Legislator Case Law & Legislation
612/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment regarding lease termination and rent arrears.

Case Number 612/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Iera Moni Xeropotamou's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The appellant argued the lower court misinterpreted a document regarding lease terms and failed to reject a claim for security deposit return. The court rejected these claims as unfounded, noting the security was a penalty clause and the appellant failed to prove the lower court erred in its factual assessment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 361, 404, 405, 406, 407 of the Civil Code and Article 262 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a judgment on lease termination and rent arrears is inadmissible if the appellant fails to demonstrate a clear error in the lower court's evaluation of the contract's penalty clauses or the burden of proof regarding breach of contract.

Keywords

AI generated
lease termination rent arrears security deposit penalty clause appeal dismissal burden of proof contract breach

Cited Legislation

AI generated
Article 361 of the Civil Code
Article 404 of the Civil Code
Article 405 of the Civil Code
Article 406 of the Civil Code
Article 407 of the Civil Code
Article 262 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 20 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 612 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 612/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου, που εδρεύει στο 'Αγιον 'Ορος και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Λιώνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΤΟΡ ΟΙΛ (ΕΛΛΑΣ) ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΡΙΝΘΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη - Αναστασία Μπέκιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. χωρίς να καταθέσει προτάσεις και 2. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "NUNTIUS ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μαλταμπέ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 53836/2000, 45050/2000, 3799/2001 αγωγές, 3800/2001 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και 6391/2001 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31.627/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2668/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Νοεμβρίου 2003 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 22 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την 3167/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αφενός μεν, απορρίφθηκε ως αόριστη κατά ένα μέρος και ως κατ'ουσίαν αβάσιμη κατά τα λοιπά η από 11-12-2000 αγωγή, με την οποία η αναιρεσείουσα (ενάγουσα), ισχυριζόμενη ότι στις 28-5-1994 εκμίσθωσε τους πέμπτο, έκτο και έβδομο ορόφους της αναφερόμενης σ'αυτή πολυώροφης οικοδομής στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων (εναγομένη) και ότι, κατά τη λήξη στις 15-6-2000 του συμβατικού χρόνου διάρκειάς της, η τελευταία παρέδωσε σ'αυτή τα κλειδιά των έκτου και εβδόμου ορόφων, όχι όμως και του πέμπτου ορόφου, όπου, κατά παράβαση συγκεκριμένου όρου της μισθωτικής συμβάσεως, εξακολούθησε να παραμένει η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, στην οποία η πρώτη των αναιρεσιβλήτων είχε υπεκμισθώσεις από τον Μάιο του έτους 1996 ένα τμήμα του ορόφου αυτού, ζητούσε να της επιδικασθούν τα αναφερόμενα σ'αυτή χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για τη χρήση του πέμπτου ορόφου, για την επαναφορά τούτου στην προηγούμενη κατάσταση και για τις δαπάνες των κοινοχρήστων μερών, αφετέρου δε, έγιναν εν μέρει δεκτές η από 29-11-2000 αγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας και η από 20-2-2001 πρόσθετη υπέρ της πρώτης παρέμβαση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα να αποδώσει στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 94.490 ευρώ.

το οποίο της είχε καταβάλει ως "εγγύηση". Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε κατ' ουσίαν την από 18-12-2002 έφεση της αναιρεσείουσας και τους δια των προτάσεών της ασκηθέντες πρόσθετους λόγους εφέσεως κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 236 ΑΚ "αν για να είναι έγκυρη μια δικαιοπραξία χρειάζεται η συγκατάθεση τρίτου (συναίνεση), αυτή παρέχεται με δήλωση προς το ένα ή το άλλο μέρος, και, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν είναι ανάγκη να γίνει με τον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι συναίνεση είναι η συγκατάθεση, η οποία παρέχεται με δήλωση τρίτου προσώπου απευθυντέα προς ένα από τα μέρη της δικαιοπραξίας, είτε πριν είτε κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας, προκειμένου η τελευταία να ισχυροποιηθεί και να αναπτύξει τα έννομα αποτελέσματά της. Εκτός από τις περιπτώσεις που η τήρηση ορισμένου τύπου επιβάλλεται ρητώς από τον νόμο ή συνάγεται από τον σκοπό μιας συγκεκριμένης διατάξεως, η συναίνεση είναι άτυπη, άρα η σχετική δήλωση μπορεί να γίνει και σιωπηρώς. Κύριο αντικείμενο της συναινέσεως είναι οι δικαιοπραξίες, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται και οποιαδήποτε άλλη νομική πράξη, η οποία έχει ως συνέπεια την επέλευση κάποιας έννομης μεταβολής. Δεν εμπίπτει έτσι στο εύρος της έννοιας αυτής η συναίνεση σε κάποιο πρόσωπο να επέμβει με υλική πράξη στην έννομη σφαίρα του συναινούντος. Εξάλλου, τρίτος κατά την έννοια του άρθρου 236 ΑΚ είναι και ο εκμισθωτής έναντι του υπομισθωτή, αφού, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 593 και 599 παρ.2 ΑΚ, η υπομίσθωση είναι σύμβαση ξένη (res inter alios acta) έναντι του εκμισθωτή.

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση το εφετείο δέχθηκε ότι, μετά τη λήξη της επίδικης μισθώσεως και την απόδοση του μισθίου στην αναιρεσείουσα (εκμισθώτρια), η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων (υπομισθώτρια) εξακολούθησε να χρησιμοποιεί προσωρινώς τον πέμπτο όροφο του μισθίου ακινήτου με τη σιωπηρή προς τούτο συναίνεση του εκπροσωπούντος την εκμισθώτρια Γ.

Χ., με τον οποίο είχε αρχίσει διαπραγματεύσεις για τη μίσθωση του έκτου ορόφου. Ακολούθως, το εφετείο έκρινε ότι η προσωρινή χρήση του πέμπτου ορόφου από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων δεν αναιρεί τη συντελεσθείσα στις 16-6-2000 απόδοση όλων των χώρων του μισθίου από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων (μισθώτρια) στην αναιρεσείουσα (εκμισθώτρια) και ότι, κατά συνέπεια, η τελευταία δεν δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση από την πρώτη για την εν λόγω χρήση του πέμπτου ορόφου, η δε αξίωση της πρώτης για επιστροφή του χρηματικού ποσού, που είχε καταβάλει ως "εγγύηση" στην αναιρεσείουσα, κατέστη ληξιπρόθεσμη κατά τη λήξη της μισθώσεως, σύμφωνα με σχετικό όρο του κρίσιμου μισθωτηρίου εγγράφου.

Η κρίση αυτή δεν είναι προϊόν εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 236 ΑΚ, η οποία ορθώς δεν εφαρμόσθηκε από το εφετείο, αφού η γενόμενη δεκτή από αυτό συναίνεση της αναιρεσείουσας δεν αναφέρεται στην υπομίσθωση αλλά στη, μετά τη λήξη της μισθώσεως, προσωρινή χρήση του πέμπτου ορόφου από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, και ως εκ τούτου δεν υπάγεται στο εννοιολογικό περιεχόμενο της προβλεπόμενης στη διάταξη αυτή συναινέσεως.

Στην εκτεθείσα δε κρίση κατέληξε το εφετείο, δεχθέν ότι η μίσθωση έληξε με την πάροδο του συμβατικού της χρόνο και την απόδοση του μισθίου στην αναιρεσείουσα και όχι με τη σιωπηρή συναίνεση της τελευταίας για την προσωρινή χρήση του πέμπτου ορόφου από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο εφετείο η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 236 ΑΚ, στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως.

ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι το εφετείο, κατά παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 65, 67, 68, 70, 71 ΑΚ, 104, 106 Εισ.ΝΑΚ, 111, 119 και 120 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου 'Ορους 'Αθω, δέχθηκε ότι ο Γ. Χ., κατά την παρασχεθείσα από αυτόν ως άνω συναίνεση στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, είχε τη σχετική προς τούτο εξουσία εκπροσωπήσεως αυτής (αναιρεσείουσας) και με την παραδοχή αυτή διέγνωσε ως έννομη συνέπεια τη λήξη της μισθώσεως και της υπομισθώσεως. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, το εφετείο έκρινε ότι η λήξη της μισθώσεως, με την οποία (λήξη) γεννήθηκε το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να αξιώσει την απόδοση του μισθίου και από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων (υπομισθώτρια), επήλθε με την παρέλευση του συμβατικού χρόνου διάρκειάς της και με την απόδοση του μισθίου στην αναιρεσείουσα και όχι με τη σιωπηρή συναίνεση αυτής για την προσωρινή χρήση του πέμπτου ορόφου από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Και ο λόγος συνεπώς αυτός στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως.

IV. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στο εφετείο η εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση, ότι, δηλαδή, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 185, 197, 236 ΑΚ, 90, 106 και 107 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου 'Ορους, έκρινε ότι, για την εγκυρότητα των διαπραγματεύσεων μεταξύ της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και του Γ. Χ. προς εκμίσθωση σ'αυτή του έκτου ορόφου και για την παρασχεθείσα από τον τελευταίο συναίνεση στην ίδια να χρησιμοποιεί τον πέμπτο όροφο, δεν ήταν απαραίτητη η έγγραφη εξουσιοδότηση της αναιρεσείουσας προς τον Γ. Χ. και η τήρηση των προβλεπόμενων συναφώς στον καταστατικό αυτόν χάρτη διατυπώσεων. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται ποια επιρροή άσκησε η ως άνω κρίση του εφετείου στον υπαγωγικό του συλλογισμό για τη λήξη της μισθώσεως και της υπομισθώσεως.

V. Από τις διατάξεις των άρθρων 593, 599 και 608 ΑΚ προκύπτει ότι κατά τη λήξη της μισθώσεως ορισμένου χρόνου, η οποία (λήξη) επέρχεται με την πάροδο του συμβατικού χρόνου, ο μισθωτής έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο, στην κατάσταση που το παρέλαβε, ενώ, σε περίπτωση υπεκμισθώσεως, ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοση του μισθίου και από τον υπομισθωτή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 361 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 44 του π.δ. 34/1995 συνάγεται ότι η σύμβαση εμπορικής μισθώσεως, η διάρκεια της οποίας έχει συμφωνηθεί για χρόνο βραχύτερο του προβλεπόμενου από το εν λόγω π.δ/μα, μπορεί να λυθεί με νεότερη συμφωνία, η οποία υπάρχει και όταν, πριν από την παρέλευση του συμβατικού ή νόμιμου χρόνου, ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή και ο τελευταίος το παραλαμβάνει με σκοπό τη λύση της μισθώσεως, για την απόδειξη δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται έγγραφο βέβαιης χρονολογίας.

Εν προκειμένω, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ανελέγκτως, τα εξής: Με το από 28-5-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπεγράφη από τον δικηγόρο Γ. Χ. ως εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας Ιεράς Μονής και από τον Θ. Β. ως εκπρόσωπο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρίας, η πρώτη εκμίσθωσε στην τελευταία τους πέμπτο, έκτο και έβδομο (κατά ένα μέρος) ορόφους της ευρισκόμενης στη Θεσσαλονίκη και επί της οδού ...

πολυώροφης οικοδομής, προκειμένου να τους χρησιμοποιήσει για τη στέγαση των γραφείων της επιχειρήσεώς της. Κατά τη σύναψη της μισθωτικής συμβάσεως, η οποία ορίσθηκε να διαρκέσει από 15-12-1993 έως 15-6-2000 και για την οποία το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των 2.320.000 δραχμών προσαυξανόμενο για κάθε επόμενο έτος κατά ποσοστό 15%, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων (μισθώτρια) κατέβαλε, ως "εγγύηση" για την τήρηση των συμβατικών της υποχρεώσεων, στην αναιρεσείουσα (εκμισθώτρια) το ποσό των 13.920.000 δραχμών, το οποίο, αναπροσαρμοζόμενο κάθε έτος έτσι ώστε να αντιστοιχεί εκάστοτε σε έξι (6) μηνιαία μισθώματα, θα επιτρέφετο στη μισθώτρια ατόκως μετά την κατά τη λήξη της μισθώσεως αποχώρησή της από το μίσθιο και την ακριβή εκπλήρωση όλων των όρων του μισθωτηρίου, η παράβαση δε εκ μέρους της οποιουδήποτε όρου της μισθωτικής συμβάσεως θα είχε ως συνέπεια την κατάπτωση της "εγγυήσεως", ως αποζημιώσεως και ποινικής ρήτρας, υπέρ της εκμισθώτριας, η οποία θα μπορούσε να αξιώσει επιπλέον αποζημίωση σε περίπτωση μεγαλύτερης ζημίας της.

Συμφωνήθηκε ακόμη ότι η μισθώτρια, σε περίπτωση μη έγκαιρης αποχωρήσεώς της από το μίσθιο κατά τη λήξη της μισθώσεως, θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει στην εκμισθώτρια, ως αποζημίωση χρήσεως για κάθε μήνα παρακρατήσεως του μισθίου, χρηματικό ποσό ίσο με το μίσθωμα του τελευταίου μηνός, αυξημένο κατά 20%, καθώς και ότι η ίδια (μισθώτρια) δικαιούται να υπεκμισθώνει το μίσθιο ή να παραχωρεί τη χρήση του σε οποιονδήποτε τρίτο, υπό τους όρους ότι θα έχει υποβάλει προηγουμένως στην εκμισθώτρια σχετική αίτηση με τα νομιμοποιητικά έγγραφα του ενδιαφερόμενου υπομισθωτή και ότι θα έχει συναινέσει προς τούτο εγγράφως η εκμισθώτρια, της οποίας η συναίνεση αυτή τεκμαίρεται αμαχήτως ως δοθείσα, εφόσον, εντός ενός και ημίσεως μηνός από τη λήψη της αιτήσεως, δεν διατυπώσει εγγράφως τυχόν αντιρρήσεις της.

Επίσης, ορίσθηκε ότι, σε περίπτωση υπομισθώσεως, ο υπομισθωτής δεν αποκτά δικαιώματα έναντι της εκμισθώτριας, ως προς την οποία μόνη υπεύθυνη για την τήρηση των όρων της μισθωτικής συμβάσεως είναι η μισθώτρια. Εν συνεχεία, με το από 16-5-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, η μισθώτρια υπεκμίσθωσε στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρία ένα τμήμα εμβαδού 158 τ.μ.

του πέμπτου ορόφου του μισθίου, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για τη στέγαση των γραφείων της, αντί μηνιαίου μισθώματος 560.000 δραχμών, αναπροσαρμοζόμενου κατά ποσοστό 10% ετησίως. Για την υπομίσθωση αυτή δεν τηρήθηκαν οι προεκτεθέντες όροι της προηγούμενης υποβολής από τη μισθώτρια σχετικής αιτήσεως στην εκμισθώτρια και της έγγραφης εγκρίσεώς της από την τελευταία, πλην όμως η ίδια (εκμισθώτρια), μέσω του εκπροσωπήσαντος αυτή κατά τη σύναψη της κύριας μισθώσεως δικηγόρου Γ.

Χ., έλαβε γνώση της υπομισθώσεως, την οποία και ενέκρινε σιωπηρώς, αφού δεν διαμαρτυρήθηκε προς τη μισθώτρια και δεν κατήγγειλε τη μίσθωση, αλλ'ούτε ζήτησε την απόδοση του μισθίου, παρόλο που είχε το δικαίωμα τούτο, βάσει του 13ου όρου της μισθωτικής συμβάσεως. Πριν από την παρέλευση του συμβατικού χρόνου διάρκειας της μισθώσεως, η μισθώτρια, με το από 7-4-2000 εξώδικο έγγραφο που επέδωσε στις 13-4-2000 στην εκμισθώτρια, δήλωσε ότι δεν θα παρέμενε στο μίσθιο μετά τη λήξη της μισθώσεως στις 15-6-2000.

Κατόπιν τούτου, μεταξύ αφενός των Π. Μ., Ν. Γ. και Κ. Τ. και αφετέρου των Γ. Χ., Ε. Κ. και Ι. Ν., τους οποίους η μισθώτρια και η εκμισθώτρια είχαν ορίσει αντιστοίχως ως αντιπροσώπους τους, υπεγράφη το από 16-6-2000 "πρωτόκολλο", σύμφωνα με το οποίο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, η μισθώτρια απέδωσε και η εκμισθώτρια παρέλαβε στις 16-6-2000 και τους τρεις ως άνω ορόφους του μισθίου με τα κλειδιά τους, διατυπώθηκε δε σ' αυτό η επιφύλαξη της εκμισθώτριας, μόνο ως προς τη δαπάνη που θα απαιτείτο για την αποκατάσταση των ενδεχόμενων φθορών στους χώρους του μισθίου και για την αφαίρεση των τυχόν υπαρχόντων χωρισμάτων.

Ωστόσο, το τμήμα του πέμπτου ορόφου, που είχε υπεκμισθωθεί στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, αυτή εξακολούθησε να το χρησιμοποιεί και μετά τις 16-6-2000, με τη σιωπηρή συναίνεση του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας Γ. Χ., ο οποίος είχε αρχίσει προηγουμένως με την ίδια διαπραγματεύσεις για τη μίσθωση του έκτου ορόφου και τη μετεγκατάστασή της σ' αυτόν, για τον λόγο δε αυτόν, κατά την παράδοση και παραλαβή του μισθίου, οι άνω αντιπρόσωποι της αναιρεσείουσας δεν εξέφρασαν αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις για τη μη παράδοση των κλειδιών του πέμπτου ορόφου, αφού γνώριζαν ότι είχαν αρχίσει οι προαναφερθείσες διαπραγματεύσεις και ότι η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων παρέμεινε προσωρινώς στον πέμπτο όροφο.

Άλλωστε, η αναιρεσείουσα ουδέποτε ενόχλησε την πρώτη των αναιρεσιβλήτων για την παράδοση των κλειδιών του πέμπτου ορόφου, για πρώτη δε φορά διαμαρτυρήθηκε προς αυτή στις 17-10-2000, αφού είχε προηγηθεί η από 27-9-2000 όχληση της τελευταίας για την απόδοση της εγγυήσεως. Ύστερα από τις διαπιστώσεις αυτές, το εφετείο έκρινε ότι η λήξη της μισθώσεως και της υπομισθώσεως επήλθε στις 16-6-2000 με την απόδοση και παραλαβή του μισθίου και ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να επιστρέψει στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων την ως άνω εγγύηση, αφού δεν έχει κατ' αυτής απαιτήσεις εισπράξεως μισθωμάτων ή αποζημιώσεως για ζημίες στο μίσθιο, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως.

Έτσι που έκρινε, το εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 65, 67, 68, 70, 71, 197, 198, 216, 217, 236, 238, 404, 405, 406, 407 ΑΚ, 104, 106 ΕισΝΑΚ, 107, 111 και 119 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους.

Ειδικότερα, δεν υπάρχει κενό και ασάφεια στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς το είδος της έννομης σχέσεως, με βάση την οποία η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων παρέμεινε στη χρήση του πέμπτου ορόφου και μετά τη λήξη της μισθώσεως και της υπομισθώσεως, αφού το εφετείο δέχθηκε ότι η εξακολούθηση της εν λόγω χρήσεως έγινε κατόπιν της σιωπηρής προς τούτο συναινέσεως της αναιρεσείουσας, ενόψει των άνω διαπραγματεύσεων, δηλαδή η συναίνεση δεν αφορούσε στην υπομίσθωση, η οποία άλλωστε είχε λήξει, αλλά στην προσωρινή χρήση του πέμπτου ορόφου.

Η παραδοχή δε αυτή δεν αναιρεί την παραδοχή ότι η μισθώτρια απέδωσε στις 16-6-2000 τη χρήση του μισθίου στην εκμισθώτρια, με βάση το ως άνω πρωτόκολλο παραδόσεως και παραλαβής. Περαιτέρω, η έλλειψη αναφοράς στην προσβαλλόμενη απόφαση, περί της αποκαταστάσεως ή μη των φθορών του μισθίου από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, δεν καθιστά ανεπαρκή την αιτιολογία της, ως προς το ληξιπρόθεσμο της αξιώσεως της τελευταίας για την επιστροφή της εγγυήσεως.

Και τούτο, διότι το σχετικό με τις εν λόγω φθορές αίτημα της αγωγής της αναιρεσείουσας απερρίφθη ως αόριστο, ενώ, εξάλλου, αντίστοιχος ισχυρισμός δεν προεβλήθη, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με τις προτάσεις, που η αναιρεσείουσα κατέθεσε στον πρώτο βαθμό επί της αγωγής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων. Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, πότε και με ποιο μέσο (εγγράφως, τηλεφωνικώς κλπ) ο Γ.

Χ. γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα τη γενόμενη στις 16-5-1996 υπομίσθωση, αφού τα μνημονευόμενα πιο πάνω σχετικά προς τούτο πραγματικά γεγονότα συνιστούν συνοπτική μεν, αλλά επαρκή αιτιολογία, ενώ, εξάλλου, το εφετείο δέχθηκε, όπως κατ' εκτίμηση προκύπτει από το περιεχόμενο της αποφάσεώς του, ότι ο Γ. Χ. ενεργούσε εν προκειμένω στο πλαίσιο αντιπροσωπευτικής εξουσίας, που του είχε παρασχεθεί από την αναιρεσείουσα.

Ακόμη, το εφετείο δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρει στην απόφασή του τα περιστατικά, στα οποία στηρίζετο η εξουσία του Γ. Χ. να εκπροσωπεί την αναιρεσείουσα, αφού η τελευταία, με τις κατατεθείσες στον πρώτο βαθμό προτάσεις της, όχι μόνο δε αμφισβητεί την αντιπροσωπευτική εξουσία του Γ. Χ., αλλά, αντιθέτως, σε πολλά σημεία τούτων αναφέρει ότι αυτός ήταν εκπρόσωπός της και ότι με την ιδιότητά του αυτή επισκέφθηκε τα γραφεία της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων στις 20-6-2000 και είχε έκτοτε με τους εκπροσώπους της τηλεφωνικές συνομιλίες και αλληλογραφία σχετικώς με την αποχώρησή της από τον πέμπτο όροφο και με την εκ μέρους της μίσθωση του ορόφου αυτού ή του έκτου ορόφου, για την οποία (μίσθωση) άρχισε από το τέλος Ιουνίου του έτους 2000 σχετικές διαπραγματεύσεις μαζί της.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέοντες, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

VI. Με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που η αναιρεσείουσα προέβαλε με τις κατατεθείσες στο πρωτοδικείο προτάσεις της, δηλαδή ότι η ως ποινική ρήτρα συμφωνηθείσα πιο πάνω "εγγύηση" είχε καταπέσει υπέρ αυτής, καθόσον μέχρι τις 16-6-2000 η πρώτη των αναιρεσιβλήτων δεν είχε επαναφέρει τους πέμπτο και έκτο ορόφους του μισθίου στην κατάσταση που τους παρέλαβε και δεν είχε πληρώσει τις κοινόχρηστες δαπάνες. Όπως προκύπτει όμως από τις εν λόγω προτάσεις, κατά το μέρος που αφορούν στην αγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων για την απόδοση της "εγγυήσεως", ο άνω ισχυρισμός δεν προτάθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτές σε τι συνίσταται η επαναφορά των πιο πάνω ορόφων στην κατάσταση που τους είχε παραλάβει η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ούτε προσδιορίζεται το συγκεκριμένο είδος των επί μέρους δαπανών των κοινοχρήστων μερών. Εξάλλου, το εφετείο έκρινε ότι "η εκμισθώτρια υποχρεούται να την επιστρέψει (δηλαδή την εγγύηση) σ' αυτήν (μισθώτρια), αφού δεν έχει απαιτήσεις κατά της μισθώτριας για μισθώματα ή αποζημίωση για ζημίες στο μίσθιο". Ο λόγος, συνεπώς, αυτός είναι αβάσιμος.

VII. Με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου καταλογίζεται στο εφετείο η πλημμέλεια ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη τον προταθέντα με τον δεύτερο των πρόσθετων λόγων εφέσεως ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι οι περιεχόμενες στο άνω "πρωτόκολλο" δηλώσεις των αντιπροσώπων των δύο μερών, σχετικώς με την παράδοση και την παραλαβή του κλειδιού του πέμπτου ορόφου, είναι εικονικές, αφού, πράγματι, το κλειδί αυτό δεν παραδόθηκε στην αναιρεσείουσα, αλλά παρέμεινε στα χέρια της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός, του οποίου επιχειρείται η στήριξη στο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, αφού το εφετείο έκρινε ότι η, έστω και τυπική (δηλαδή μη πραγματική), παράδοση του κλειδιού τούτου καταφάσκει την απόδοση και του πέμπτου ορόφου στην αναιρεσείουσα, με τη σιωπηρή συναίνεση της οποίας το κλειδί αυτό παρέμεινε στα χέρια της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων. Δέχθηκε δηλαδή, εκ του πράγματος, το εφετείο ότι η παράδοση του εν λόγω κλειδιού στην αναιρεσείουσα δεν έγινε από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων απευθείας αλλά μέσω της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, στα χέρια της οποίας παρέμεινε το κλειδί με τη σιωπηρή συναίνεση της παραλήπτριας πρώτης των αναιρεσιβλήτων.

VIII. Με τον όγδοο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 558 αρ. 8 ΚΠολΔ, ψέγεται το εφετείο ότι, για να στηρίξει την κρίση του περί της λήξεως της μισθώσεως και της υπομισθώσεως και περί της αποδόσεως του μισθίου, έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα από τις αναιρεσίβλητες, ήτοι: α) δέχθηκε τους μη διαλαμβανόμενους στην αγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και στην πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης από αυτές ισχυρισμούς ότι οι ως άνω διαπραγματεύσεις μεταξύ της αναιρεσείουσας και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων άρχισαν πριν από τη λήξη της μισθώσεως, ότι η παράδοση του κλειδιού του πέμπτου ορόφου ήταν τυπική και ότι η συνέχιση της χρήσεως του ορόφου αυτού από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, έγινε με τη σιωπηρή συναίνεση του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας Γ.

Χ. και β) απέρριψε ως αναπόδεικτο τον μη αμφισβητηθέντα από τις αναιρεσίβλητες ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι, λόγω της διαβεβαιώσεως των εκπροσώπων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων περί εκκενώσεως του πέμπτου ορόφου από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εντός δυο ημερών από τις 16-6-2000, δεν σημειώθηκε στο ως άνω "πρωτόκολλο" η μη παράδοση του κλειδιού του εν λόγω ορόφου.

Ο λόγος αυτός, ως προς την πρώτη και κατά το πρώτο μέρος αιτίαση, είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό επουσιώδη. Ως προς το δεύτερο μέρος της αιτιάσεως αυτής, είναι αβάσιμος, διότι η ως άνω, κατ' εκτίμηση, παραδοχή του εφετείου, περί της παραδόσεως του κλειδιού μέσω της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, δεν αφίσταται ουσιωδώς του αγωγικού ισχυρισμού, περί της παραδόσεως του κλειδιού αυτού από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων.

Ως προς το τρίτο μέρος της ίδιας αιτιάσεως, είναι αβάσιμος, διότι η παραδοχή του εφετείου, περί της ως άνω σιωπηρής συναινέσεως, εμπεριέχεται στους αγωγικούς ισχυρισμούς, ότι η υπομίσθωση έγινε με τη σύμφωνη γνώμη της αναιρεσείουσας και ότι αυτή, μετά την αποχώρηση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων από το μίσθιο, διεπραγματεύετο με τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων για τη μίσθωση του πέμπτου ορόφου από την τελευταία.

Ως προς τη δεύτερη αιτίαση, είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό επουσιώδη.

IX. Με τον ένατο λόγο του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο εφετείο την εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση, ότι δέχθηκε ως αληθινή την ύπαρξη σιωπηρής από αυτή εγκρίσεως της άνω υπομισθώσεως, χωρίς να έχει προσκομισθεί σχετικώς κανένα αποδεικτικό μέσο και χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία άντλησε την πραγματική αυτή διαπίστωση. Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο σχημάτισε την ως άνω κρίση από τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις και από όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά έγγραφα, μεταξύ των οποίων μνημονεύει ειδικώς τα έγγραφα που αντάλλαξαν οι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων από 5-7-2000 έως 26-7-2000. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

X. Με τον δέκατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι το εφετείο, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία η ίδια προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις κατατεθείσες στην έκκληση δίκη προτάσεις της, ήτοι:

α) την από 14/27-6-2000 διακήρυξη αυτής για τους όρους μισθώσεως της άνω πολυώροφης οικοδομής και τη ληφθείσα κατά τη συνεδρίαση 1/28-6-2000 απόφαση της Συνάξεώς της, που είχε προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών της, ότι πριν από τις 4-7-2000 ο Γ. Χ. αγνοούσε τους όρους, υπό τους οποίους αυτή προσέφερε για μίσθωση τους ορόφους της εν λόγω οικοδομής, ότι οι διαπραγματεύσεις για τη μίσθωση του έκτου ορόφου στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων άρχισαν στις 4-7-2000 και ότι ο Γ.

Χ. δεν είχε την εξουσία να συναινέσει για λογαριασμό της στη χρήση του πέμπτου ορόφου από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, β) το με αριθμό πρωτοκόλλου Φ. 107/12/101/13/26-5-2000 έγγραφό της προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, από το οποίο αποδεικνύεται ότι δεν έδωσε σε κανένα μέλος της επιτροπής παραλαβής του μισθίου την εξουσία να διαπραγματεύεται τη μίσθωση ορόφων της άνω οικοδομής και ότι είκοσι ημέρες πριν από τις 16-6-2000 όχλησε τη μισθώτρια για την αποκατάσταση των ορόφων του μισθίου, γ) το από 5-7-2000 FAX του Γ.

Χ. προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, από το οποίο αποδεικνύεται ότι οι άνω διαπραγματεύσεις άρχισαν στις 4-7-2000, ότι ειδοποίησε τη μισθώτρια για την επιβάρυνσή της με τα μισθώματα του πέμπτου ορόφου και για την παρακράτηση της εγγυήσεως λόγω μη εκκενώσεως του ορόφου αυτού και ότι ουδεμία συναίνεσή της υπήρχε για την παραμονή της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων στη χρήση του πέμπτου ορόφου, δ) τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο σημεία της μαρτυρικής καταθέσεως της Δ.

Γ., που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ε) το από 11-8-2000 FAX της μισθώτριας προς τον Γ. Χ., από το οποίο προκύπτει ότι η πρώτη δεν έθεσε θέμα επιστροφής της εγγυήσεως, στ) το από 21-8-2000 FAX του Γ. Χ. προς τη μισθώτρια, από το οποίο αποδεικνύεται ότι όχλησε και την τελευταία για την παράδοση του κλειδιού του πέμπτου ορόφου, δ) φωτοτυπικό αντίγραφο του από 16-5-1996 "υπομισθωτηρίου", η) την από 7-11-2000 εξώδικη δήλωση της μισθώτριας προς την υπομισθώτρια, από την οποία αποδεικνύεται ότι δεν λύθηκε η υπομίσθωση και δεν αποδόθηκε ο πέμπτος όροφος, γι' αυτό και η υπομισθώτρια πλήρωνε τα μισθώματα στην υπεκμισθώτρια μέχρι και τον Νοέμβριο του έτους 2000, καθώς και ότι δεν είχε συναινέσει η ίδια (αναιρεσείουσα) στην παραμονή της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων στον πέμπτο όροφο και θ) τις "ρητές και σιωπηρές δικαστικές ομολογίες" των αναιρεσιβλήτων, σχετικώς με τους, μη αμφισβητηθέντες ειδικώς από τις αναιρεσίβλητες, ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι δεν παραδόθηκε το κλειδί του πέμπτου ορόφου, όπου στις 16-6-2000 ευρίσκοντο πρόσωπα και πράγματα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, ότι, λόγω της άνω διαβεβαιώσεώς των εκπροσώπων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, δεν σημειώθηκε στο "πρωτόκολλο" η μη παράδοση του κλειδιού του πέμπτου ορόφου, ότι στις 16-6-2000 δεν είχαν αποκατασταθεί οι μίσθιοι όροφοι και ότι η υπομισθώτρια πλήρωνε στην υπεκμισθώτρια τα μισθώματα μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2000.

Όμως, από τη βεβαίωση του εφετείου ότι, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, έλαβε υπόψη τις ενώπιον του πρωτοδικείου ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις και όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, καθώς και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεώς του δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για τη συνεκτίμηση από αυτό και των ως άνω αποδεικτικών μέσων, παρά την έλλειψη ειδικής μνείας και χωριστής αξιολογήσεως των περισσότερων από αυτά.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. XI. Με τον ενδέκατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, αφού αναφέρει α) ότι το αποσταλέν στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και κοινοποιηθέν στην πρώτη από αυτές με χρονολογία 5-7-2000 FAX του Γ. Χ. συντάχθηκε, αφενός μεν, για να δοθεί γρήγορη απάντηση στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων επί του εκδηλωθέντος από αυτή στις 4-7-2000 τηλεφωνικώς ενδιαφέροντος για τη μίσθωση του έκτου ορόφου, αφετέρου δε, για να πεισθεί και να καταστεί ενήμερη η πρώτη των αναιρεσιβλήτων περί της μη εκπληρώσεως της υποσχέσεώς της για την αποχώρηση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων από τον πέμπτο όροφο και β) ότι το εν λόγω έγγραφο προσκομίσθηκε από αυτή προς απόδειξη των ισχυρισμών της για τον χρόνο ενάρξεως των άνω διαπραγματεύσεων και για την οφειλή των μισθωμάτων του πέμπτου ορόφου από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, καταλογίζει στο εφετείο την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου, ήτοι συνήγαγε από αυτό εσφαλμένως το συμπέρασμα ότι οι ως άνω διαπραγματεύσεις άρχισαν πριν από τις 16-6-2000 και ότι παρασχέθηκε πριν από τις 16-6-2000 σιωπηρή συναίνεση του Γ.

Χ. προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων να εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί τον πέμπτο όροφο και μετά τις 16-6-2000, στο συμπέρασμα δε αυτό κατέληξε το εφετείο, διότι δεν ανέγνωσε την τελευταία παράγραφο του ίδιου εγγράφου, όπου αναφέρεται ότι "για το επείγον του θέματος, διότι η MOTOR OIL επιβαρύνεται με το μίσθωμα του Ε' ορόφου και της κρατούμε την εγγύηση εξαιτίας μη κενώσεως του ορόφου".

Ο λόγος αυτός, του οποίου επιχειρείται η στήριξη στο άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, αφενός μεν, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται το υπόλοιπο κείμενο του επίμαχου εγγράφου, αφετέρου δε, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου αξιολόγηση από το εφετείο του περιεχομένου αυτού του εγγράφου.

XII. Με τον δωδέκατο λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζεται ότι εσφαλμένως το εφετείο δεν απέρριψε την περί αποδόσεως της εγγυήσεως αγωγή της πρώτης των αν αναιρεσιβλήτων, αφού δεν διαλαμβάνεται σ' αυτή ότι η ενάγουσα επανέφερε το μίσθιο στην κατάσταση που το είχε παραλάβει. Σύμφωνα όμως με τις παραδοχές του εφετείου, που αναφέρονται πιο πάνω κατά τη διερεύνηση των τετάρτου και πέμπτου λόγων, η "εγγύηση" συμφωνήθηκε ως ποινική ρήτρα, η οποία θα κατέπιπτε αν η πρώτη των αναιρεσιβλήτων (μισθώτρια) παρεβίαζε οποιονδήποτε όρο της μισθωτικής συμβάσεως.

Ως εκ τούτου, η εκπλήρωση της συμβατικής υποχρεώσεως της μισθώτριας για την επαναφορά του μισθίου στην προηγούμενη κατάσταση δεν ήταν στοιχείο αναγκαίο για τη συγκρότηση της ιστορικής βάσεως της άνω αγωγής, άρα ούτε και για τη θεμελίωση του αιτήματός της. Αντιθέτως, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 404, 405, 406, 407 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα, προς απόκρουση της αγωγής, έφερε το βάρος να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση, την αθέτηση της εν λόγω συμβατικής υποχρεώσεως της μισθώτριας.

Επομένως, ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθουν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας, διαφοροποιούμενα λόγω καταθέσεως προτάσεων μόνο από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-11-2003 αίτηση της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου περί αναιρέσεως της 2668/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για την πρώτη των αναιρεσιβλήτων σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ και για τη δεύτερη από αυτές σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ