Legislator Case Law & Legislation
612/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank judgment on statute of limitations, remanding case for retrial.

Case Number 612/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of a claim for unpaid investment proceeds. The bank argued the claim was time-barred by annual limitation, while the appellant contended the limitation period was interrupted by a failed extrajudicial attempt to resolve the dispute. The court found the lower court erred in interpreting Article 261 of the Civil Code, ruling that such an attempt constitutes a procedural act interrupting the limitation period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 261 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A failed extrajudicial attempt to resolve a dispute constitutes a procedural act that interrupts the annual limitation period, preventing its expiration.

Keywords

AI generated
annual limitation period statute of limitations interruption of limitation extrajudicial attempt procedural act investment contract remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 261 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 214A of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 612 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 612/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου: Χ, κατοίκου ......, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Συμπεθέρου.

Της αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΕ" πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΕ" η οποία ήταν καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της εταιρίας με την επωνυμία "METROLIFE ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσια δικηγόρο της Ελέσα Μπακατσέλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4939/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3906/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 7-7-2006 και 20-9-2007 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε τις από 3-9-2007 και 28-11-2008 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε α)να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι δεύτερος, τριτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση απορριφθούν δε οι λοιποί, και β)την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου (08.12.2008) συζητήθηκαν α) η από 07.07.2006 (αρ. κατ. 1036/2006) αίτηση του Χ εναντίον της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3.906/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και β) η από 20.09.2007 (αρ. κατ. 1.059/2007) αίτηση της τελευταίας εναντίον του πρώτου για αναίρεση της ίδιας απόφασης. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα το με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.

Α. ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΤΩΝ ΑΝΩ ΑΙΤΗΣΕΩΝ

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.8 περ.α' λόγος αναίρεσης, για παρά τον νόμο λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, ιδρύεται και αν τα πράγματα, ουσιώδεις δηλαδή για την έκβαση της δίκης πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, προτάθηκαν απαραδέκτως, διότι και τα απαραδέκτως προταθέντα πράγματα εξομοιώνονται με μη προταθέντα.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα ή απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρου 237 παρ.3 , 269 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν με την προσθήκη των προτάσεων μόνο για την απόκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις του αντιδίκου, η προβολή δε νέων μη προταθέντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμών στο εφετείο με την έφεση από τον ενάγοντα, του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη, είναι απαράδεκτη εκτός αν γίνεται επίκληση συνδρομής προϋπόθεσης από το άρθρο 269 παρ.2 ΚΠολΔ.

Από αυτά παρέπεται ότι είναι απαράδεκτη η προβολή το πρώτο στο εφετείο από τον ενάγοντα, του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε κατά παραδοχή ως βάσιμης ένστασης παραγραφής που προέβαλε ο εναγόμενος, αντένστασης αναστολής της παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 255 ΑΚ, λόγω συνδρομής ανωτέρας βίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων"προς απόκρουση της εις βάρος του αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, προέβαλε στο Πρωτοδικείο, με τις εμπροθέσμου καταταθείσες προτάσεις του, την ένσταση της παραγραφής της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσης, εκθέτοντας ότι η αγωγική αξίωση υπέκυψε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας στην κατά το άρθρο 15 παρ.6 ν.3632/1928 ετήσια παραγραφή, αφού από την επίδοση της ένδικης αγωγής την 28.12.2001 μέχρι και την αρχικώς ορισθείσα για συζήτηση αυτής δικάσιμο της 29.2.2003 διέρρευσε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους.

Η τότε ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την προσθήκη των εγγράφων προτάσεών της, παραδεκτώς προέβαλε προς απόκρουση της άνω ένστασης του εναγομένου, επικουρικώς αντένσταση διακοπής της παραγραφής, ήτοι ότι η παραγραφή αυτή διακόπηκε διαδοχικά την 28.12.2001 με την επίδοση της αγωγής, την 28.1.2002 με την εκ μέρους του πληρεξουσίου της δικηγόρου συνταχθείσα δήλωση περί αποτυχίας της εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς, την 19.2.2003 με την εκφώνησή της προς συζήτηση και αναβολή αυτής για τη δικάσιμο της 28.4.2004, χωρίς όμως να προβάλει και ισχυρισμό (αντένσταση) αναστολής της ίδιας αυτής ετησίας παραγραφής με επίκληση συνδρομής ανωτέρας βίας.

Τον ισχυρισμό περί αναστολής της παραγραφής λόγω συνδρομής ανωτέρας βίας προέβαλε απαραδέκτως το πρώτο επικουρικά με την έφεση της (3ος λόγος), χωρίς να επικαλείται συνδρομή περιπτώσεως από άρθρο 269 ΚΠολΔ δικαιολογούσας την βραδεία προβολή του, ισχυριζόμενη ότι ο προσδιορισμός δικασίμου από το αρμόδιο δικαστικό όργανο, για συζήτηση της αγωγής την 19.5..2003, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής , συνιστά λόγο ανωτέρας βίας, που είχε ως συνέπεια την αναστολή της παραγραφής.

Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε παραδεκτή και βάσιμη την άνω περί αναστολής της παραγραφής αντένσταση (λόγο έφεσης), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή. Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη την άνω απαραδέκτως προταθείσα αντένσταση και δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη.

Επομένως οι τρίτος και τέταρτος λόγοι, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει αντίστοιχα στο εφετείο τις άνω αιτιάσεις, είναι βάσιμοι, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου.

Β. ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΤΩΝ ΑΝΩ ΑΙΤΗΣΕΩΝ

Θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος. Τέτοιο έχει κατ' αρχήν ο διάδικος που ηττήθηκε και επομένως και εκείνος που του απορρίφθηκε η αγωγή Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό και τη νομιμοποίηση του στην αίτηση αναίρεσης.

Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη, αν δε την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού.

Εξ άλλου, η μεν διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", η δε διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ιδίου κώδικα ότι ... "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση. Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αιτήσεως αναιρέσεως, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.

Περαιτέρω στα άρθρα 321, 322 παρ. 1 εδ. 1 περ. α', 324 και 330 εδ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, ότι το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μία έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ότι το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν και ότι από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα και μπορούν να ασκηθούν και με κύρια αγωγή.

Από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων συνάγεται ότι το περί δεδικασμένου ως άνω καθεστώς που ισχύει για τις ενστάσεις ισχύει και για τις αντενστάσεις, με συνέπεια το δε δικασμένο να εκτείνεται και στις αντενστάσεις που προτάθηκαν και απορρίφθηκαν ή μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν, χωρίς παράλληλα να ανήκουν σε εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα δυνάμενο να ασκηθεί και με κύρια αγωγή (καταψηφιστική ή διαπλαστική) ανεξάρτητα δε από τη δικαιολογική σχέση που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.

Από αυτά παρέπεται ότι, αν με την απόφαση του εφετείου απορριφθεί αντένσταση του ενάγοντος περί διακοπής της παραγραφής και γίνει δεκτή αντένσταση του ιδίου περί αναστολής της παραγραφής και ακολούθως αναιρεθεί η απόφαση του εφετείου ως προς το κεφάλαιο το σχετικό με την αποδοχή της αντένστασης αναστολής της παραγραφής, η απόφαση αυτή, κατά το μέρος με το οποίο απορρίφθηκε η αντένσταση διακοπής της παραγραφής, είναι τελεσίδικη και παράγει βλαπτικό για τον ενάγοντα δεδικασμένο, γι' αυτό ο ενάγων που νίκησε έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει επικουρική αναίρεση, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αναίρεση του αντιδίκου του.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση η αναιρεσείουσα, που νίκησε, ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3.906/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε αντένσταση της ιδίας περί διακοπής της παραγραφής, έγινε δεκτή ή έφεσή της κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, κατά παραδοχή, ως βάσιμης, αντένστασης περί αναστολής της παραγραφής, ακολούθως δε έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου.

Η αναιρετική αυτή αίτηση ασκούμενη κατ' εκτίμηση επικουρικώς, είναι παραδεκτή και πρέπει, μετά την παραδοχή της αναίρεσης του αντίδικου της, να ερευνηθεί ο μοναδικός λόγος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, με το να απορρίψει ως αβάσιμη την αντένσταση της αναιρεσείουσας περί διακοπής της παραγραφής, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ.

Επειδή από το άρθρο 261ΑΚ συνάγεται ότι, αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, δηλαδή ομοειδής με αυτή που διακόπηκε, αρχίζει σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του είδους της ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους ευθύς από την άσκηση της αγωγής διακόπτεται δε μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και αμέσως μετά την επιχείρηση αυτής αρχίζει ισόχρονη με την αρχική παραγραφή, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ισχύει γι' αυτή, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική πράξη ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης.

Ως διαδικαστική πράξη, διακοπτική της παραγραφής, νοείται κατά τη διάταξη αυτή κάθε πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου που απαιτείται κατά νόμο για την εξέλιξη και διαδρομή της δίκης, με σκοπό την περάτωση αυτής. Τέτοια πράξη, διακοπτική της παραγραφής, αποτελεί και η κατά το άρθρο 214Α ΚΠολΔ υποχρεωτική, για τις αναφερόμενες στην ίδια διάταξη υποθέσεις απόπειρα εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, η οποία απαιτείται με ποινή απαραδέκτου της συζήτησης και κατά την οποία οι διάδικοι υποχρεούνται να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο ή να εκπροσωπούνται από δικηγόρο εφοδιασμένο με ειδικό πληρεξούσιο, συντελείται δε η διαδικαστική αυτή πράξη με τη συνάντηση, αρχική ήμετ αναβολή, των διαδίκων μερών, συντασσομένου κοινού πρακτικού ή μονομερούς δηλώσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την αγωγή τηςεναντίον του ήδη αναιρεσιβλήτου η ενάγουσα εκθέτει ότι, σε εκτέλεση σύμβασης χρηματηστηριακής παραγγελίας που συνήψε με τον εναγόμενο το έτος 1997, κατά το χρονικό διάστημα από 7.4.2000 μέχρι 3.8.2000 ενήργησε κατ' εντολή και για λογαριασμό του εντολέα της (εναγομένου) τις αναφερόμενες στην αγωγή αγοραπωλησίες μετοχών, απότον τηρούμενο δε λογαριασμό των μεταξύ τους δοσοληψιών προέκυψε χρεωστικό για τον εντολέα της υπόλοιπο ποσού 155.468,99 ευρώ το οποίο ο τελευταίος, παρά τις προς τούτο οχλήσεις της, αρνείται να της καταβάλει, ζήτησε δε την επιδίκαση του ποσού αυτού νομιμοτόκως.

Κατά τη πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο ο εναγόμενος προέβαλε παραδεκτός με τις προτάσεις του τον ισχυρισμό (ένσταση) ότι η αγωγική αξίωση της ενάγουσας υπέκυψε στην κατά το άρθρο 15 παρ. 6 ν. 3632/1928 ετησία παραγραφή, αφού η παραγραφή αυτή, που διακόπηκε με την επίδοση της αγωγής την 28.12.2001, άρχισε και πάλι την 01.01.2002 και μέχρι την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο για τη συζήτηση της αγωγής (19.2.2003) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον του έτους από το τέλος του 2002, συμπληρωθέντος του χρόνου της παραγραφής εν επιδικία.

Το Εφετείο, δικάζοντας έφεση της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας, η αγωγή της οποίας απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά παραδοχή της άνω ένστασης ου εναγομένου, απέρριψε, όπως και το πρωτοδικείο, τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό (αντένσταση) της ενάγουσας, ότι η διακοπείσα με την επίδοση της αγωγής ως άνω ετήσια παραγραφή διακόπηκε και πάλι την 28η Ιανουαρίου 2002, οπότε, λόγω μη προσέλευσης του κληθέντος εναγομένου, απέτυχε η απόπειρα εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς σύμφωνα με το άρθρο 214Α ΚΠολΔ, δεχθέν ότι η απόπειρα αυτή δεν συνιστά διαδικαστική πράξη διακοπτική της παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΑΚ. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, κατά τον βάσιμο συναφώς εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέοντα μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί και κατά το εν λόγω μέρος η προσβαλλόμενη απόφασή του και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν εξ ολοκλήρου, μετά από ανάλογη προς την εκατέρωθεν έκταση της νίκης και ήττας κατανομή τους (άρθρο 178 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αιτήσεις αναιρέσεως.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3.906/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Και

Συμψηφίζει εξ ολοκλήρου τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ