κύριο ζήτημα (Α.Π. 1218/2018).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 48 του Π/Δ 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων" κάθε διαφορά από την μίσθωση που ρυθμίζεται από το παρόν διάταγμα υπάγεται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή του Ειρηνοδικείου, ανάλογα με το ποσό του καταβαλλόμενου μισθώματος, κατά τις διακρίσεις των άρθρων 14 παρ. 1 εδ.
β' και 16 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. Στην αρμοδιότητα των ως άνω δικαστηρίων υπάγονται και οι διαφορές από παρεπόμενες συμβάσεις της μισθώσεως, καθώς και εκείνες από το άρθρο 601 ΑΚ και 23 του Ν. 813/1978. Οι διαφορές από τα προηγούμενα εδάφια εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 647 έως 662 του Κ.Πολ.Δικ. Από δε τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 597 Α.Κ.
και 66 ΕισΝΚΠολΔικ. προκύπτει ότι κοινή βάση και των δύο αγωγών που στηρίζονται σ' αυτές είναι η υπερημερία του μισθωτή ως προς την καταβολή του μισθώματος, δηλαδή η υπαίτια καθυστέρησή του, διότι και η λέξη δυστροπία, που ο νομοθέτης χρησιμοποιεί στην δεύτερη διάταξη για λόγους ιστορικούς (έχει ληφθεί από το Ν.
ΒΧΗ "περί εξώσεως δυστροπούντων μισθωτών"), είναι ταυτόσημος με τον όρο υπερημερία (άρθρο 340 επ. Α.Κ.), με μόνη την διαφορά ότι στην πρώτη περίπτωση ασκείται καταγγελία, η οποία επιφέρει την λύση της μισθώσεως μετά την πάροδο μηνός (άρθρο 597 παρ. 1 Α.Κ.), ενώ στην δεύτερη δεν μεσολαβεί καταγγελία, αλλά η μίσθωση λήγει είτε με την οικειοθελή απόδοση του μισθίου, είτε με την εκτέλεση της εξωστικής αποφάσεως.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 651 του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε μέχρι τις 31-12-2015, πριν από το ν. 4335/2015 (άρθρο 1 άρθρο τέταρτο και άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) οι τελεσίδικες αποφάσεις για τις διαφορές του άρθρου 17 παρ. 2 αποτελούν δεδικασμένο, ενώ οι αποφάσεις για την παράδοση ή την απόδοση της χρήσεως του μισθίου αποτελούν δεδικασμένο μόνο ως προς το ζήτημα της παραδόσεως ή της αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου που έχει κριθεί και όχι ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο τιθέμενος περιορισμός της εκτάσεως του δεδικασμένου μόνο στο επιλυθέν κύριο ζήτημα της παραδόσεως ή της αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου και όχι ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως αφορά μόνο τις διαφορές για την παράδοση ή την απόδοση της χρήσεως του μισθίου.
Αντιθέτως, το δεδικασμένο που απορρέει από αποφάσεις επί των υπολοίπων διαφορών, οι οποίες δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. Κ.Πολ.Δικ., όπως είναι και οι διαφορές για την καταβολή μισθωμάτων, ισχύει χωρίς κανένα περιορισμό της εκτάσεώς του, που θεσπίζεται γενικά και καταλαμβάνει, εκτός των άλλων, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 331 Κ.Πολ.Δικ., και τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά θέματα, καθώς και ως προς εκείνα τα ζητήματα επί των οποίων η κρίση και η απόφαση ήταν αναγκαία προς διάγνωση της διαφοράς και όχι ως προς όσα κρίθηκαν χωρίς ανάγκη, αλλά πλεοναστικά και παρέργως (Α.Π. 1218/2018, Α.Π. 1226/2012).
Το τελευταίο αυτό ισχύει και στην περίπτωση που σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο αγωγή για απόδοση της χρήσεως του μισθίου και αγωγή για καταβολή μισθωμάτων (Α.Π. 1226/2012, Α.Π. 1673/2009). Περαιτέρω, με το άρθρο 3 του ν. 1229/1982 καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 813/1978, η οποία όριζε ότι "οι διατάξεις των άρθρων 614-618, 1164 Α.Κ.
και 1009 Κ.Πολ.Δικ. εφαρμόζονται και επί των υπαγομένων εις τον παρόντα νόμον μισθώσεων". Κατόπιν τούτου δεν ισχύει στις μισθώσεις που υπάγονται στις διατάξεις του ν. 813/1978 και ήδη του π.δ. 34/1995, η ρύθμιση του κοινού δικαίου ως προς την τύχη της μισθωτικής σχέσεως σε περίπτωση μεταβιβάσεως του μισθίου κατά την διάρκεια αυτής.
Στην περίπτωση αυτή η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως στο νέο κτήτορα χωρεί εκ του νόμου και μάλιστα χωρίς τις διατυπώσεις των άρθρων 614 και 615 του Α.Κ., έτσι ώστε ο νέος κτήτορας να υπεισέρχεται από το νόμο στην μισθωτική σχέση απεριόριστα και να αποκτά για λογαριασμό του τα σχετικά δικαιώματα στην έκταση που τα είχε και ο δικαιοπάροχός του εκμισθωτής (Ολ.ΑΠ 6/2004).
Προκειμένου να χωρήσει κατά τις προηγούμενες διατάξεις υπεισέλευση του νέου κτήτορα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του παλαιού αναφορικά με την εμπορική μίσθωση πρέπει να επέλθει μεταβίβαση του μισθίου ακινήτου για νόμιμη αιτία και μεταγραφή της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 αριθμ. 1, 1194 παρ. 1, 1198 και 1201 Α.Κ.
και η υπεισέλευση συντελείται από την μεταγραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου (Α.Π. 1095/2004). Από και δια της μεταγραφής του μεταβιβαστικού συμβολαίου, ο προηγούμενος εκμισθωτής δεν νομιμοποιείται ούτε να καταγγείλει την μίσθωση για οποιοδήποτε λόγο, ούτε να ζητήσει με αγωγή την απόδοση του μισθίου, αφού το σχετικό δικαίωμα ανήκει πλέον στον νέο κτήτορα (Α.Π. 956/2015, Α.Π. 1484/2014, Α.Π. 999/2014).
Τέλος, λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, ενόψει του αντικειμένου της νέας δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ.
για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων για το δεδικασμένο σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση για το δεδικασμένο στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή όχι του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο (Ολ.ΑΠ 7/2013, ΑΠ 1218/2018, ΑΠ 456/2018, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 1255/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την πληττόμενη 606/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ.
του Κ.Πολ.Δικ., -όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο ένατο του αυτού άρθρου και νόμου, από 1.1.2016, και έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, εφόσον τόσον η αγωγή, όσο και η έφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ασκήθηκαν πριν από την, κατά την 1.1.2016, έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 (Α.Π. 127/2016, Α.Π. 1248/2014), ήτοι η μεν αγωγή κατατέθηκε στις 5.12.2014, η δε έφεση στις 29.5.2015,- δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 15-11-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, ο πατέρας της ενάγουσας, Ε.
Κ., εκμίσθωσε στον εναγόμενο για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών, δύο ισόγεια καταστήματα, εμβαδού 38 και 46 τ.μ., που βρίσκονται στα ..., επί της οδού ... προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει για την εμπορία ελαστικών ζαντών και αξεσουάρ αυτοκινήτων και για service και ευθυγραμμίσεις αυτοκινήτων, με μηνιαίο μίσθωμα, το οποίο συμφωνήθηκε, αρχικά, στο ποσό των 270.000 δραχμών.
Μετά το θάνατο του προαναφερόμενου αρχικού εκμισθωτή, τα μίσθια καταστήματα περιήλθαν στην αποκλειστική κυριότητα του αδελφού της ενάγουσας, Ι. Κ., ο οποίος υπεισήλθε στη θέση του εκμισθωτή. Μετά την πάροδο του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης παρατάθηκε αυτή αναγκαστικά, ως υπαγόμενη στις διατάξεις του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων και το μηνιαίο μίσθωμα, μετά από αναπροσαρμογές καθορίστηκε στο ποσό των 860 ευρώ [.........].
Από τα ίδια, ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη είχε ασκήσει, αρχικά, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, σε βάρος του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος την από 24-4-2012, υπ' αριθμ. καταθ. 3682/2012 αγωγή, η οποία αφορούσε σε απόδοση χρήσης των επιδίκων μισθίων και καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων, χρονικού διαστήματος από Νοέμβριο 2008 έως Απρίλιο 2012, λόγω δυστροπίας, ήτοι με νομική βάση κατ' άρθρο 66 ΕισΝΚΠολΔ, ως και σε αποζημίωση, λόγω φθορών του μισθίου (Α.Κ. 592), δικαίωμα πηγάζον από την επίδικη, από 15-11-2001, μισθωτική σύμβαση.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2378/2013 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που έκανε εν μέρει δεκτή αυτήν (αγωγή), δεχόμενο ότι ο εναγόμενος, από δυστροπία δεν είχε καταβάλει τα μηνιαία μισθώματα για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του έτους 2008 έως και τον Απρίλιο του έτους 2012, τα οποία ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 36.120 ευρώ και υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να αποδώσει στην ενάγουσα τη χρήση των μισθίων ακινήτων, καθώς και να της καταβάλει, νομιμοτόκως, το ως άνω ποσό.
Μετά την άσκηση έφεσης, εκ μέρους του εναγόμενου κατά της ως άνω απόφασης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 730/2014 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγιναν επί λέξει δεκτά τα εξής: "Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες αποδείξεις είσπραξης μισθώματος αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος κατέβαλε τα μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2009, ενώ για το υπόλοιπο ένδικο χρονικό διάστημα δεν αποδεικνύεται η καταβολή μισθωμάτων, πλην όμως το δικαστήριο κρίνει ότι η παράλειψη του εναγόμενου να καταβάλει τα μισθώματα αυτά δεν οφείλεται σε δυστροπία του, αλλά σε δικαιολογημένη αιτία.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στις 9-1-2009 επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στα μίσθια ακίνητα από την εταιρία του ειδικού σκοπού, με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αγγλία και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία, με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ", δυνάμει της υπ' αριθμ. .../9-1-2009 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.
Π. Κ., για το συνολικό ποσό των 131.687,26 ευρώ και ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού των ως άνω ακινήτων η 11-3-2009. Ενόψει του κινδύνου να πλειστηριαστούν τα ως άνω ακίνητα, ο τότε εκμισθωτής Ι. Κ., ο οποίος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, συμφώνησε άτυπα με το από 12-3-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο τιτλοφορείται "ιδιωτικό συμφωνητικό προσύμφωνο αγοραπωλησίας ακινήτου" να μεταβιβάσει την κυριότητα των μισθίων ακινήτων στη σύζυγο του εναγομένου-εκκαλούντος μισθωτή, Σ.
Κ. του Κ. Ειδικότερα, στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνυπέγραψαν ο τότε εκμισθωτής Ι. Κ., με την ιδιότητα του πωλητή, και η σύζυγος του εκκαλούντος Σ. Κ., με την ιδιότητα της αγοράστριας, συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων, επί λέξει, τα ακόλουθα: Επί των παραπάνω καταστημάτων αυτοτελών ανεξάρτητων οριζοντίων ιδιοκτησιών έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης υπέρ της εταιρίας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία ...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS A.E.", έχει επιβληθεί και αναγκαστική κατάσχεση από την παραπάνω εταιρία, όπως αυτή εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα για οφειλή του ΠΩΛΗΤΗ προς αυτήν (την εταιρία), εκ ποσού ευρώ 131.687,26, πλέον εξόδων εκτελέσεως, νομίμων τόκων υπηρεσίας και λοιπών εξόδων, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2009 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.
Κ. και τα παραπάνω ακίνητα του ΠΩΛΗΤΗ - ΟΦΕΙΛΕΤΗ εκτίθενται σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό στις 11/3/2009, ο οποίος πλειστηριασμός ανεστάλη κατόπιν καταβολής χρηματικού ποσού ευρώ 10.000, από τον ΠΩΛΗΤΗ - ΟΦΕΙΛΕΤΗ στις 11-3-2009 και σύμφωνα με τους όρους της υπ' αριθμ. .../2009 πράξεως αναστολής πλειστηριασμού της Συμβολαιογράφου Αθηνών Θ.
Δ. - Π.. Ο ΠΩΛΗΤΗΣ ήδη με το παρόν αναλαμβάνει να παραχωρήσει, μεταβιβάσει, λόγω πωλήσεως, προς την ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ τις δύο (2) παραπάνω ιδιοκτησίες - καταστήματα με τα στοιχεία (Κ-3) και (Κ-4) του ισογείου ορόφου με τους παρακάτω όρους και συμφωνίες:....... 3.Το τίμημα για την παραπάνω πώληση συμφωνείται στο ποσόν των εκατόν ογδόντα χιλιάδων (180.000) ευρώ, το οποίο αμφότερες οι συμβαλλόμενες πλευρές αναγνωρίζουν ως εύλογο, δίκαιο και ανάλογο της αξίας των μεταβιβαζομένων ακινήτων.
Από το παραπάνω τίμημα η ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ κατέβαλε στις 11-3-2009 στον ΠΩΛΗΤΗ, ως προκαταβολή για την ανωτέρω πώληση, το ποσόν των 10.000 ευρώ σε μετρητά, του παρόντος έχοντος θέση αποδείξεως και διατηρεί την κυριότητα του ποσού της προκαταβολής, το δε υπόλοιπο ποσόν των 170.000 ευρώ ο ΠΩΛΗΤΗΣ δέχεται να εισπράξει και η ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ αναλαμβάνει τη ρητή και συμβατική υποχρέωση να καταβάλει ως εξής:
Αφού εξοφληθεί πλήρως και ολοσχερώς η οφειλή του ΠΩΛΗΤΗ προς την παραπάνω δανείστρια, την οποία οφειλή θα καταβάλει η ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ, υπέρ της οποίας -ΔΑΝΕΙΣΤΡΙΑΣ- έχει εγγραφεί, κατά τα παραπάνω, προσημείωση υποθήκης, αλλά και έχει επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση, το υπόλοιπο ποσόν που θα εναπομείνει μέχρι την συμπλήρωση του ποσού των 180.000 ευρώ, αφού αφαιρεθεί και το ποσόν των 10.000 ευρώ, που έχει ήδη καταβληθεί, θα καταβληθεί με την οριστική μεταβίβαση των παραπάνω (2) δύο ακινήτων μέχρι την 30/12/2009.
Ο ΠΩΛΗΤΗΣ επίσης υποχρεούται να συναινέσει και να προβεί σε όλες τις απαραίτητες πράξεις και ενέργειες για την οριστική διαγραφή και εξόφληση των παραπάνω χρεών, υπό την ποινή απόλυτης ακυρότητας του παρόντος. Ρητά συμφωνείται επίσης ότι σε περίπτωση όπου ο ΠΩΛΗΤΗΣ υπαναχωρήσει από την παρούσα συμφωνία τότε ρητώς υποχρεούται να επιστρέψει εντόκως στην ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ την δοθείσα ως άνω προκαταβολή εις διπλούν και να καταβάλει στην ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ και κάθε άλλο ποσόν που θα έχει καταβάλει η ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ για την εξόφληση των παραπάνω χρεών του ΠΩΛΗΤΗ, καθώς και κάθε έξοδο στο οποίο θα έχει προβεί για την παραπάνω αιτία και αγοραπωλησία η ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ, ενώ σε περίπτωση όπου η ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ υπαναχωρήσει από την παρούσα συμφωνία αιτιολογημένα τότε ο ΠΩΛΗΤΗΣ θα υποχρεούται να της καταβάλει την δοθείσα ως άνω προκαταβολή και τα παραπάνω ποσά...".
Από το περιεχόμενο του προαναφερόμενου ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει ότι την 11-3-2009 η σύζυγος του εκκαλούντος κατέβαλε στον Ι. Κ. το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο ο τελευταίος στη συνέχεια το κατέβαλε στην επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό των μισθίων ακινήτων και έτσι επέτυχε την αναβολή του πλειστηριασμού αυτού για τις 17-6-2009 [...].
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την ως άνω συμφωνία η σύζυγος του εκκαλούντος Σ. Κ., σε εκτέλεση του ως άνω συναφθέντος μεταξύ αυτής και του Ι. Κ. ιδιωτικού συμφωνητικού, κατέβαλε σταδιακά, πέραν του ως άνω ποσού των 10.000 ευρώ και τα ακόλουθα ποσά: Α) στον Ι. Κ. κατέβαλε σε μετρητά α) την 10-4-2009 το ποσό των 2.000 ευρώ..., β)...
την 11-5-2009 το ποσό των 2.000 ευρώ..., γ) την 12-6-2009 το ποσό των 5.000 ευρώ και την 16-6-2009 το ποσό των 5.000 ευρώ..., δ) την 16-7-2009 το ποσό των 2.000 ευρώ..., ε) την 16-8-2009 το ποσό των 2.000 ευρώ..., στ) την 11-10-2009 το ποσό των 5.000 ευρώ..., ζ) την 11-9-2009 το ποσό των 2.000 ευρώ και η) την 10-2-2010 το ποσό των 12.000 ευρώ, Β) στην "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." και σε εξόφληση της ως άνω οφειλής του Ι.
Κ. κατέβαλε: 1) την 13-4-2009 το ποσό των 2.000 ευρώ..., 2) την 29-5-2009 το ποσό των 2.000 ευρώ..., 3) την 15-6-2009 το ποσό των 5.000 ευρώ..., 4) την 17-6-2009 το ποσό των 5.000 ευρώ..., 5) την 22-7-2009 το ποσό των 2.000 ευρώ..., 6) την 26-8-2009 το ποσό των 2.000 ευρώ..., 7) την 9-10-2009 το ποσό των 2.000 ευρώ..., 8) την 13-10-2009 το ποσό των 2.000 ευρώ..., 9) την 12-10-2009, το ποσό των 3.000 ευρώ..., 10) την 17- 12-2009 το ποσό των 3.000 ευρώ..., 11) την 12-2-2010 το ποσό των 3.000 ευρώ..., 12) την 17-2-2010 το ποσό των 2.800 ευρώ..., 13) την 16-2-2010 το ποσό των 2.100 ευρώ..., 14) την 17-2-2010 το ποσό των 1.100 ευρώ, 15) την 1-4-2010 το ποσό των 3.000 ευρώ..., 16) την 13-9-2010 το ποσό των 6.000 ευρώ..., 17) την 23-9-2010 το ποσό των 5.000 ευρώ..., 18) την 28-9-2010 το ποσό των 600 ευρώ..., 19) την 29-9-2010 το ποσό των 1.000 ευρώ..., 20) την 1-10-2010 το ποσό των 1.000 ευρώ, 21) την 4-10-2010 το ποσό των 700 ευρώ..., 22) την 2-12- 2010 το ποσό των 1.000 ευρώ...
και 23) την 21-12-2010 το ποσό των 2.000 ευρώ. Εξ άλλου, το Δικαστήριο κρίνει ότι τις ως άνω καταβολές στην Τράπεζα και σε εξόφληση της ως άνω οφειλής του Ι. Κ. έκανε ο εκκαλών για λογαριασμό της συζύγου του και όχι ο Ι. Κ. [.........]. Εν όψει δε των ως άνω καταβολών ο Ι. Κ. υπέγραψε την 21-12-2010 υπεύθυνη δήλωση με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του, σύμφωνα με την οποία δήλωνε, επί λέξει τα ακόλουθα: "Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Ι.
Κ...., δηλώνω υπεύθυνα ότι υποχρεούμαι και αναλαμβάνω την υποχρέωση να μεταβιβάσω στην Σ. Κ. του Κ. τις υπό στοιχεία Κ-3 και Κ-4 ιδιοκτησίες μου, επί της οδού ... αμέσως μόλις πραγματοποιηθεί η άρση της εις βάρος μου κατασχέσεως και εις βάρος των παραπάνω ιδιοκτησιών από την επισπεύδουσα Τράπεζα με την επωνυμία "EUROBANΚ ERGASIAS", καθόσον έχει ήδη εκπληρωθεί η απαίτησή μου κατά της παραπάνω αγοράστριας, σύμφωνα με το από 12/3/2009 προσύμφωνο πωλήσεως ακινήτων και μετά την εξόφληση και της υπολοίπου οφειλής μου προς την παραπάνω τράπεζα, δυνάμει της προαναφερόμενης κατασχέσεως, ουδεμίαν απαίτηση έχω ή διατηρώ κατά της ανωτέρω αγοράστριας Σ.
Κ.". Σημειώνεται δε ότι ενόψει των ως άνω ποσών που κατέβαλε η σύζυγος του εκκαλούντος στην "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." και έναντι της ως άνω οφειλής του Ι. Κ., ο πλειστηριασμός των μίσθιων ακινήτων ελάμβανε διαδοχικές συναινετικές αναβολές..., ενώ σημειώνεται ότι ο χρόνος που ελάμβαναν χώρα οι ως άνω συναινετικές αναβολές συμπίπτει, ως επί το πλείστον, με το χρόνο ορισμένων από τις καταβολές, στις οποίες προέβαινε η σύζυγος του εκκαλούντος, διά του τελευταίου και, συνεπώς, είναι προφανές ότι όλες οι ως άνω καταβολές ελάμβαναν χώρα σε εκτέλεση του προαναφερόμενου από 12-3-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού - προσυμφώνου αγοραπωλησίας ακινήτου, αφού δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης συναλλαγής μεταξύ του Ι.
Κ. και της συζύγου του εκκαλούντος. Με βάση τα περιστατικά που έγιναν δεκτά το Δικαστήριο κρίνει ότι μετά την υπογραφή μεταξύ της συζύγου του εκκαλούντος και του εκμισθωτή Ι. Κ. του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο ο τελευταίος αναλάμβανε την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα των μίσθιων καταστημάτων στη σύζυγο του εκκαλούντος και, ανεξάρτητα, από την τυχόν ακυρότητα αυτού, λόγω της έλλειψης του απαιτούμενου τύπου, συμφωνήθηκε ταυτόχρονα, μεταξύ του ως άνω εκμισθωτή Ι.
Κ. και του αιτούντος μισθωτή, η μη καταβολή μισθωμάτων έως την σύναψη του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας των μισθίων ακινήτων στη σύζυγο του αιτούντος, γι' αυτόν, εξ άλλου, το λόγο ο Ι. Κ. από το Μάρτιο του έτους 2009 και εντεύθεν έως και το θάνατό του, που έλαβε χώρα το Σεπτέμβριο του έτους 2011, ουδέποτε απαίτησε μίσθωμα από τον αιτούντα.
Άλλωστε, δεν συνάδει με τη λογική να μην εισπράττει ο εκμισθωτής Ι. Κ. μισθώματα για το ως άνω χρονικό διάστημα, από Μάρτιο του έτους 2009 έως και το Σεπτέμβριο του 2011, ήτοι για χρονικό διάστημα δυόμισι ετών και να μην έχει προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, δικαστική ή εξώδικη, για την είσπραξη των μισθωμάτων αυτών, ενόψει μάλιστα και των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε.
Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την κατάθεση του εξετασθέντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρα της εφεσίβλητης, ο οποίος επιβεβαίωσε την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του Ι. Κ. και της συζύγου του εκκαλούντος - εναγομένου για την μεταβίβαση των μισθίων ακινήτων, καταθέτοντας ότι "έκανε συμφωνία για να μην χάσει το ακίνητό του...", ενώ για την συμφωνία μεταξύ του Ι.
Κ. και του εκκαλούντος (να μην πληρώνει ο τελευταίος μισθώματα), κατέθεσε ότι δεν ξέρει αν είχε κάνει συμφωνία ο Ε. (εκκαλών) με τον κουνιάδο του (Ι. Κ.), αλλά και να το ξέρει δεν μπορεί να το αξιολογήσει. Με τα δεδομένα αυτά η μη καταβολή των μισθωμάτων εκ μέρους του εναγόμενου οφείλεται σε δικαιολογημένη αιτία και κατά συνέπεια αυτός δεν κατέστη δύστροπος.
Τα παραπάνω, αφού έκανε τελεσίδικα δεκτά το ως άνω Δικαστήριο, έκανε δεκτή την έφεση και τους προσθέτους λόγους και απέρριψε την αγωγή. Ενόψει αυτών -συνεχίζει το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του- η προηγούμενη δίκη, που ξεκίνησε με βάση την από 24-4-2012, υπ' αριθμ. καταθ. 3682/2012 αγωγή της νυν ενάγουσας κατά του νυν εναγομένου, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 2378/2013, εκκληθείσα και ήδη σε δεύτερο βαθμό εξαφανισθείσα, απόφαση του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αφορούσε σε απόδοση χρήσης των επιδίκων μισθίων και καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων προγενέστερου χρονικού διαστήματος (Νοεμβρίου 2008 έως Απριλίου 2012), λόγω δυστροπίας, ήτοι με νομική βάση κατ' άρθρο 66 ΕισΝΚΠολΔ, ως και σε αποζημίωση, λόγω φθορών του μισθίου (Α.Κ. 592), ενώ η ένδικη υπ' αριθμ.
καταθ. 7497/2014 αγωγή αφορά σε απόδοση χρήσης του μισθίου, λόγω καταγγελίας της μισθωτικής σύμβασης, κατ' άρθρο 597 Α.Κ. και σε καταβολή οφειλόμενων μισθωμάτων μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος (Ιανουαρίου 2014 - Ιανουαρίου 2015) ως και αποζημίωσης χρήσης μηνός Φεβρουαρίου 2015, κατ' άρθρο 601 του Α.Κ. και ως εκ τούτου, ενόψει του ότι δεν υφίσταται ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας του αντικειμένου της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς, κατ' άρθρο 324 Κ.Πολ.Δικ., το δεδικασμένο για την ανυπαρξία του κύριου ουσιαστικού ζητήματος της οφειλής μισθωμάτων του ως άνω προγενέστερου χρονικού διαστήματος δεν καλύπτει την παρούσα δίκη, που αφορά σε οφειλές μισθωμάτων μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος και στηρίζεται, για την απόδοση της χρήσης του μισθίου σε άλλες νομικές διατάξεις (Α.Κ. 597).
Ανακύπτει, ωστόσο, ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, το ζήτημα, ότι στην ως άνω προηγηθείσα δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, έγινε δεκτή η προβληθείσα από τον εναγόμενο-εκκαλούντα και, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 342 Α.Κ., ένσταση [...] ότι η, εκ μέρους του, μη καταβολή των με την υπ' αριθμ. καταθ. 3682/2012 αγωγή της ήδη εφεσίβλητης - ενάγουσας, ζητηθέντων μισθωμάτων Νοεμβρίου 2008 έως Απριλίου 2012, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν είχε ευθύνη, δηλαδή, στο ότι πίστευε ότι με το άκυρο, ως μη περιβληθέν το συμβολαιογραφικό τύπο (άρθρο 1198 σε συνδ.
με άρθρο 166 Α.Κ.), προσύμφωνο πώλησης των μισθίων ακινήτων, που είχε γίνει μεταξύ της συζύγου του και του εκμισθωτή και ήδη θανόντος Ι. Κ. και, αφορούσε στη μελλοντική μέχρι την 30-12-2009 μεταβίβαση σ' αυτήν των δύο επίδικων μισθίων, δεν είχε υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων. Η έννομη συνέπεια της ένστασης, δηλαδή η απόρριψη της προηγούμενης αγωγής, λόγω έλλειψης δυστροπίας, στηρίχθηκε στην ύπαρξη ενός δικαιώματος, διαφορετικού από το δικαίωμα που ασκήθηκε με την αγωγή.
Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα, στο οποίο στηρίχθηκε και έγινε δεκτή η καταχρηστική και δικαιοκωλυτική του αγωγικού δικαιώματος ένσταση αυτή, δηλαδή η έλλειψη δυστροπίας στην μη καταβολή μισθωμάτων, δεν δημιουργεί δεδικασμένο στην παρούσα δίκη, για το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα κατ' άρθρο 331 Κ.Πολ.Δικ., καθώς με βάση την γραμματική διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1, που ορίζει ότι το δεδικασμένο για το κύριο ουσιαστικό ζήτημα προϋποθέτει έννομη σχέση "που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού", είναι πρόδηλο ότι η απαρίθμηση είναι περιοριστική, εφόσον δε αναφέρεται ρητά η ένσταση συμψηφισμού, αποκλείονται οι λοιπές ενστάσεις [...].
Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, αν και με ελλιπή αιτιολογία, απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση δεδικασμένου, που πρότεινε ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, ορθά το νόμο εφάρμοσε, της σχετικής αιτιολογίας συμπληρούμενης, κατά τα ως άνω, από το παρόν δικαστήριο, κατ' άρθρο 534 Κ.Πολ.Δικ. και πρέπει, ο περί δεσμεύσεως του δικαστηρίου τούτου από το δεδικασμένο της ως άνω απόφασης, δεύτερος λόγος της έφεσης, ως αβάσιμος να απορριφθεί.
Από τα ίδια, ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, τέλος, αποδεικνύεται ότι στην ως άνω, από 12-3-2009 συμφωνία, στην οποία, ουδέποτε συνεβλήθη, ούτε καν ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος, ο νυν εκκαλών, ουδεμία ρητή έγγραφη συμφωνία εγένετο σε σχέση με το θέμα των εν τω μεταξύ τρεχουσών υποχρεώσεων (οφειλής μισθωμάτων) του εκκαλούντος συζύγου της ως άνω δεύτερης συμβαλλόμενης και μισθωτή των εν λόγω -υπό αγορά- καταστημάτων, δι' ο προφανώς και δεν προβλήθηκε από τον εναγόμενο, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ένσταση συμψηφισμού.
Η ανωτέρω ενδιαφερομένη αγοράστρια κατέβαλε προς την δανείστρια τράπεζα, αλλά και σε μετρητά προς τον Ι. Κ., αντί τιμήματος, ένα σεβαστό ποσό, κατά τον ισχυρισμό του εκκαλούντος, ανερχόμενο στο ποσό των 107.300 ευρώ, κατά δε άλλους υπολογισμούς 104.300 ευρώ ή και κατ' ελάχιστο ολιγότερο. Με το ως ποσό δεν διακριβώνεται από το παρόν Δικαστήριο αν εξοφλήθηκε ολόκληρο το δανειακό υπόλοιπο, διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει το συνολικό ύψος του δανείου και το υπόλοιπο αυτού ή αν το δάνειο τελικά εξοφλήθηκε -όπως αποδεικνύεται από την με ημερομηνία 26-6-2012 βεβαίωση της δανείστριας τράπεζας, αποσταλείσα προς την εφεσίβλητο, ως μοναδική κληρονόμο του αρχικού δανειολήπτου- κατ' άλλο τρόπο, δηλαδή και με μερικές καταβολές ετέρων προσώπων, όταν μάλιστα η τελευταία καταβολή προς εκπλήρωση των όρων του παραπάνω ατύπου προσυμφώνου εκ μέρους της ενδιαφερόμενης υποψήφιας αγοράστριας έγινε την 21-12-2010.
Δεν αποδεικνύεται, εξ άλλου, ότι καταβλήθηκε και το υπόλοιπο ποσό έως το ύψος των 180.000 ευρώ, που είχε συμφωνηθεί ως συνολικό τίμημα για την αγοραπωλησία των επιδίκων μισθίων, ανεξάρτητα από την δήλωση που υπογράφει την ιδία ως άνω ημερομηνία της τελευταίας καταβολής, δηλαδή την 21-12-2010, ο Ι. Κ., στην οποία αναφέρει αόριστα ότι έχουν εκπληρωθεί όλες οι υποχρεώσεις της Μ.
Κ. από το άτυπο προσύμφωνο και μόλις γίνει η άρση της υφιστάμενης κατάσχεσης θα προβεί στην μεταβίβαση των μισθίων. Από την υπογραφή της παραπάνω δήλωσης μέχρι τον, από άγνωστα στο δικαστήριο τούτο αίτια, θάνατο του Ι. Κ., την 16-9-2011, μεσολάβησαν εννέα μήνες, χρονικό διάστημα που είναι επαρκές τόσο για την εξάλειψη των βαρών και την άρση της κατάσχεσης, που είχαν εγγραφεί και επιβληθεί στα ακίνητα, με συναίνεση της επισπεύδουσας δανείστριας τράπεζας, όσο και για την σύναψη του οριστικού αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, το οποίο ουδέποτε εγένετο.
Σημειωτέον ότι η μεταβίβαση των μισθίων καταστημάτων, βάσει της ρητής συμφωνίας του άρθρου 3 του παραπάνω ατύπου προσυμφώνου έπρεπε να είχε γίνει έως την 31-12-2009, όταν, λοιπόν, υπογράφηκε η ως άνω δήλωση είχε ήδη παρέλθει σχεδόν ένας χρόνος από την αρχικώς συμφωνηθείσα, ως καταληκτική ημερομηνία μεταβίβασης αυτών.
Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι δεν έγινε το οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας, που επαναλαμβάνεται στον τρίτο λόγο της έφεσης, επειδή ήσαν κατασχεμένα τα ακίνητα δεν ευσταθεί, διότι από τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι κατά την συνήθη συναλλακτική πρακτική προς διευκόλυνση των συναλλαγών πλείστα όσα παρόμοια συμβόλαια γίνονται καθημερινά, μεταβίβασης ακινήτων, που είτε βαρύνονται με βάρη είτε έχει επιβληθεί επ' αυτών κατάσχεση, κατόπιν συναινέσεως των δανειστών, οι οποίοι έχουν και συμφέρον προς τούτο, παριστάμενοι κατά την υπογραφή των συμβολαίων και ικανοποιούμενοι από το τίμημα.
Επειδή οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας, μεταξύ των συμβαλλομένων στο ανωτέρω από 12-3-2009, άτυπο προσύμφωνο αγοραπωλησίας ακινήτων, αφ' ενός μεν του ήδη αποβιώσαντος Ι. Κ., αφ' ετέρου δε της συζύγου του εκκαλούντος, Σ. Κ., διά την αγορά των δύο επιδίκων μισθίων καταστημάτων, στα οποία στεγάζεται η επιχείρηση εμπορίας ελαστικών του εκκαλούντος, που ήδη μισθώνει από την εφεσίβλητη, ως κληρονόμο του δικαιοπαρόχου της αρχικού εκμισθωτή, ουδέποτε συνήφθη, όπως, εξ άλλου, συνομολογείται από τον εκκαλούντα, η Σ.
Κ. ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα αυτών, ούτε βεβαίως υπεισήλθε στην παραπάνω μισθωτική σχέση ως εκμισθώτρια, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και κατά τον κρίσιμο επίδικο χρόνο του έτους 2014, μεταξύ της εφεσίβλητης Μ. Κ. και του εκκαλούντος Α. Ε., απορριπτομένων, ως κατ' ουσίαν αβάσιμων, των ισχυρισμών του εκκαλούντος περί κατάργησης της μεταξύ των διαδίκων μισθωτικής σύμβασης, καθώς και του συναφούς τρίτου λόγου της έφεσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η πρωτοβάθμια απόφαση, που δέχθηκε ότι ο εναγόμενος, αν και κάνει ακώλυτη χρήση του ως άνω ενιαίου μισθίου καταστήματος, εντούτοις καθυστερεί υπαιτίως να καταβάλει στην ενάγουσα τα μηνιαία μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως και 31-12-2014, τα οποία ανέρχονται συνολικά σε (860 ευρώ χ 12 μήνες =) 10.320 ευρώ, λόγο για τον οποίο και κατήγγειλε, με την άσκηση της ένδικης αγωγής τη μίσθωση, κατ' άρθρο 597 Α.Κ., η οποία και λύθηκε, κατόπιν παρελεύσεως της νομίμου προθεσμίας από την επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο, στις 10-1-2015, και ότι πλέον του ανωτέρω ποσού, ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα κατ' άρθρο 69 παρ. 1στ' Κ.Πολ.Δικ., 1.720 ευρώ, ήτοι, αφ' ενός μεν, το απαιτητό μέχρι την λύση της μίσθωσης, μίσθωμα μηνός Ιανουαρίου 2015, αφ' ετέρου δε, την αποζημίωση χρήσης μηνός Φεβρουαρίου 2015, ποσού 860 ευρώ, περαιτέρω δε, κρίνοντας ότι πάσα με την ένδικη αγωγή, εφ' ης η εκκαλουμένη, προβληθείσα αξίωση της ενάγουσας τυγχάνει έγκυρη και ισχυρή σε βάρος του οφειλέτη της εναγόμενου, ως πηγάζουσα από έγκυρη μισθωτική σύμβαση, έτερο, δε και όχι αντικείμενο της παρούσας δίκης, τυγχάνει το θέμα των τυχόν όποιων αξιώσεων της προαναφερόμενης συζύγου του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος, πηγαζουσών εκ της (εκ των πραγμάτων) ανώμαλης εξέλιξης της προϊστορηθείσας συμφωνίας της με τον αρχικό εκμισθωτή Ι.
Κ., κρίση, η οποία ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι εν λόγω αξιώσεις έχουν ήδη καταχθεί σε (έτερη) δίκη, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την τακτική διαδικασία, δυνάμει της από 5-2-2013, υπ' αριθμ. καταθ. 1251/2013 αγωγής της ανωτέρω συζύγου του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος Σ. Κ., σε βάρος της ενάγουσας, περαιτέρω δε, με την εκκαλούμενη απόφασή του, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, ως και κάθε τρίτο, έλκοντα από αυτόν δικαιώματα ή κατέχοντα επ' ονόματί του, να αποδώσει στην ενάγουσα την χρήση των μισθίων ακινήτων και τον υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα 10.320 ευρώ, για τα μηνιαία μισθώματα έτους 2014, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη ημέρα από τότε που κάθε μηνιαίο μίσθωμα κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι από την τέταρτη (4η) ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα, μέχρι την εξόφληση κι ακόμη τον υποχρέωσε να της καταβάλει το ποσό των 1.720 ευρώ, ήτοι 860 ευρώ, για το μηνιαίο μίσθωμα μηνός Ιανουαρίου 2015, νομιμότοκα από την 4-1-2015 μέχρι την εξόφληση και 860 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσης μηνός Φεβρουαρίου 2015, νομιμότοκα από την 1-3-2015, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις".
Έτσι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, επικύρωσε, με την απόρριψη των σχετικών λόγων της εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, την πρωτόδικη (1479/2015) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, όπως έχει ήδη εκτεθεί, η ένδικη αγωγή έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς άπαντα τα αιτήματά της.
Ήδη ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται σ' αυτόν, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την, εκδοθείσα επί της πρώτης (μη ένδικης) αγωγής της αναιρεσίβλητης, καταστάσα ήδη αμετάκλητη, 730/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, ισχυριζόμενος ειδικότερα τα εξής: "Από τις παραδοχές της ως άνω εφετειακής αποφάσεως (730/2014), οι οποίες, κατά ακριβή αντιγραφή, έχουν ως ακολούθως: "Με βάση τα περιστατικά που έγιναν δεκτά το Δικαστήριο κρίνει ότι μετά την υπογραφή μεταξύ της συζύγου του εκκαλούντος και του εκμισθωτή Ι.
Κ. του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο ο τελευταίος αναλάμβανε την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα των μίσθιων καταστημάτων στη σύζυγο του εκκαλούντος και ανεξάρτητα από την τυχόν ακυρότητα αυτού λόγω της έλλειψης του απαιτούμενου τύπου, συμφωνήθηκε ταυτόχρονα, μεταξύ του ως άνω εκμισθωτή, Ι.
Κ. και του αιτούντος, μισθωτή, η μη καταβολή μισθωμάτων έως την σύναψη του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας των μίσθιων ακινήτων στη σύζυγο του αιτούντος, γι' αυτόν, εξάλλου, τον λόγο ο Ι. Κ. από το Μάρτιο του έτους 2009 και εντεύθεν έως και το θάνατο του, που έλαβε χώρα το Σεπτέμβριο του έτους 2011, ουδέποτε απαίτησε μίσθωμα από τον αιτούντα.
Άλλωστε δεν συνάδει με τη λογική να μην εισπράττει ο εκμισθωτής Ι. Κ. μισθώματα για το ως άνω χρονικό διάστημα, από Μάρτιο του έτους 2009 έως και το Σεπτέμβριο του 2011, ήτοι για χρονικό διάστημα δυόμισι ετών και να μην έχει προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, δικαστική ή εξώδικη, για την είσπραξη των μισθωμάτων αυτών, ενόψει μάλιστα και των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε.
Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την κατάθεση του εξετασθέντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρα της εφεσίβλητης, ο οποίος επιβεβαίωσε την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του Ι. Κ. και της συζύγου του εκκαλούντος - εναγομένου για την μεταβίβαση των μισθίων ακινήτων, καταθέτοντας...... Με τα δεδομένα αυτά η μη καταβολή των μισθωμάτων εκ μέρους του εναγόμενου οφείλεται σε δικαιολογημένη αιτία και κατά συνέπεια αυτός δεν κατέστη δύστροπος" κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ως προδικαστικό, το ζήτημα της καταργήσεως της μεταξύ του εκμισθωτή Ι.
Κ. και αυτού (αναιρεσείοντος) μισθωτικής συμβάσεως από τις 21.12.2010 και εντεύθεν, οπότε ο εκμισθωτής Ι. Κ. υπέγραψε την υπό ιδίαν ημερομηνία υπεύθυνη δήλωσή του, στην οποία ρητώς ανέφερε ότι είχε εξοφληθεί πλήρως από την σύζυγό του (αναιρεσείοντος) Σ. Κ. και ως εκ τούτου, με βάση τα μεταξύ αυτών συμφωνηθέντα, είχε παύσει πλέον, από ουσιαστικής απόψεως, να τυγχάνει κύριος των επιδίκων μισθίων ακινήτων, συνακολούθως δε και εκμισθωτής αυτών, των οποίων αντιθέτως ετύγχανε κυρία και, συνακολούθως, εκμισθώτρια η ως άνω σύζυγός του, με περαιτέρω συνέπεια αυτός (αναιρεσείων) να μην υπέχει έκτοτε υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων.
Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, καθ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της 730/2014 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, το Δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως ότι μετά την υπογραφή μεταξύ της συζύγου του αναιρεσείοντος και του αρχικού εκμισθωτή Ι. Κ. του από 12.3.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού - προσυμφώνου αγοραπωλησίας ακινήτου, με το οποίο ο τελευταίος ανελάμβανε την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα των επιδίκων μισθίων ακινήτων στην σύζυγο του αναιρεσείοντος και ανεξάρτητα από την ακυρότητα αυτού, λόγω ελλείψεως του απαιτουμένου τύπου, συμφωνήθηκε ταυτόχρονα μεταξύ του ως άνω εκμισθωτή και του αναιρεσείοντος μισθωτή η μη καταβολή μισθωμάτων μέχρι και την σύναψη του οριστικού συμβολαίου μεταβιβάσεως της κυριότητας των μισθίων στην ως άνω σύζυγό του και ότι για τον λόγο αυτό η μη καταβολή εκ μέρους του αναιρεσείοντος μισθωτή των αξιουμένων με την αγωγή (πρώτη, μη ένδικη) μηνιαίων μισθωμάτων, που αφορούσε στο χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 2008 έως τον Απρίλιο του 2012, οφείλεται σε δικαιολογημένη αιτία, με συνέπεια αυτός να μην έχει καταστεί δύστροπος.
Ουδόλως δε κρίθηκε με την ως άνω απόφαση και μάλιστα με δύναμη δεδικασμένου (η έκταση του οποίου προσδιορίζεται, εν προκειμένω, όχι κατά την διάταξη του άρθρου 651 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε τότε, δηλαδή μέχρι τις 31-12-2015, πριν από το ν. 4335/2015, αλλά κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 321 επ. και 331 του ίδιου Κώδικα, λόγω της προαναφερόμενης σωρεύσεως αγωγών αποδόσεως του μισθίου και καταβολής μισθωμάτων), ούτε εξετάστηκε, έστω και παρεμπιπτόντως, ως προδικαστικό, το ως άνω ζήτημα της καταργήσεως της μισθωτικής συμβάσεως μεταξύ του εκμισθωτή Ι.
Κ. και του αναιρεσείοντος μισθωτή, ζήτημα, άλλωστε, το οποίο δεν θα μπορούσε να κριθεί από το Δικαστήριο εκείνο, εφόσον, σύμφωνα με όλο το περιεχόμενο της αποφάσεώς του, δεν περιλαμβάνονται σ' αυτήν παραδοχές περί του ότι καταρτίστηκε οριστικό συμβόλαιο μεταβιβάσεως των επιδίκων μισθίων ακινήτων για νόμιμη αιτία στην σύζυγο του αναιρεσείοντος, από και δια της μεταγραφής του οποίου, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, η τελευταία (σύζυγος του αναιρεσείοντος) θα υπεισερχόταν στην μισθωτική σύμβαση, στην θέση του αρχικού εκμισθωτή και θα αποκτούσε για λογαριασμό της τα σχετικά δικαιώματα, στην έκταση που είχε αυτά ο δικαιοπάροχός της αρχικός εκμισθωτής.
Αντίθετα με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτό, όπως από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προκύπτει, ότι δεν επήλθε μεταβίβαση των επιδίκων μισθίων ακινήτων. Το Εφετείο, επομένως, το οποίο, με την προπαρατιθέμενη αιτιολογία της προσβαλλομένης (606/2018) αποφάσεώς του, απέρριψε τον ισχυρισμό που προτάθηκε από τον εναγόμενο - εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα περί υπάρξεως δεδικασμένου, που απορρέει από την εκδοθείσα επί της πρώτης (μη ένδικης) αγωγής υπ' αριθμ. 730/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, όχι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, διότι, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ των δύο δικών, δεδομένου ότι με την πρώτη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά μεν η 2378/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και στην συνέχεια, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η ως άνω 730/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, εζητείτο η απόδοση της χρήσεως των επιδίκων μισθίων και η καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων προγενέστερου χρονικού διαστήματος, ήτοι από το Νοέμβριο του έτους 2008 μέχρι και τον μήνα Απρίλιο του έτους 2012, λόγω δυστροπίας, δηλαδή με νομική βάση από το άρθρο 66 ΕισΝΚΠολΔικ., ενώ με την ένδικη αγωγή εζητείτο η απόδοση της χρήσεως των μισθίων ακινήτων, λόγω καταγγελίας της μισθωτικής συμβάσεως κατά την διάταξη του άρθρου 597 του Α.Κ.
και η καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, ήτοι ολοκλήρου του έτους 2014, καθώς και του μισθώματος του Ιανουαρίου 2015, στα πλαίσια της προληπτικής δικαστικής προστασίας, προσέτι δε και της αποζημιώσεως χρήσεως για τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2015, κατά την διάταξη του άρθρου 601 του Α.Κ.
Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής πρώτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., περί παραβιάσεως από το Εφετείο των περί δεδικασμένου διατάξεων του Κ.Πολ.Δικ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) παραβάσεως των περί δεδικασμένου διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως δικαιολογεί την αναίρεση με το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.
μόνο σε περίπτωση πλημμέλειας από το ουσιαστικό και όχι από το δικονομικό δίκαιο, όπως, εν προκειμένω, οι περί δεδικασμένου κανόνες (Α.Π. 1524/2007).
Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δικ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Υπό την έννοια αυτή έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, όπως η απόφαση (Α.Π. 1310/2015, Α.Π. 25/2011). Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο διαδικαστικού εγγράφου άλλης δίκης και συγκεκριμένα της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 730/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, με το να μην δεχθεί ότι εξ αυτής παράγεται δεδικασμένο σχετικώς με το ζήτημα που αναπτύχθηκε ανωτέρω, κατά την έρευνα του ίδιου αναιρετικού λόγου, κατά το πρώτο μέρος αυτού.
Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι δεν στοιχειοθετείται παραμόρφωση εγγράφου όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.11.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 142/2018 αίτηση για αναίρεση της 606/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ