Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and orders appellant to pay costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court failed to provide sufficient reasoning and distorted evidence documents, but the Court found these grounds too vague and lacking specific factual details. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly state the grounds for review and specify the factual circumstances constituting the alleged error, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 612 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 612/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ....., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του ...., και 2. ...(...) χήρας ...., ατομικά για τον εαυτό της και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του ....., κατοίκων ..... Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Ποταμιάνο και η δεύτερη παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω. πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Της αναιρεσίβλητης: ...., το γένος ...., κατοίκου ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αγγελόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2488/1996 μη οριστική, 7510/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2068/2004 μη οριστική και 185/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-6-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 17-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών (άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται εκτός των άλλων σε τι συνίσταται η αντίφαση και η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. ΑΠ 32/96 και 27/98). Με το 1ο λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή ως προς την απόρριψη της ένστασης περί ιδίας κυριότητος που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες ως εναγόμενοι στο επίδικο ακίνητο, χωρίς όμως να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια, αλλά μόνον αποσπασματικά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την απόρριψη της εν λόγω ένστασης των αναιρεσειόντων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος.
ΕΠΕΙΔΗ με το 1ο λόγο αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η από του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β μομφή της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο της ως πράγμα θεωρουμένης κατά την έννοια αυτού ενστάσεως από το άρθρο 1045 ΑΚ, με τα συγκροτούντα αυτή πραγματικά περιστατικά, μεταξύ των οποίων και η ύπαρξη κτίσματος στο ίδιο ακίνητο, που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες ως εναγόμενοι κατά της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη.
ΕΠΕΙΔΗ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ.
Β., 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ ως αποδείξεις που προσκομίσθηκαν νοούνται εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποίαν εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομισθέντων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφή και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέρων λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ΄ έφεση επίκληση εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφή και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.
Ειδικότερα η αναφορά στις προτάσεις της πρωτόδικης δίκης και η ενσωμάτωση αυτών στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης δεν συνιστά νόμιμη επίκληση αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει για το σχηματισμό της κρίση του, σχετικά με την απόρριψη της ένστασης των εναγομένων - αναιρεσειόντων, περί ιδίας κυριότητος στο επίδικο ακίνητο, κτηθείσα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας δεν έλαβε υπόψη της τα εξής έγγραφα και δη α) την από ....
δήλωση καταρτίσεως συμβάσεως συνδρομητών του ΟΤΕ, β) την από 10-5-93 με αριθμό ερεύνης .....αίτηση που υποβλήθηκε στην ΕΥΔΑΠ του Ηρακλείου και γ) τις αποδείξεις ΟΤΕ και ΔΕΗ των ετών 99 και μετέπειτα. Των εγγράφων όμως αυτών δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο, εφόσον στις ενώπιον αυτού προτάσεις τους διαλαμβάνεται μόνη η μη συνιστώσα κατά προεκτεθέντα νόμιμη επίκληση των εγγράφων φράση "αναφερόμεθα στο περιεχόμενο όλων των εγγράφων, τα οποία είχαμε προσκομίσει νομίμως και μετ΄ επικλήσεως με τις άνω προτάσεις μας (Πρωτοδικείου) περιεχόμενο των οποίων θεωρούμε και αυτό ενιαίο και αναπόσπαστο των παρουσών μας σώμα.
Τα έγγραφα αυτά που αναφέρονται κατά τα άνω στις προτάσεις μας της πρώτης και της μετ΄ απόδειξη συζήτησης της αγωγής της αντιδίκου μας προσκομίζουμε και πάλι νομίμως μετ΄ επικλήσεως".
Συνεπώς το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη τα πιο πάνω έγγραφα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ, της περί τον νόμο μη λήψης υπόψη αποδείξεων που προσκομίσθηκαν νόμιμα, και ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει το αντίθετο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ως προς την υπ΄ αριθ. 742/16-1-93 βεβαίωση του Δημάρχου Κηφισιάς το Εφετείο, στην έλαβε υπόψη αφού ρητά την αναφέρει και ως προς το σκέλος αυτό ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μειοψήφισε ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς, ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Νόμιμη επίκληση εγγράφων, με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση του εφετείου, υφίσταται και όταν σε αυτές έχουν καταχωρισθεί, κατ' αντιγραφή, οι ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις, στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, αφού με την ενσωμάτωση αυτή υποβάλλεται ενιαίο κείμενο προτάσεων στο εφετείο, ενώπιον του οποίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 529 του ΚΠολΔ, επιτρεπτή η επίκληση και προσκόμιση και αποδεικτικών μέσων που δεν είχαν προσκομισθεί πρωτοδίκως, ώστε να μην απαιτείται και αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη του προσκομιζόμενου αντιγράφου των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, όπου γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων.
Η αναφορά αυτή απαιτείται για τους επαναφερόμενους ισχυρισμούς, προκειμένου, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του ν. 958/1971, να διευκολυνθεί το εφετείο να ελέγξει, με την προσφυγή σε συγκεκριμένα μέρη του προσκομιζόμενου αντιγράφου των προτάσεων που είχαν υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εάν είχαν υποβληθεί οι ισχυρισμοί αυτοί πρωτοδίκως, δεδομένου ότι κατά κανόνα μόνο εάν είχαν προβληθεί οι ισχυρισμοί πρωτοδίκως μπορούν να προβληθούν και στο εφετείο (άρθρο 527 ΚΠολΔ).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, όμως, τέτοια ανάγκη δεν υπάρχει, αφού ως προς αυτά, ο κανόνας είναι (άρθρο 529 ΚΠολΔ), ότι μπορούν να προβληθούν και για πρώτη φορά στο εφετείο.
Συνεπώς, ως προς αυτά, αν δεν προκύπτει θέμα απαράδεκτης για πρώτη φορά προσκόμισής τους σε αυτό, το εφετείο δεν έχει ανάγκη να προσφύγει στην ανάγνωση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των έγγραφων προτάσεων που υποβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού δεν χρειάζεται να επιβεβαιωθεί η ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επίκληση και προσκόμισή τους, (επιβεβαίωση την οποία δεν παρέχει η ενσωμάτωση στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου των πρωτόδικων προτάσεων, αφού από μόνη αυτήν δεν αποδεικνύεται και ότι το κείμενο που ενσωματώθηκε είναι το ακριβές κείμενο των προτάσεων που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως) αλλ' αρκεί να αναγνωσθούν οι ενώπιον του εφετείου προτάσεις, η ανάγνωση όλου του περιεχομένου των οποίων, με οτιδήποτε έχει ενσωματωθεί σε αυτές, αποτελεί υποχρέωση του δικαστηρίου.
Η επίκληση, εξάλλου, των αποδεικτικών μέσων δεν είναι ανάγκη να γίνεται με πανηγυρικό τρόπο, αλλά αρκεί κατά τρόπο αναμφίβολο να προκύπτει η βούληση του διαδίκου να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοια δε βούληση εκδηλώνεται με την ενσωμάτωση στις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του κειμένου των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, τις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων που και ενώπιον του εφετείου προσκομίζονται, ιδίως όταν ρητώς δηλώνεται ότι πρέπει να θεωρηθούν αυτές ως αναπόσπαστο μέρος των ενώπιον του εφετείου προτάσεων και πολύ περισσότερο όταν υπάρχει δήλωση ότι ο διάδικος επικαλείται και όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχε επικαλεσθεί με αυτές, τα οποία και προσκομίζει στο εφετείο.
Επομένως, κατά τη μειοψηφούσα αυτή γνώμη, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, στις ενώπιον του εφετείου έγγραφες προτάσεις του, οι αναιρεσείοντες έχουν ενσωματώσει ολόκληρο το κείμενο των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεών τους στις οποίες γίνεται επίκληση όλων των αναφερόμενων στο αναιρετήριο εγγράφων, επιπλέον δε υπάρχει μετά το ενσωματωμένο περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεων, και ρητή δήλωση των αναιρεσειόντων ότι επικαλούνται και προσκομίζουν και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και πρωτοδίκως, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία ότι με την εν λόγω ενσωμάτωση οι αναιρεσείοντες εξέφρασαν τη βούλησή τους προς το εφετείο να χρησιμοποιήσουν ως αποδεικτικά μέσα, όλα τα έγγραφα, που κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προσδιορίζονται στις ενσωματωμένες πρωτόδικες προτάσεις τους έγινε, με τον τρόπο αυτό, νόμιμη επίκληση στο εφετείο από τους αναιρεσείοντες των εν λόγω εγγράφων, η νόμιμη προσκόμιση των οποίων σε αυτό δεν αμφισβητείται, αλλά ρητά επιβεβαιώνεται με το αναιρετήριο, έστω και αν δε γίνεται με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις των αναιρεσειόντων παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, όπου είχε γίνει η επίκλησήτους πρωτοδίκως και έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης.
ΕΠΕΙΔΗ για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων α) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, ώστε από την σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον ΄Αρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα β) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα και γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο. Οι αναιρεσείοντες με το τρίτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του που αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση αφού παραμόρφωσε το περιεχόμενο της άνω βεβαίωσης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και πρέπει ν΄ απορριφθεί διότι δεν αναφέρονται σ΄ αυτόν τα προαναφερθέντα στοιχεία.
ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1, 118 εδ. 4 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια και κατά τρόπο ορισμένο οι λόγοι αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και να καθορίζονται σ΄ αυτούς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 36/1988). Εν προκειμέων οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 12 και 13 ΚΠολΔ μομφή, της παραβιάσεως των ορισμών του νόμου σχετικών με τη δύναμη των ουσιαστικών μέσων και της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο αναφέρονται απλά και μόνο οι λόγοι αναιρέσεως χωρίς να καθορίζονται σ΄ αυτό τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά τους αναιρεσείοντες στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 185/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ