Legislator Case Law & Legislation
612/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company's loss of coverage due to insurer's failure to notify policyholder of cancellation.

Case Number 612/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment regarding the cancellation of its liability insurance policy. The insurer argued that the First Instance Court misread documents and ignored critical excerpts from official records, claiming these errors distorted the evidence. The court rejected this, ruling that the lower court properly evaluated all evidence in combination and did not rely solely on the disputed documents, thus validating the original decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's evaluation of evidence remains valid even if the appellant claims selective reading of documents, provided the appellate court finds no fundamental error in the overall assessment of the case.

Keywords

AI generated
appeal dismissal evidence evaluation insurance contract cancellation document interpretation court costs allocation insurer notification duty civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 495, paragraph 4, section e' of the Code of Civil Procedure
Article 1, paragraph 2 and 4 of Law 4335/2015
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 612 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 612 /2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... 3) Π. Χ. του Σ., κατοίκου ... και 4) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "AUTOHELLAS ATEE" και το διακριτικό τίτλο "HERTZ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πετρόπουλο με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λυδία Μανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-10-2011 (δύο) αγωγές του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις από 4-11-2011 (δύο) αγωγές του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων, τις από 4-11-2011 (δύο) αγωγές του ήδη 3ου των αναιρεσιβλήτων, τις από 7-11-2011 (δύο) αγωγές της ήδη 4ης των αναιρεσιβλήτων και τις από 28-11-2011 (τρεις) και από 20-12-2011 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3336/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5427/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-7-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 6-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων 4778/29-2-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Ρ., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης, από 16-7-2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 692/17-7-2015, αίτησης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ. Ε. Ν.. Όμως, αυτός, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του (άρθρα 576 παρ. 2 και 568 παρ.4 εδάφ.β' ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 6 παρ.1 και 2, 10 παρ.1, 11 παρ.1, 16 και 19 του ν. 489/76, που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986, προκύπτει ότι το πρόσωπο στο οποίο προξενήθηκε ζημία από τροχαίο ατύχημα έχει ευθεία και αυτοτελή αξίωση κατά του υπαίτιου ασφαλισμένου και της ασφαλιστικής εταιρείας. Στην περίπτωση που το ζημιογόνο όχημα είναι ανασφάλιστο κατά το χρόνο του ατυχήματος, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει, μέχρι το κατώτατο όριο των ποσών της ασφαλιστικής κάλυψης, στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν αποζημίωση λόγω θανάτου, σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ Ολομ. 9/1993).

Ως ανασφάλιστο θεωρείται το ζημιογόνο όχημα: α) όταν δεν έχει συναφθεί γι' αυτό ποτέ κατά το παρελθόν σύμβαση ασφάλισης ή β) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε ή λύθηκε ή ακυρώθηκε ή ανεστάλη είτε μονομερώς με καταγγελία του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου είτε με (κοινή) συμφωνία τους (ΑΠ Ολομ. 3/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 11α παρ.1 του ίδιου πιο πάνω νόμου που προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν. 3557/2007: "Τα μέρη που συμβάλλονται στην ασφαλιστική σύμβαση μπορούν να λύουν αυτή, οποτεδήποτε, με έγγραφη συμφωνία.

Η λύση της σύμβασης γνωστοποιείται, με επιμέλεια του ασφαλιστή, στο Κέντρο Πληροφοριών που προβλέπεται στο άρθρο 27β και ισχύει έναντι των τρίτων μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή". Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι παρέχεται στα μέρη η δυνατότητα, με αντίθετη έγγραφη συμφωνία τους, χωρίς, δηλαδή, να υπάρξει καταγγελία από κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη, να λύσουν την ασφαλιστική σύμβαση (ΑΠ 1594/2012, ΑΠ 1304/2010, ΑΠ 1240/2010).

Η ίδια, πάντως, διάταξη δεν υποβάλλει, κατά την ορθότερη άποψη, στο συστατικό τύπο του εγγράφου την (αντι)συμφωνία αυτή των μερών, αν ληφθεί υπόψη ότι η ασφαλιστική σύμβαση δεν καταρτίζεται οπωσδήποτε εγγράφως και το ασφαλιστήριο είναι αποδεικτικό έγγραφο (ΑΠ Ολομ.9/2014, ΑΠ 512/2014), οπότε και για την κατάργησή της δεν απαιτείται συστατικό έγγραφο (ΑΠ Ολομ. 24/1994, ΑΠ 564/1997).

Για την ισχύ όμως της λύσης έναντι των τρίτων απαιτείται η γνωστοποίηση αυτής από τον ασφαλιστή στο Κέντρο Πληροφοριών που προβλέπεται στο άρθρο 27β του ν. 489/1976 και παρέλευση 16 ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή. Κατά συνέπεια, αν δεν γίνει νομότυπα ή δεν γίνει καθόλου η γνωστοποίηση αυτή της λύσης της σύμβασης ασφαλίσεως, ο ασφαλιστής, παρά τη λύση της, εξακολουθεί, κατά το νόμο, να ευθύνεται έναντι του τρίτου που ζημιώθηκε και, επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου (ΑΠ Ολομ. 3/2005, ΑΠ 232/2015, ΑΠ 1136/2014, ΑΠ 157/2014, ΑΠ 752/2013).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 27β του κωδικοποιημένου ν.489/1976, που προστέθηκε με το άρθρο 6 του π.δ.10/2003, σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις του άρθρου 5 της οδηγίας 2000/26/ΕΚ, "Συνιστάται στο Υπουργείο Ανάπτυξης, Γενική Γραμματεία Εμπορίου, Κέντρο Πληροφοριών.1. Το κέντρο πληροφοριών αποτελεί οργανική μονάδα της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου.

Η δημιουργία της οργανικής μονάδας, η ένταξη της στον Οργανισμό της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, η οργάνωση και ο τρόπος λειτουργίας της, καθώς και τα ιδιαίτερα προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του προϊστάμενου της μονάδας και του λοιπού προσωπικού, όπως σε θέματα ανάλυσης συστημάτων πληροφορικής, διαχείρισης βάσης δεδομένων, διαχείρισης δικτύων, χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, ρυθμίζονται με Προεδρικό Διάταγμα".

Ακολούθως, η παραπάνω παράγραφος 1 του άρθρου 27β αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.4 του ν.3557/2007, που εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, κατά το οποίο: "1. Συνιστάται στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), που προβλέπεται στο άρθρο 1 του ν. 3229/2004 (ΦΕΚ 38 Α'), ως υπηρεσιακή μονάδα του, Κέντρο Πληροφοριών.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, ρυθμίζονται η ένταξη του Κέντρου Πληροφοριών στον Οργανισμό της ΕΠ.Ε.Ι.Α., η διάρθρωση, η οργάνωση και η λειτουργία του, ο αριθμός των οργανικών θέσεων των υπαλλήλων του κατά κατηγορία, κλάδο, ειδικότητα και είδος σχέσης εργασίας, τα ειδικά προσόντα του προϊσταμένου του Κέντρου Πληροφοριών και των υπαλλήλων του και οι γνώσεις αυτών σε θέματα, όπως ανάλυσης συστημάτων πληροφορικής, διαχείρισης βάσης δεδομένων, διαχείρισης δικτύων, χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα και σχετική λεπτομέρεια".

Ήδη, το εν λόγω Κέντρο Πληροφοριών αποτελεί, από 1-12-2010, υπηρεσιακή μονάδα του "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 ν.3867/2010 (ΦΕΚ Α' 128/3-8-2010) και 278 παρ.10 ν.4364/2016 (ΦΕΚ Α' 13/5-2-2016) που αντικατέστησε, εκ νέου, το άρθρο 27β παρ.1 του κωδικοποιημένου ν.489/1976.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 5427/2014 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, δέχθηκε, ανέλεγκτα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι το υπ' αριθμ. ...

ΙΧΕ αναφερόμενο ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο από τον ιδιοκτήτη του Σ. Σ., στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ''Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ'', δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του οδηγού, κυρίου και κατόχου, για το χρονικό διάστημα από 13-3-2009 έως 13-3-2010, όπως συνομολογείται απ' όλες τις διάδικες πλευρές.

Με τη λήξη του συμβολαίου, τούτο ναι μεν ανανεώθηκε αυτοδικαίως, εφόσον δεν ασκήθηκε εμπροθέσμως (30 ημέρες προ της λήξεως) δικαίωμα εναντιώσεως, πλην όμως ο αντισυμβαλλόμενος με την υπό ιδία ημερομηνία προσκομιζόμενη έγγραφη αίτηση - δήλωση ακύρωσης, εκτιμώμενη από το δικαστήριο ως πρόταση εκ του άρθρου 185 ΑΚ, η οποία επιδόθηκε την ίδια ημέρα στην ασφαλιστική εταιρεία, ζήτησε την ακύρωση του συμβολαίου.

Μάλιστα, από το περιεχόμενο της ως άνω αιτήσεως, προκύπτει ότι η αντισυμβαλλόμενη ασφαλιστική εταιρεία αποδέχθηκε τη δήλωση και έτσι καταρτίσθηκε αντισυμφωνία λύσεως της ασφαλίσεως (άρθρα 361 ΑΚ) με άμεσο αποτέλεσμα τη μεταξύ τούτων λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως. Κατόπιν τούτου, η τελευταία, την 16-3-2010 εξέδωσε την υπ'αριθμ. 350080/2010 εντολή πρόσθετης πράξης για ακύρωση του ανανεωθέντος ασφαλιστηρίου, στη συνέχεια δε γνωστοποίησε τη λύση της συμβάσεως στην Υπηρεσία Στατιστικής Ανωνύμων Εταιριών (Υ.Σ.Α.Ε.) Διεύθυνση Πληροφορικής, η οποία την 23-4-2010 ενημέρωσε το βασικό αρχείο της για την πράξη της ακύρωσης.

Η ως άνω Υπηρεσία (Υ.Σ.A.Ε) ήταν εκείνη που, μέχρι τη λειτουργία του νεότευκτου Κέντρου Πληροφοριών, τηρούσε μητρώο συμβολαίων και ζημιών, στο οποίο προσέτρεχαν πάντοτε οι αρχές (ΤΟΤΑ κλπ). Έκτοτε και μέχρι την ημερομηνία του ατυχήματος παρήλθε η τασσομένη από το νόμο προθεσμία των δεκαέξι (16) ημερών, χωρίς στο διάστημα αυτό να συναφθεί νέα σύμβαση ασφαλίσεως και συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία μπορεί πλέον να αντιτάξει τη λύση του συμβολαίου έναντι των παρόντων - εναγόντων, με επακόλουθο το όχημα να θεωρείται πλέον ανασφάλιστο και να γεννάται ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Οι ενάγοντες - εκκαλούντες και το Επικουρικό Κεφάλαιο ισχυρίζονται με τις εφέσεις τους, ότι η εκκαλουμένη απόφαση, με το να δεχθεί ότι είχαν τηρηθεί οι απαιτούμενες για την έναντι πάντων λύση της συμβάσεως προϋποθέσεις και το όχημα ήταν ανασφάλιστο, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Και μάλιστα, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, επικαλούνται και προσκομίζουν, παραδεκτώς κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, τα υπ' αριθμ.

πρωτοκ. 6573/11-10-2012 και 3359/16-10-2012 έγγραφα του Ελληνικού Κέντρου Πληροφοριών - ταυτόσημα, κατά περιεχόμενο, κατά τα ουσιώδη στοιχεία - σύμφωνα με τα οποία [η ακύρωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου No ..., με διάρκεια από 13-3-2009 ως 13-3-2010, του με αριθμό κυκλοφορίας ... ασφαλισμένο στην επωνυμία Σ. Σ., δεν είχε γνωστοποιηθεί στην Υπηρεσία μας έως την ημερομηνία του ατυχήματος, ήτοι 25-6-2010, από την ασφαλιστική εταιρεία ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ].

Αποκρούοντας τον ισχυρισμό αυτό, η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, υποστηρίζει ότι, λόγω μη εκδόσεως του προβλεπομένου από το νόμο Π.Δ/τος, "εν τοις πράγμασι", τούτο δεν λειτούργησε μέχρι την 11-7-2011, οπότε, αφού με το Ν.3867/2010, υπήχθη στο Επικουρικό Κεφάλαιο, άρχισε να λειτουργεί ως υπηρεσιακή μονάδα τούτου και μάλιστα με μεταφορά και χρήση των αρχείων της ΥΣΑΕ, η οποία, μέχρι τότε, λειτουργούσε ως αρμόδιος, για την παροχή ασφαλιστικών στοιχείων, φορέας, τον οποίο μόνο γνώριζαν και σ' αυτόν αναφέροντο και οι Αρχές (ΤΟΤΑ κλπ).

Πράγματι το προβλεπόμενο από το Π.Δ. 10/2003 και Ν. 3557/2007 Προεδρικό Διάταγμα ,που θα ρύθμιζε τη δημιουργία, διάρθρωση, οργάνωση και λειτουργία κλπ του νεοσυσταθέντος Κέντρου Πληροφοριών, δεν έχει εκδοθεί. Προς απόδειξη του περί ακυρώσεως του ασφαλιστηρίου ισχυρισμού της, η εναγομένη εταιρεία προσκομίζει, παραδεκτώς κατ' άρθρο 529 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., το πρώτον, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το υπ' αρ.

πρωτ. 174573/12-11-2013 έγγραφο της ΥΣΑΕ, η οποία, απαντώντας στο εγγράφως τεθέν ερώτημα για το πότε ενημερώθηκε για την ακύρωση της επίδικης συμβάσεως, αναφέρει ότι "η πρόσθετη πράξη με αριθμό 1486194 και έκδοση 16/3/2010, ενημέρωσε το βασικό αρχείο μας στις 23-4-2010", στο δε επαναπροσκομιζόμενο, από 1-2-2012 έγγραφο της, με αριθμό πρωτοκόλλου 151737, ανέφερε ότι δεν βρέθηκαν στο αρχείο της εν ισχύ συμβόλαια για το ζημιογόνο όχημα, κατά τις κρίσιμες ημερομηνίες.

Ο πιο πάνω ισχυρισμός ότι δηλαδή κατ' ουσία μέχρι την 11-7-2011 δεν λειτουργούσε το Κέντρο Πληροφοριών, με την έννοια της τηρήσεως μητρώου συγκέντρωσης πληροφοριών για τον αριθμό του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και τη χρονική περίοδο ισχύος που, όπως ήταν υποχρεωμένο (άρθρο 27β παρ.3 α ΠΔ/τος 237/1986), που αποτελούσε και απαραίτητη για την επίτευξη του στόχου του λειτουργία, δεν αντικρούεται και δεν αμφισβητείται ειδικότερα από κανένα διάδικο, αντιθέτως δε, ενισχύεται α) από το υπ' αριθμ.

πρωτοκ. 3359/16-10-2012 έγγραφο που εξέδωσε το ίδιο το Κέντρο Πληροφοριών (μετά την ένταξη και λειτουργία του ως μονάδα του Επικουρικού Κεφαλαίου) κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος Α. Κ., σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου "στο αρχείο του δεν βρέθηκε κανένα στοιχείο ασφάλισης για το όχημα με αριθμ. κυκλ. ... για την 25-6-2010", αναφορά που εμμέσως, πλην σαφώς, υποδηλώνει την μέχρι τότε ανυπαρξία κάθε μητρώου ή αρχείου, διότι αν τηρείτο τέτοιο μητρώο, οπωσδήποτε θα είχε καταχωρηθεί το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο, κατά το χρόνο ισχύος του (13-3-2009 έως 13-3-2010), με αποτέλεσμα να μην έχει νόημα οποιαδήποτε γνωστοποίηση τυχόν επιγενόμενης ακυρώσεως και β) από το γεγονός ότι το ίδιο το εκκαλούν Επικουρικό Κεφάλαιο, προκειμένου να αντλήσει πληροφορίες περί της ασφαλίσεως ή μη του ζημιογόνου οχήματος, κατά τον εγγύς του ατυχήματος χρόνο, δεν απευθύνθηκε στο Κέντρο Πληροφοριών, - όπως θα ήταν εύλογο, αν τούτο λειτουργούσε ουσιαστικά - αλλά στην ΥΣΑΕ, στο από 22-7-2010 έγγραφο της οποίας, με τίτλο στοιχεία συμβολαίου ζημιών, αναφέρεται το υπ' αριθμόν ...

συμβόλαιο για το χρονικό διάστημα από 13-3-2009 έως 13-3-2010 και για το ανανεούμενο διάστημα από 13-3-2010 έως 13-3-2011 με την προσθήκη της ένδειξης "ακύρωση", καθώς και στην εναγομένη εταιρεία (βλ. από 6-12-2010 έγγραφο της τελευταίας, απευθυνόμενο προς το Επικουρικό Κεφάλαιο με αναφορά του πιο πάνω συμβολαίου και ημερομηνία συμβατικής λύσεως).

Η, ως άνω, λοιπόν, γνωστοποίηση ακυρώσεως της συμβάσεως, προς την Υπηρεσία Στατιστικής Ανωνύμων Εταιρειών - Διεύθυνση Πληροφορικής, όπου, κατά παραπομπή από τη Διεύθυνση Ασφαλιστικών Εταιρειών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου (μονάδα του οποίου αποτελούσε αρχικώς το νεοϊδρυθέν Κέντρο Πληροφοριών), απευθύνοντο οι γνωστοποιήσεις γενικώς, η οποία έλαβε χώρα την 23-4-2010, ικανοποιεί πλήρως το σκοπό του νόμου, όπως αυτός προεκτέθηκε, διότι, με διαφορετική εκδοχή, θα ήταν ανέφικτο για τις ασφαλιστικές εταιρείες να λύσουν έναντι τρίτων τις ασφαλιστικές συμβάσεις, μολονότι οι συμβληθέντες συμφωνούσαν περί τούτου και άρα να παύσουν να ευθύνονται, εκδοχή που οπωσδήποτε βρίσκεται πέρα από το σκοπό του νομοθέτη.

Με βάση, λοιπόν, αυτές τις σκέψεις και παραδοχές, τα οψιγενώς επικαλούμενα από τους εκκαλούντες υπ' αριθμ. 3359/2012 και 6573/2012 έγγραφα του Ελληνικού Κέντρου Πληροφοριών ελέγχονται ως ήσσονος αποδεικτικής ισχύος, καθότι εκδόθηκαν από φορέα, που, κατά το χρόνο εκδόσεώς τους, δεν είχε αποκτήσει ουσιαστική αρμοδιότητα προς έκδοση τέτοιων εγγράφων.

Συνεπώς, από τη συνεκτίμηση και συναξιολόγηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, αποδείχθηκε ότι η ασφαλιστική σύμβαση είχε ακυρωθεί και είχαν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις (γνωστοποίηση, πάροδος προθεσμίας) προς παύση της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας έναντι των τρίτων και ως εκ τούτου γεννάται ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος (αλλά και των εφέσεων των αναιρεσιβλήτων), με τους οποίους υποστηρίζονταν τα αντίθετα, ότι, δηλαδή, δεν είχαν τηρηθεί οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να έχει ισχύ, κατ' άρθρ.11 παρ.2 ν.489/1976, έναντι των τρίτων, η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης, επικυρώνοντας, κατά τούτο, την πρωτόδικη 3336/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει, κατ' αποτέλεσμα, ομοίως, με διαφορετική, όμως, αιτιολογία (είχε δεχθεί λύση της ασφαλιστικής σύμβασης με καταγγελία εκ μέρους του ιδιοκτήτη και οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Σ.

Σ. που ήταν ασφαλισμένο στην "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ"), η οποία αντικαταστάθηκε με εκείνη της προσβαλλομένης, κατ' άρθρ. 534 ΚΠολΔ. Ήδη, το αναιρεσείον "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι α) η συγκεκριμένη ασφαλιστική σύμβαση δεν έχει λυθεί νόμιμα με συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών (Σ.

Σ. και "ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΕΕΓΑ"), εφόσον η, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, συμφωνία δεν καταρτίστηκε, όπως απαιτείται, εγγράφως (που προτείνεται παραδεκτά, κατ' άρθρ.562 παρ.2 περ.α' ΚΠολΔ) και β) το Κέντρο Πληροφοριών, που ήταν το μόνο αρμόδιο να δέχεται τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 11α και 11 του ν.489/1976 γνωστοποιήσεις της ακύρωσης, της λύσης, της λήξης ή της αναστολής της ασφαλιστικής σύμβασης, λειτουργούσε κανονικά από τις 14-5-2007, όταν εντάχθηκε στο νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) και, σε κάθε περίπτωση, από την 1-1-2008, ενώ μόνο η γνωστοποίηση σ' αυτό, εκ μέρους της υπόχρεης ασφαλιστικής εταιρείας, της ακύρωσης κλπ.

της ασφαλιστικής σύμβασης (και όχι η γνωστοποίηση στη μη θεσμοθετημένη από το νόμο "ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ"-εφεξής "ΥΣΑΕ") αποτελεί την αφετηρία της προβλεπόμενης στις αμέσως πιο πάνω διατάξεις προθεσμίας των δεκαέξι (16) ημερών, μετά τη συμπλήρωση της οποίας η ασφαλιστική εταιρεία έχει τη δυνατότητα να προτείνει επιτυχώς την ακύρωση κλπ.

της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι των τρίτων που ζημιώθηκαν εξαιτίας του ατυχήματος. Ο λόγος αυτός, κατά το ερευνώμενο σκέλος του, ως προς την υπό στοιχ.α' αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας σκέψης της απόφασης, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθώς και τις λοιπές που παρατίθενται στο αναιρετήριο, με εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, καθόσον η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης με αντισυμφωνία των μερών δεν υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο.

Ως προς την υπό στοιχ.β' αιτίαση, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ.561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα), δεδομένου ότι η υπόχρεη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" γνωστοποίησε τη λύση της σύμβασης ασφαλίσεως προς την "ΥΣΑΕ", όπως, εξάλλου, γινόταν τότε από τις ασφαλιστικές εταιρείες, κατά τις, αναιρετικά ανέλεγκτες, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επειδή, κατά τον κρίσιμο χρόνο (μέχρι και το μήνα Μάιο του έτους 2010), δεν είχε εκδοθεί το προβλεπόμενο στο άρθρο 27β παρ.1 του ν.489/1976 προεδρικό διάταγμα για τη ρύθμιση των θεμάτων διάρθρωσης, οργάνωσης και λειτουργίας κλπ.

του Κέντρου Πληροφοριών, άρα και της τήρησης μητρώου και συγκέντρωσης πληροφοριών για τον αριθμό του ασφαλιστήριου συμβολαίου που καλύπτει την αστική ευθύνη των οχημάτων από ατυχήματα και τη χρονική περίοδο ισχύος του (άρθρ. 27β παρ.3 εδάφ.α' ν.489/1976) και, συνακόλουθα, αφού το Κέντρο αυτό στην πραγματικότητα δεν λειτουργούσε, δεν υπήρχε δυνατότητα της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας να προβεί σε μια τέτοια γνωστοποίηση.

Εν πάση περιπτώσει, όπως και το ίδιο το αναιρεσείον δεν αμφισβητεί, το προβλεπόμενο, κατά τα προαναφερόμενα, προεδρικό διάταγμα δεν είχε εκδοθεί κατά τον κρίσιμο πιο πάνω χρόνο με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η εκ μέρους της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΕΕΓΑ" εκπλήρωση της υποχρέωσής της να γνωστοποιήσει τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών.

Ούτε, εξάλλου, η ίδια είχε τη νόμιμη υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ.2 του ν.489/1976, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 8 του ν.3557/2007, να γνωστοποιήσει τη λύση της ασφαλιστικής αυτής σύμβασης στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου της-αντισυμβαλλόμενου Σ. Σ., όπως υποστηρίζει, επικουρικά, το αναιρεσείον.

Άλλωστε, μία τέτοια γνωστοποίηση θα ήταν χωρίς νόημα, αφού η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης προκλήθηκε με τη σύμπραξη του αντισυμβαλλόμενου στην καταργητική σύμβαση (ΑΠ 638/2007). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον ίδιο πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι αυτή έχει ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, γιατί α) δεν προσδιορίζει, αφενός μεν, τον τρόπο επίδοσης της από 13-3-2010 έγγραφης αίτησης-δήλωσης ακυρώσεως του Σ.

Σ. προς την ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ο τρόπος αυτός της επίδοσης πληροί ή όχι την επιταγή της διάταξης του άρθρου 11α παρ. 2α του ν.489/1976, κατά την οποία ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος μπορούν να καταγγέλλουν την ασφαλιστική σύμβαση, οποτεδήποτε, με γραπτή δήλωση, η οποία επιδίδεται στον ασφαλιστή "επί αποδείξει", αφετέρου δε, αν η συμφωνία λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης έγινε εγγράφως, όπως, κατά νόμο, απαιτείται, ή προφορικά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για το αν λύθηκε, πράγματι, η εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση (που αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για να προχωρήσει η περαιτέρω διαδικασία της επίμαχης γνωστοποίησης της ακύρωσης και για την έναρξη της προθεσμίας των δεκαέξι ημερών) και για το αν η λύση αυτή έγινε με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών ή με καταγγελία από το λήπτη της ασφάλισης Σ.

Σ., β) αν και δέχεται ότι ο τελευταίος κατήγγειλε, με την από 13-3-2010 έγγραφη αίτησή του, την ασφαλιστική σύμβαση, κατ' άρθρ. 11α παρ. 2α εδάφ.α' του ν.489/1976 και, άρα, η λύση αυτής επήλθε μετά πάροδο τριάντα (30) ημερών (άρθρ. 11α παρ.2α εδάφ.β' του ίδιου νόμου), ακολούθως, δέχεται, αντιφατικά, ότι η ασφαλιστική αυτή σύμβαση λύθηκε άμεσα (στις 13-3-2010), με αντισυμφωνία των μερών και γ) ενώ δέχεται ότι το Κέντρο Πληροφοριών άρχισε ουσιαστικά να λειτουργεί, ως υπηρεσιακή μονάδα του "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" μετά τις 11-7-2011, στη συνέχεια, δέχεται, αντιφατικά, ότι το Κέντρο αυτό που εξέδωσε τα 6573/11-10-2012 και 3359/16-10-2012 έγγραφά του, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, δεν είχε αποκτήσει ουσιαστική αρμοδιότητα προς έκδοση τέτοιων εγγράφων και, με την αντιφατική αυτή αιτιολογία, έκρινε ότι τα πιο πάνω δύο έγγραφα είναι "ήσσονος αποδεικτικής ισχύος" και δεν τα έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του, δηλαδή για το ότι η γνωστοποίηση της ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης προς την "ΥΣΑΕ", στις 23-4-2010, πληρούσε τις προϋποθέσεις των άρθρων 11α παρ.1 και 11 παρ.2 ν.489/1976 και ενεργοποίησε την έναρξη της προθεσμίας των δεκαέξι ημερών που προβλέπεται απ' αυτά.

Ο παρών λόγος, κατά το κρινόμενο δεύτερο σκέλος του, είναι αλυσιτελής, ως προς τα α' και β' στοιχεία, και απαράδεκτος, ως προς το γ' στοιχείο, διότι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αλλά διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το ότι ορθά εφαρμόστηκαν οι προπαρατιθέμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός, ως προς τα παραπάνω α' και β' στοιχεία, είναι αλυσιτελής, αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η ασφαλιστική σύμβαση λύθηκε με καταγγελία του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου, ασφαλισμένου στην "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", αυτοκινήτου Σ. Σ. αλλά με αντισυμφωνία των μερών αυτών, κατ' άρθρ.361 ΑΚ, που δεν είναι απαραίτητο να περιβληθεί τον έγγραφο τύπο, σύμφωνα με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρθηκαν.

Όσον αφορά την υπό στοιχείο γ' αιτίαση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασής του, έλαβε υπόψη τα επίμαχα δύο έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και, συνεπώς, ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 49/2015, ΑΠ 1047/2014).

Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, επίσης, και όταν το δικαστήριο, κατά την ανάγνωση του εγγράφου, παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου του που είναι κρίσιμες, δηλαδή τέτοιες που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο (ΑΠ 695/2008, ΑΠ 112/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο τεσσάρων εγγράφων που προσκομίστηκαν νόμιμα σ' αυτό για την (αντ)απόδειξη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος ότι α) το Κέντρο Πληροφοριών λειτουργούσε κανονικά κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα του έτους 2010, δεχόμενο, ως μόνο αρμόδιο, τις γνωστοποιήσεις ακύρωσης κλπ.

των ασφαλιστικών συμβάσεων, β) η ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" δεν γνωστοποίησε στο τελευταίο την ακύρωση της συγκεκριμένης ασφαλιστικής σύμβασης και, ως εκ τούτου, δεν είχε τη νομική δυνατότητα να προτείνει την εν λόγω ακύρωση-λύση της σύμβασης έναντι των τρίτων που ζημιώθηκαν, ήδη αναιρεσιβλήτων και γ) το ζημιογόνο αυτοκίνητο εξακολουθούσε γι' αυτούς να είναι ασφαλισμένο στην πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία κατά το χρόνο του ατυχήματος στις 25-6-2010.

Ειδικότερα, το Εφετείο, κατά το αναιρεσείον, παραμόρφωσε α) με λανθασμένη ανάγνωση, τα 6573/11-10-2012 και 3359/16-10-2012 έγγραφα-βεβαιώσεις του Κέντρου Πληροφοριών, στα οποία ρητά αναγράφεται ότι η ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης δεν γνωστοποιήθηκε σ' αυτό από την "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", πλην όμως, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, τα έγγραφα αυτά "ελέγχονται ως ήσσονος αποδεικτικής ισχύος" και β) με παράλειψη κρίσιμων περικοπών του κειμένου τους, τα 151737/1-2-2012 και 174573/12-11-2013 έγγραφα της Διεύθυνσης Πληροφορικής "ΥΣΑΕ" της "ΕΝΩΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ", καθώς και το παραπάνω 3359/2012 έγγραφο, αναγιγνώσκοντας μέρος μόνο καθενός απ' αυτά, όπως οι επίμαχες περικοπές παρατίθενται αναλυτικά στο αναιρετήριο, ενώ αυτές, πάντα κατά το αναιρεσείον, μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που έγινε δεκτό, ήτοι υπέρ των προαναφερόμενων απόψεων του αναιρεσείοντος.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, αξιολογώντας εσφαλμένα, κατά το αναιρεσείον, τα συγκεκριμένα έγγραφα.

Εξάλλου, ναι μεν στην ίδια απόφαση δεν αναφέρονται και οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον περικοπές (που πράγματι περιλαμβάνονται στα πιο πάνω τρία έγγραφα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπησή τους), τούτο όμως δεν σημαίνει ότι το Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει όλο το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και να τα λάβει συνολικά υπόψη του, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης της απόφασης.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ.1 άρθρο ένατο παρ.2 και 4 αυτού, από 1-1-2016). Τέλος, το αναιρεσείον που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των δεύτερου έως και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, αφού αυτός ερημοδίκησε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Ιουλίου 2015 αίτηση του "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Ν.Π.Ι.Δ." για αναίρεση της 5427/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των δεύτερου έως και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ