Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling finality depends on appeal filing time, not hearing date.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the first-instance judgment, ruling that the decision became final only after the thirty-day appeal period expired or was waived. The appellants argued that the lower court's judgment was final at the time of the appeal filing, but the court clarified that finality is determined by the expiration of the appeal deadline, not the hearing date. Consequently, the appeal was rejected as procedurally inadmissible because the judgment remained subject to the ordinary appeal remedy.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; A judgment becomes final for the purpose of appeal only after the appeal period expires or is waived, not at the time of filing the appeal request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 611 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 611/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)…….και 16)…., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "….Α.Ε. (….)", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στον …..Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλενα Χατζάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 434/2020 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-7-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α' , 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 5/2001) και όχι κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (ΑΠ 145/2011). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή παραίτηση από το ήδη κατ' αυτής ασκηθέν τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης. Μάλιστα στην τελευταία περίπτωση η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης ανατρέχει στο χρόνο άσκησης της αναίρεσης, ανεξαρτήτως αν η επίδοση του οικείου περί παραιτήσεως δικογράφου έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο από την άσκηση της αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001, ΟλΑΠ 9/1996). Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, αν ο διάδικος που δικάσθηκε διαμένει στην Ελλάδα.
Συνεπώς η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άκαρπη η ανωτέρω τριακονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης (ή σε περίπτωση μη επίδοσης αυτής η διετής πλέον - καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της, κατά την παρ. 2 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ), είτε διότι κατά τα ήδη προαναφερθέντα ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της έφεσης ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, οπότε έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ.
Περαιτέρω η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ήδη ασκηθέντος ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1990, ΟλΑΠ 17/2013, Ολ.ΑΠ 626/1980). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης έφεσης μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει έφεση.
Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.β ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας όμως μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 626/1980).
Υπό τα δεδομένα αυτά η νομοτύπως ασκηθείσα στις 24.7.2020 και με αριθ. κατάθ. 57896/100/18.8.2020 από τους ενάγοντες ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 434/24.3.2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, είναι παραδεκτή κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, αφού από τις νομίμως προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες εξουσιοδοτήσεις, που φέρουν βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής τους από δημόσια αρχή (ΚΕΠ) κατ' άρθρο 96 παρ. 3 εδ.
β, του ΚΠολΔ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς το δικηγόρο Αθηνών (μεταξύ των άλλων) Μπούρλο Αθανάσιο, να προσδιορίσει την αίτηση αναίρεσης και να παραστεί κατά τη εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, έδωσαν εντολή να προβεί σε όλες τις νόμιμες και απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να καταθέσει σχετική αίτηση αναίρεσης, απευθείας κατά της υπ' αριθμ. 434/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκρίνοντας με τον τρόπο αυτό τη ρητή με το δικόγραφο της αναίρεσης παραίτηση από το δικαίωμα αυτών για άσκηση έφεσης κατά της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας αναδρομικώς, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε, κατά τα προαναφερόμενα, σε αναίρεση (ΑΠ 318/2017). 2.-Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του Κ,ΠολΔ.
προκύπτει ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, δηλαδή εκείνες που δεν μπορούν να προσβληθούν με τα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης, παράγουν δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (καθώς και τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 του Κ.ΠολΔ.), όσο και τα δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων για την ίδια διαφορά.
Κατά δε το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δ., το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε κατά την προηγούμενη δίκη ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάφαση ή την άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας και τα ίδια συγκροτούν το πραγματικό, εν όλω ή εν μέρει, της νομικής διάταξης που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 1355/2010, ΑΠ 1198/1997), ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 1550/2010).
Το δεδικασμένο ως ενιαίο σύνολο καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου το δικαστήριο έχει αναγνωρίσει την ύπαρξη της επίδικης έννομης σχέσης, όχι μόνο ως προς το κριθέν στην προηγούμενη δίκη δικαίωμα ή αξίωση, αλλά και τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση του δικαιώματος ή αξίωσης καθώς και τη νομική αιτία της έννομης σχέσης (ΟλΑΠ 10/2002).
Δεδικασμένο υπάρχει για κάθε ζήτημα που εξετάσθηκε παρεμπιπτόντως και αναγκαίως κρίθηκε για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, εφόσον το (πρωτοβάθμιο) δικαστήριο είχε υλική αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της παρεμπίπτουσας διαφοράς, αν αυτή εισαγόταν ενώπιόν του ως κύριο ζήτημα (ΟλΑΠ 10/2002). Η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας έννομης σχέσης που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αλλά αρμοδίως, στην προηγούμενη δίκη, προϋποθέτει, ότι η εν λόγω έννομη σχέση αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα, η έρευνα του οποίου ήταν νομικώς αναγκαία και έπρεπε να προηγηθεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, της ορισμένης κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς (ΑΠ 1661/2017, ΑΠ 1854/2017, ΑΠ 644/2015).
Εξάλλου, ως προς τα κριθέντα προδικαστικά ζητήματα, που ανακύπτουν και στη μεταγενέστερη δίκη όπως, στην περίπτωση αγωγής μισθωτού με αίτημα την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 του Α.Κ., αναγκαία στοιχεία της βάσης αυτής είναι η σύμβαση εργασίας, το ύψος του μισθού και η μη αποδοχή από τον εναγόμενο εργοδότη των συμφωνημένων υπηρεσιών, που προσηκόντως προσέφερε ο ενάγων (ΑΠ 1848/2013) Έτσι, μεταξύ άλλων, καλύπτονται από το δεδικασμένο ο χαρακτήρας της σύμβασης εργασίας, δηλαδή ο νομικός χαρακτηρισμός που δόθηκε από την απόφαση στην έννομη σχέση και το κύρος της σύμβασης εργασίας και της τυχόν καταγγελίας της (ΑΠ 2199/2014 ΑΠ 25/2014, ΑΠ 815/2014, ΑΠ 35/2013).
Περαιτέρω, δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση (ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 314/2019, ΑΠ 2199/2014, ΑΠ 276/2009, ΑΠ 2248/2009). 3.-Κατά το άρθρο 537 του Κ.Πολ.Δ., αν περισσότεροι νικήθηκαν με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους και ένας μόνο άσκησε έφεση, η απόφαση που δέχεται την έφεση ισχύει και υπέρ των ομοδίκων που δεν άσκησαν έφεση εφόσον δεν αποδέχθηκαν την πρωτόδικη απόφαση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα ευνοϊκά αποτελέσματα της απόφασης του Εφετείου καταλαμβάνουν κατ' αρχήν εκείνους από τους απλούς ομοδίκους που δεν προσέβαλαν αυτοτελώς με έφεση την πρωτόδικη απόφαση. Η παραπάνω διάταξη, κατ' απόκλιση από την αρχή ότι η ενέργεια της εφετειακής απόφασης ωφελεί και βλάπτει κατ' αρχήν μόνο τους διαδίκους της έκκλητης δίκης, καθώς και όσους τρίτους υπόκεινται στο δεδικασμένο (άρθρα 325 - 329 Κ,Πολ,Δ) ή την εκτελεστότητα (άρθρα 919 - 920 του Κ,Πολ,Δ.), εισάγει μια διεύρυνση της υποκειμενικής ενέργειας από την εφετειακή απόφαση, που δέχεται την έφεση ενός ή και περισσοτέρων από τους ομοδίκους, που ηττήθηκαν με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους.
Για την εφαρμογή του άρθρου 537 του Κ,Πολ,Δ., το οποίο λειτουργεί όταν ένας από τους περισσότερους ομοδίκους άσκησε έφεση και στη συνέχεια εκδόθηκε απόφαση από το Εφετείο που την έκανε δεκτή, απαιτείται να υπάρχει ταυτότητα αιτιολογικού και διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης ως προς όλους τους ομοδίκους.
Στο άρθρο 537 του Κ.Πολ.Δ. πρόκειται περί επεκτάσεως των ορίων του δεδικασμένου και όχι περί πλασματικής αναγνώρισης της ιδιότητας διαδίκου στους μη εκκαλέσαντες. Αρνητική προϋπόθεση για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης τίθεται η μη αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης από τους μη εκκαλέσαντες ωφελούμενους ομοδίκους.
Η λειτουργία του άρθρου 537 του Κ.Πολ.Δ. συνίσταται στην καθ' υποκείμενα επέκταση από την εφετειακή απόφαση του ουσιαστικού δεδικασμένου και σε πρόσωπα που δεν ήταν διάδικοι στην κατ' έφεση δίκη. Η επέκταση αυτή επέρχεται ευθέως εκ του νόμου με τη συνδρομή των οριζόμενων διατυπώσεων. Δεν προκύπτει από το άρθρο 537 του Κ.Πολ.Δ.
ότι στην απόφαση του Εφετείου πρέπει να διαλαμβάνεται σχετική διάταξη υπέρ του μη εκκαλέσαντος, αλλά ωφελούμενου ομοδίκου. Ούτε από τη διάταξη προκύπτει ανάγκη ενεργού συμμετοχής στην κατ' έφεση δίκη του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου. Η καθ' οιονδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο συμμετοχή στην εφετειακή δίκη του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου δεν αποτελεί αποκλειστικό τρόπο εισόδου στη δίκη αυτή για τη διαπίστωση του αυτοδικαίως και υπέρ αυτού επεκτεινόμενου ευνοϊκού δεδικασμένου.
Τούτο δύναται να επέλθει και επ' ευκαιρία άλλης δίκης όπως είναι π.χ. η αναγνωριστική αγωγή που ανοίγεται απ' αυτόν προς διαπίστωση της επέκτασης αυτής, ή ανακοπή (άρθρο 933 του Κ.ΠολΔ.) κατά της επισπευδόμενης σε βάρος του εκτέλεσης από τον πρωτοδίκως νικήσαντα διάδικο βάσει της πρωτόδικης απόφασης που εν τω μεταξύ κατέστη τελεσίδικη λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης έφεσης, στα πλαίσια της οποίας αξιώνεται από τον μη εκκαλέσαντα ομόδικο το υψηλότερο ποσό που επιδικάστηκε στον ενάγοντα σε βάρος του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου με την πρωτόδικη απόφαση.
Κατά της εκτέλεσης αυτής ο μη εκκαλέσας ομόδικος δύναται να προβάλει το υπέρ αυτού προκύψαν ευνοϊκό δεδικασμένο από την εφετειακή απόφαση που δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση άλλου ομοδίκου. Στην ανοιγόμενη αυτή δίκη επί της ανακοπής θα ερευνηθούν από το δικαστήριο οι προϋποθέσεις επέκτασης ή μη του ευνοϊκού δεδικασμένου.
Αν η θέση του δικαστηρίου αυτού είναι θετική, θα πρέπει να κηρυχθεί απλώς ανενεργός ο τίτλος δηλαδή η πρωτόδικη απόφαση έναντι του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου με συνέπεια να μη δύναται να γίνει εκτελεστή. Η πρωτόδικη απόφαση, τυπικά διατηρείται και δεν εξαφανίζεται αφού δεν ασκήθηκε έφεση κατ' αυτής από το μη εκκαλέσαντα ομόδικο.
Παρόλο ότι αυτή δεν εξαφανίζεται ως προς τον μη εκκαλέσαντα ομόδικο παρακωλύεται η επέλευση ως προς αυτόν του εξ αυτής δεδικασμένου. Αντί αυτής επέρχεται το ευνοϊκό δεδικασμένο από την εφετειακή απόφαση που δέχθηκε την έφεση άλλου ομοδίκου. Πάντως πρέπει να επισημανθεί ότι ο μη εκκαλέσας ομόδικος, εφόσον δεν υπήρξε διάδικος στην εφετειακή δίκη, δεν νομιμοποιείται να ασκήσει αναίρεση κατά της δυσμενούς γι' αυτόν πρωτόδικης απόφασης που κατέστη τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης έφεσης.
Τέτοια νομιμοποιητική εξουσία για άσκηση αναίρεσης δεν μπορεί κατά νόμο να προσδώσει στον μη εκκαλέσαντα ομόδικο η σκέψη της εφετειακής απόφασης ως προς τον τελευταίο που παρέστη στο Εφετείο μόνο με την ιδιότητα του εφεσίβλητου ότι η ευνοϊκή απόφαση του Εφετείου που δέχεται την έφεση του εκκαλέσαντος ομοδίκου ωφελεί μόνο αυτόν και όχι άλλον ομόδικο και τούτο γιατί τέτοια σκέψη του εφετείου είναι αντίθετη προς το περιεχόμενο του άρθρου 537 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό αναλύθηκε παραπάνω (ΑΠ 31/2014, ΑΠ 187/2007).
Εξ άλλου παγίως γίνεται δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 537 του ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις που ο απλός ομόδικος άσκησε έφεση, η οποία όμως απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους ως απαράδεκτη, δηλαδή ως εκπρόθεσμη ή ως αόριστη, όχι όμως και στις περιπτώσεις που αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, περιλαμβανομένης και της απόρριψης αυτής ως ανυποστήρικτης, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος.
Όπως ήδη προαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 537 του ΚΠολΔ δεν ρυθμίζει τη θέση των διαδίκων στην έκκλητη δίκη, αλλά μόνο τα αποτελέσματα της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έναντι των απλών ομοδίκων που δεν άσκησαν ή άσκησαν απαραδέκτως έφεση. Επομένως η έφεση του απλού ομοδίκου που δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα ή σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις πρέπει ν' απορρίπτεται ως απαράδεκτη, πλην όμως η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που δέχεται την έφεση κατ' ουσία των άλλων απλών ομοδίκων έχει ισχύ έναντι αυτού, υπό την έννοια ότι το ευνοϊκό δεδικασμένο επεκτείνεται και στο διάδικο αυτόν.
Δεν έχει όμως τέτοια ισχύ η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έναντι του απλού ομοδίκου του οποίου η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσία, περιλαμβανομένης και της απόρριψης αυτής ως ανυποστήρικτης. 4.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.
Κατά την αληθινή έννοια αυτής της διάταξης, λόγος αναίρεσης συνιστάμενος στην αιτίαση ότι το δικαστήριο δέχθηκε πως υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία η εξαφάνιση της απόφασης που κρίθηκε ότι δημιουργεί δεδικασμένο για την ένδικη διαφορά έγινε πριν από την τελευταία συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη με το λόγο αυτόν απόφαση. 5.-Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) είναι ανώνυμη εταιρία, η οποία εδρεύει στο …..
του νομού Αττικής και έχει ως σκοπό την παροχή υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης, τη μελέτη, κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία, εκμετάλλευση, διαχείριση, συντήρηση, επέκταση και ανανέωση συστημάτων ύδρευσης και αποχέτευσης, την άντληση, αφαλάτωση, επεξεργασία, αποθήκευση, μεταφορά και διανομή πάσης φύσεως υδάτων με στόχο την υλοποίηση των προαναφερομένων σκοπών της και την εκπόνηση και υλοποίηση έργων και διαδικασιών συλλογής, μεταφοράς, αποθήκευσης, επεξεργασίας, καθώς και διαχείριση και διάθεση των προϊόντων της επεξεργασίας των λυμάτων.
Οι ενάγοντες της παρούσας δίκης (ήδη αναιρεσείοντες) και η Άννα Σέπε του Αντωνίου, κάτοικος Ιλίου Αττικής (15η ενάγουσα της προηγούμενης αγωγής - μη διάδικος στην παρούσα δίκη) άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά της εναγομένης και του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ- (Ο.Α.Ε.Δ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την από 01.10.2010 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 171442/2010 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5762/2010 αγωγή, με την οποία και για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικά σε αυτή αιτήθηκαν να αναγνωρισθεί ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στους ανωτέρω εναγόμενους, από την ημερομηνία πρόσληψης καθενός από αυτούς κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ατομικής σύμβασης εργασίας καθενός από αυτούς, στην οποία προέβησαν οι εναγόμενοι κατά τους χρόνους που αναφέρονταν αναλυτικά στην αγωγή και να θεωρηθεί αυτή ως μηδέποτε χωρήσασα, να υποχρεωθεί η ...
Α.Ε. να αποδέχεται τις νομίμως και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους στις ίδιες με πριν θέσεις, με τις ίδιες αποδοχές και γενικότερα με τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας που ίσχυαν πριν την άκυρη απόλυσή τους, με την απειλή κατ' αυτής χρηματικής ποινής τριακοσίων ευρώ (300 ευρώ) για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης προς την απόφαση που θα εκδοθεί, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, αλληλεγγύως και σε ολόκληρο καθένας από αυτούς, να καταβάλουν τα αιτούμενα στην αγωγή ποσά για διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές και αποζημίωση αδείας και επίδομα άδειας ετών 2007 - 2010 ή 2006 - 2010 κατά περίπτωση και μισθούς υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο από την χρονική στιγμή κατά την οποία κάθε επιμέρους τμηματική μισθολογική παροχή κατέστη ή θα καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, άλλως κατά την επικουρική βάση της αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, αλληλεγγύως και σε ολόκληρο καθένας από αυτούς, να καταβάλουν τα αιτούμενα στην αγωγή ποσά για διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές και αποζημίωση αδείας και επίδομα άδειας ετών 2007 - 2010 ή 2006 - 2010 κατά περίπτωση και αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την χρονική στιγμή κατά την οποία κάθε επιμέρους τμηματική μισθολογική παροχή κατέστη ή θα καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.
Επί της ανωτέρω αγωγής, η οποία συζητήθηκε την 1η Οκτωβρίου του έτους 2012, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η με αριθμό 501/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εργατικών Διαφορών), η οποία, αφού απέρριψε ως νομικά αβάσιμα τα αιτήματα καταβολής μισθολογικών διαφορών, καθ' ολοκληρίαν και δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων, αποδοχών και επιδομάτων αδείας, προσαύξησης 100 % λόγο μη χορήγησης αδειών και μισθών υπερημερίας, κατά το μέρος που υπερβαίνουν τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων ποσά, με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις του νόμου 3205/2003, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, αφορούν το μισθολόγιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
και των Ο.Τ.Α., όπου δεν υπάγονται οι ενάγοντες, αντιθέτως δε, η μισθοδοσία του προσωπικού της Ε.Υ.Δ.Α.Π. ρυθμίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας μεταξύ αυτής και της Ομοσπονδίας Εργαζομένων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίσθηκε ότι οι ενάγοντες συνδέονται με τους εναγόμενους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αναγνωρίσθηκε ότι είναι άκυρη η καταγγελία από τους εναγόμενους των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, αναγνωρίσθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων, με τα ίδια καθήκοντα και αποδοχές, που είχαν προτού απολυθούν, με απειλή χρηματικής ποινής τριάντα (30) ευρώ, σε βάρος της πρώτης εναγόμενης και υπέρ έκαστου των εναγόντων, για κάθε ημέρα παράλειψης συμμόρφωσης της εναγόμενης Ε.Υ.Δ.Α.Π.
Α.Ε. στην παραπάνω υποχρέωσή της, αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, στον πρώτο ενάγοντα ποσό 16.390 ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα ποσό 16.390 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα ποσό 15.840 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα ποσό 16.390 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα ποσό 19.668 ευρώ, στην έκτη ενάγουσα ποσό 19.338 ευρώ, στην έβδομη ενάγουσα ποσό 18.392 ευρώ, στον όγδοο ενάγοντα ποσό 19.404 ευρώ, στον ένατο ενάγοντα ποσό 19.404 ευρώ, στον δέκατο ενάγοντα ποσό 16.390 ευρώ, στον ενδέκατο ενάγοντα ποσό 16.390 ευρώ, στην δωδέκατη ενάγουσα ποσό 16.390 ευρώ, στην δέκατη τρίτη ενάγουσα ποσό 16.390 ευρώ, στην δέκατη τέταρτη ενάγουσα ποσό 16.280 ευρώ, στην δέκατη έκτη ενάγουσα ποσό 16.390 ευρώ και στην δέκατη έβδομη ενάγουσα ποσό 19.668, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και συμψήφισε την δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. [...] .
Κατά της ανωτέρω απόφασης η εναγόμενη άσκησε την από 19.04.2013 και με αριθμό κατάθεσης στο Τμήμα Πολιτικών Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών 2048/22.04.2013 έφεση και το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ- (Ο.Α.Ε.Δ.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, την από 10.04.2013 και με αριθμό κατάθεσης στο Τμήμα Πολιτικών Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών 1906/15.04.2013 έφεση, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στο Εφετείο Αθηνών με αριθμό 800/08.04.2014.
Επί των ανωτέρω εφέσεων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 142/2015 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε αμφότερες κατά το τυπικό και ουσιαστικό τους μέρος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 501/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εργατικών Διαφορών), κράτησε την αγωγή, δίκασε επί της ουσίας, απέρριψε ότι έκρινε απορριπτέο στο σκεπτικό της, δέχθηκε κατά τα λοιπά την αγωγή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου να καταβάλει :
α] στους πρώτο ενάγοντα, δεύτερο ενάγοντα, τρίτη - ενάγουσα, τέταρτο ενάγοντα, δέκατο ενάγοντα, ενδέκατο ενάγοντα, δωδέκατη ενάγουσα, δέκατη τρίτη ενάγουσα, δέκατη τέταρτη ενάγουσα, δέκατη πέμπτη ενάγουσα και δέκατη έκτη ενάγουσα ποσό 3.300 ευρώ στον καθένα, β] στους πέμπτη ενάγουσα, όγδοο ενάγοντα, ένατο ενάγοντα και δέκατη έβδομη ενάγουσα ποσό 3.960 ευρώ στον καθένα, γ] στην έκτη ενάγουσα ποσό 3.630 ευρώ και δ] στην έβδομη ενάγουσα ποσό 3.080 ευρώ, άπαντα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επόμενη μέρα επίδοσης της αγωγής και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων. [...].
Κατά της απόφασης του Εφετείου Αθηνών οι ενάγοντες άσκησαν την από 11.07.2016 και με αριθμό κατάθεσης 670/2016 αναίρεση, η οποία συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της 23ης Μαΐου του έτους 2017 και επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η με αριθμό 1374/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διέταξε χωρισμό της υπόθεσης ως προς την 15η των αναιρεσειόντων Ά.
Σ. του Α., κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν, δίκασε την αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, απέρριψε την από 11.7.2016 και με αριθμό κατάθεσης 670/20.7.2016 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 142/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ), καταδίκασε τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, αναίρεσε τη με αριθμό 142/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "…..
ΑΕ" (... ΑΕ), κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την από 19 Απριλίου 2013 και με αριθμό κατάθεσης 2048/22.4.2013 έφεση αυτής κατά της με αριθμό 501/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και καταδίκασε την πρώτη αναιρεσίβλητη στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων για την δίκη αναίρεσης, τα οποία όρισε στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων ευρώ (2.300 ευρώ) και των δικαστικών εξόδων του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία όρισε στο ποσό των εξακοσίων ευρώ (600 ευρώ).
Η ανωτέρω απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό υπό στοιχείο I, II και III από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι η συνδέουσα τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τους εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους εργασιακή σχέση έφερε το χαρακτήρα σύμβασης μαθητείας, επιδικάζοντας σε αυτούς (μόνο) επιδόματα εορτών και αδείας, αφενός μεν παρέλειψε να ερευνήσει, αν με βάση τους περιεχομένους στην αγωγή ισχυρισμούς αυτών, επρόκειτο περί γνησίας σύμβασης μαθητείας ή περί σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου και στη συνέχεια να ερευνήσει την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθώς και να εξετάσει τον περιεχόμενο στην αγωγή ουσιώδη ισχυρισμό αυτών ότι στη πραγματικότητα αυτοί συνδέονταν με τη πρώτη των εναγομένων και ήδη πρώτη των αναιρεσίβλητων ...
με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφετέρου δε με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε ως μη νόμιμη την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής, μη εξειδικεύοντας αν πρόκειται για γνήσια σύμβαση μαθητείας ή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης καθ` όλα αυτού τα σκέλη πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων, οι οποίοι είχαν προσληφθεί κατά τους αναγραφόμενους στην απόφαση χρόνους από το δεύτερο των εναγομένων και ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων ΟΑΕΔ, προκειμένου να προσφέρουν την εργασία τους στην πρώτη των εναγομένων και ήδη πρώτη των αναιρεσίβλητων ..., δυνάμει διαδοχικών ανανεουμένων συμβάσεων που χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις μαθητείας στο πλαίσιο προγράμματος του ΟΑΕΔ για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE), κατ` επίφαση χαρακτηρίσθηκαν "STAGE", εφόσον προέχων σκοπός της απασχόλησης των αναιρεσειόντων δεν ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αλλά η έναντι αμοιβής παροχή εργασίας από τους αναιρεσείοντες με την εκτέλεση παραγωγικού έργου υπό την εποπτεία των προϊσταμένων τους, οι δε αναιρεσείοντες απασχολούντο στην ...
σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση με το ωράριο των μονίμων υπαλλήλων, δηλαδή υπό συνθήκες εξάρτησης ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας των και επομένως οι ως άνω συμβάσεις [και κατά συνέπεια η συνδέουσα αυτούς εργασιακή σχέση] έφεραν το χαρακτήρα (εγκύρων) συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες όμως, ενόψει των σχετικών συνταγματικών και νομοθετικών περιορισμών, δεν μπορούν να προσλάβουν και το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και κατά συνέπεια έληξαν με την πάροδο της χρονικής διάρκειάς των.
Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων έφεραν το χαρακτήρα σύμβασης μαθητείας ("σύμβασης Stage", κατά την αδοκίμως χρησιμοποιηθείσα από το εν λόγω δικαστήριο έκφραση) και μάλιστα γνήσιας, ως εσφαλμένως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες στον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, ούτε παρέλειψε να ερευνήσει το χαρακτήρα των πιο πάνω συμβάσεων εργασίας, αλλά αντιθέτως δέχθηκε ότι αυτοί συνδέονταν με (έγκυρες) διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Ορθώς δε απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική (επιβοηθητικής φύσης) από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής, της οποίας δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής, εφόσον αυτή προϋποθέτει απλή σχέση εργασίας, βάσει άκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, περίπτωση η οποία όμως δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, αφού με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης επρόκειτο για έγκυρες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οπότε οι διατάξεις των άρθρων 904 επόμ.
του ΑΚ δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής. [...]. Στην προκειμένη περίπτωση στην ένδικη από 11.7.2016 αίτηση αναίρεσης που κατατέθηκε στις 20.7.2016 με αριθμό κατάθ. 670, ήτοι μετά την 1.1.2016, επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, στο επιγραφόμενο ως "σύντομο διαδικαστικό ιστορικό" τμήμα αυτής, ότι η ασκηθείσα εκ μέρους της ... ΑΕ, ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, έφεση ήταν εκπρόθεσμη, αφού ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση σε αυτήν της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Ειδικότερα εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοδικείου επιδόθηκε στην ... ΑΕ στις 20.3.2013, όπως προκύπτει από την υπ` αριθ. 2281/20.3.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Μ., και ότι η προθεσμία των 30 ημερών έληξε στις 19.4.2013, ημέρα Παρασκευή, ενώ η έφεση της ...
ΑΕ ασκήθηκε εκπρόθεσμα στις 22.4.2013. Προβάλλεται δε περαιτέρω η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρά την προβολή εκ μέρους των τότε εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων ισχυρισμού περί εκπρόθεσμης άσκησης της έφεσης της ... ΑΕ, έκρινε εσφαλμένως ότι η έφεση είχε ασκηθεί εμπροθέσμως στις 22.4.2013, διότι η προηγουμένη της άσκησης αυτής ημέρα ήταν αργία (Κυριακή).
Και είναι αληθές ότι την κατά τα άνω επικαλουμένη πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, η οποία ιδρύει τον εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, οι αναιρεσείοντες δεν την συνδέουν με λόγο αναίρεσης, αιτούμενοι κατά τρόπο σαφή την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης και για τον λόγο αυτό, πλην όμως σε κάθε περίπτωση ο έλεγχος της συνδρομής του λόγου αυτού λαμβάνει χώρα και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, στο πλαίσιο της ως άνω διάταξης της παρ.4 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει η ουσιαστική βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την υπ` αριθ. 2281/20.3.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Μ., ακριβές αντίγραφο της υπ` αριθμό 501/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδόθηκε με επιμέλεια των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων στην πρώτη των εναγομένων και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "…… ΑΕ" (...
ΑΕ) στις 20 Μαρτίου 2013.
Συνεπώς η ανωτέρω προθεσμία των τριάντα (30) ημερών άρχισε την επομένη ημέρα της ως άνω επίδοσης, ήτοι στις 21 Μαρτίου 2013 και έληξε στις 19.00 μμ της τελευταίας (τριακοστής) ημέρας που ήταν η 19η Απριλίου 2013, ημέρα Παρασκευή, η οποία κατά το ημερολόγιο δεν ήταν κατά νόμο εξαιρετέα ημέρα. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η ως άνω εναγομένη - εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "….
ΑΕ" (... ΑΕ) άσκησε την από 19.4.2013 έφεση αυτής, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την εκκαλουμένη απόφαση Πρωτοδικείου Αθηνών στις 22 Απριλίου 2013, ημέρα Δευτέρα, και έλαβε αριθμό κατάθεσης 2048/22.4.2013, ήτοι αυτή ασκήθηκε μετά την πάροδο της άνω προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών για την άσκηση της.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με την προσβαλλομένη απόφαση αυτού έκρινε ότι η ανωτέρω έφεση είχε ασκηθεί εμπροθέσμως εντός της προθεσμίας των 30 ημερών, η οποία έληγε ημέρα Κυριακή, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό των τότε εναγόντων - εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων, παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ως άνω έφεση ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των, στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτού, που παρέστη με ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ) και β) να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη των αναιρεσίβλητων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "…..
ΑΕ" (... ΑΕ), κατά παραδοχή του αυτεπαγγέλτως ερευνηθέντος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, και να αναιρεθεί ως προς αυτήν η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ` εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.
α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 19.4.2013 και με αριθ. κατάθ. 2048/2013 έφεση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "……. ΑΕ" (... ΑΕ) κατά της με αριθμό 501/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διότι ασκήθηκε εκπροθέσμως...".
Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι μετά την απόρριψη της ασκηθείσης από την εναγομένη έφεσης κατά της με αριθμό 501/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εργατικών Διαφορών) ως απαράδεκτης με τη με αριθμό 1374/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η ανωτέρω οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέστη αμετάκλητη και εξ αυτής απορρέει δεδικασμένο κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 παρ. 1, 324, 325 αριθμός 1 και 331 του Κ.Πολ.Δ.
το οποίο καλύπτει τα ουσιαστικά και δικονομικά ζητήματα που κρίθηκαν με την ανωτέρω απόφαση, τα οποία εκτέθηκαν αναλυτικά ανωτέρω. Πλην όμως, στην προκείμενη περίπτωση λόγω του δεσμού απλής ομοδικίας που συνέδεε τους εναγόμενους της από 01.10.2012 αγωγής, δηλαδή της εναγομένης και του Ο.Α.Ε.Δ. και λόγω του ότι η εναγόμενη στην παρούσα δίκη ανώνυμη εταιρία δεν αποδέχθηκε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού άσκησε έφεση κατ' αυτής, η οποία απορρίφθηκε για τυπικό λόγο-απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της (βλ.
σχετ. ...), ισχύει κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 537 του Κ.ΠολΔ., και επ' αυτής (εναγομένης) η με αριθμό 142/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Συνεπεία τούτου, οι παραδοχές που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της απόφασης περί της φύσης της συμβατικής σχέσης των εναγόντων ως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, το οποίο διαλαμβάνεται και στο σκεπτικό της με αριθμό 1374/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, που επικύρωσε την απόφαση ως προς τον Ο.Α.Ε.Δ., απορρίπτοντας την ασκηθείσα από τους ενάγοντες αναίρεση κατ' αυτής, ισχύουν και για την εναγόμενη της παρούσας δίκης-απλή ομόδικο του Ο.Α.Ε.Δ., κατ' επέκταση του δεδικασμένου της εφετειακής απόφασης και σε αυτή ευθέως εκ του νόμου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας.
Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν δύναται να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 537 του Κ.Πολ.Δ., διότι δεν υπάρχει ταυτότητα αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως προς τους ανωτέρω απλούς ομοδίκους, αφού στο διατακτικό της διαλαμβάνεται διάταξη περί της υποχρέωσης μόνο της πρώτης εναγόμενης να απασχολεί τους ενάγοντες με την απειλή σε βάρος της μέσων έμμεσης εκτέλεσης για την περίπτωση μη συμμόρφωσής της στην ανωτέρω νόμιμη υποχρέωση της.
Ο σχετικός ισχυρισμός των εναγόντων κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η ανωτέρω διάταξη του διατακτικού της με αριθμό 142/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ενν. Εφετείου Αθηνών) συνάδει απόλυτα με τις παραδοχές του σκεπτικού της περί του ότι εργοδότες των εναγόντων ήταν αμφότεροι οι εναγόμενοι, απορριπτόμενης της ένστασης έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτών, ότι η πρώτη εναγόμενη ...
Α.Ε. ήταν άμεσα ωφελούμενη από την απασχόληση των εναγόντων και καθόριζε τον τόπο εργασίας, το χρόνο εργασίας και τον τρόπο εργασίας, τοποθετώντας σε θέσεις απασχόλησης, αναθέτοντας καθήκοντα, επιβλέποντας, ελέγχοντας και παρέχοντας οδηγίες στους ενάγοντες, δια των προϊσταμένων έκαστου τμήματος ή διεύθυνσης, όπου υπηρετούσαν και ότι το δεύτερο εναγόμενο νομικό πρόσωπο - Ο.Α.Ε.Δ.
είχε επιλέξει και προσλάβει τους ενάγοντες και κατέβαλε τις αποδοχές αυτών και αφορά στον τρόπο εκτέλεσης-πρακτικής εφαρμογής της προηγούμενης διάταξης του διατακτικού της απόφασης περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, που ήταν (η διάταξη) ταυτόσημη για αμφότερους τους εναγόμενους, …..
και ΟΑ.Ε.Δ. και η οποία ορίσθηκε να υλοποιηθεί με την παροχή εργασίας στην πρώτη εναγόμενη, ως υλοποιήθηκε κατά το χρόνο πριν από την καταγγελία βάσει των ειδικότερων όρων των συμφωνητικών συνεργασίας. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 537 του Κ.Πολ.Δ. ενισχύεται και από το γεγονός ότι κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.) η συμβατική σχέση- σύμβαση εργασίας μεταξύ εκάστου των εναγόντων και της ώδε εναγόμενης και του Ο.Α.Ε.Δ.
είναι μία έννομη σχέση και δεν παρίσταται λογικό ως προς την ανώνυμη εταιρία Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε. να θεωρείται αορίστου χρόνου και ως προς τον Ο.Α.Ε.Δ. να έχει τα χαρακτηριστικά σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί επέκτασης του δεδικασμένου που απορρέει εκ της με αριθμό 142/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών σχετικά με την φύση της συμβατικής σχέσης μεταξύ των εναγόντων και του Ο.Α.Ε.Δ.
ως ορισμένου χρόνου και ουχί ως ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου λόγω του δεσμού αναγκαίας ομοδικίας κατ' άρθρο 76 παρ. 1 του Κ.ΠολΔ., μεταξύ του Ο.Α.Ε.Δ. και της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, κρίνεται απορριπτέος, διότι στην προκείμενη περίπτωση από τις παραδοχές της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που διαλαμβάνονται και στο σκεπτικό της απόφασης του Εφετείου, περί του εργοδοτικού φορέα των εναγόντων (αμφότεροι η εναγόμενη της παρούσας δίκης και ο Ο.Α.Ε.Δ.) και της παθητικής σε ολόκληρο ενοχής μεταξύ των ανωτέρω δύο εργοδοτών για τις αγωγικές αξιώσεις (άρθρα 481 επ.
του Α.Κ.) της από 01.10.2010 αγωγής εναργώς προκύπτει ότι δεν υφίσταται δεσμός αναγκαίας, αλλά απλής ομοδικίας. Συνεπεία των ανωτέρω, εφόσον οι συμβάσεις των εναγόντων με την εναγόμενη κρίνεται, κατ' επέκταση των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου βάσει της διάταξης του άρθρου 537 του Κ.Πολ.Δ., ότι έχουν τα χαρακτηριστικά ορισμένου χρόνου και ότι έληξαν τον συμφωνηθέντα χρόνο για καθένα από τους ενάγοντες το αίτημα της αγωγής να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε αυτούς μισθούς υπερημερίας από του μηνός Ιουλίου του έτους 2012 έως και το Μάιο του έτους 2018 καθώς και των αναλογούντων στην ανωτέρω χρονική περίοδο επιδομάτων εορτών και αδείας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Τέλος, απορριπτέα κρίνονται και τα αιτήματα να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με τα ίδια καθήκοντα και αποδοχές που είχαν προτού καταγγελθούν ακύρως οι συμβάσεις εργασίας τους και να απειληθεί σε βάρος της εναγομένης χρηματική ποινή ποσού τριάντα ευρώ (30 ευρώ) για κάθε ημέρα παράλειψης συμμόρφωσης στην ανωτέρω υποχρέωσή της, αφού σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω σχετικά με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 537 του Κ,Πολ,Δ.
μετά την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου των συμβάσεων των εναγόντων αυτές έληξαν αυτοδικαίως ως ορισμένου χρόνου και ως εκ τούτου δεν υφίσταται νόμιμη υποχρέωση της εναγομένης για εξακολούθηση απασχόλησης τους". Στη συνέχεια το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα από 31.5. 2018 και με αριθμό κατ. 52668/1618/1.6.2018 ένδικη αγωγή στο σύνολό της.
Με την κρίση του αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να δεχθεί ότι, λόγω του δεσμού της απλής ομοδικίας που συνέδεε τους εναγόμενους της από 01.10.2012 αρχικής αγωγής, δηλαδή της εναγομένης και του Ο.Α.Ε.Δ. και λόγω του ότι η εναγόμενη στην εν λόγω δίκη ανώνυμη εταιρία, δεν αποδέχθηκε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού άσκησε έφεση κατ' αυτής, η οποία απορρίφθηκε για τυπικό λόγο-απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, ισχύει κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 537 του Κ.ΠολΔ.
και επ' αυτής (εναγομένης), η με αριθμό 142/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι υπάρχει δεδικασμένο, με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με το μοναδικό από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως.
Το (ευνοϊκό) για την αναιρεσιβλητη ... δεδικασμένο εν προκειμένω είναι ένα, ήτοι αυτό που δημιουργήθηκε από την υπ' αριθμ. 142/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μεταξύ των εναγόντων - εφεσιβλήτων και του ΟΑΕΔ, το οποίο, επεκτείνεται ευθέως εκ του νόμου και ως προς την ήδη εναγομένη - εκκαλούσα - αναιρεσίβλητη ... (ως προς την οποία παρακωλύεται η επέλευση του δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. 501/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη για τυπικούς λόγους της έφεσης της πιο πάνω διαδίκου) και όχι δύο, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.
Είναι νομικά αδιάφορο το γεγονός ότι η έφεση της εκκαλούσας ..., απορρίφθηκε αμετακλήτως ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, αφού η επέκταση του δεδικασμένου περιλαμβάνει και αυτή την περίπτωση, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη (βλ. κεφ. 2 και 3 της παρούσας). Ούτε επίσης η απόρριψη της έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας - αναιρεσίβλητης ...
ως εκπρόθεσμης με την υπ' αριθ. 1374/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, δικάσαντος ως Εφετείου, μετά την αναίρεση ως προς τη διάδικο αυτή της υπ' αριθ. 142/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κωλύει την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 537 του ΚΠολΔ, με το σκεπτικό ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι - αναιρεσείοντες δεν θα είχαν έννομο συμφέρον να πλήξουν με λόγο αναίρεσης το εμπρόθεσμο της έφεσης της πιο πάνω εταιρείας.
Εξ άλλου δεν πρόκειται περί συνδρομής μεταγενέστερου και ειδικότερου δεδικασμένου ως προς την αναιρεσίβλητη ... από την έκδοση της υπ' αριθ. 501/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την απόρριψη της κατ' αυτής έφεσης ως εκπρόθεσμης με την υπ' αριθ. 1374/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, δικάσαντος ως Εφετείου, ως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, αλλά περί επέκτασης και υπέρ της αναιρεσίβλητης ...
του ευνοϊκού δεδικασμένου που απορρέει από την υπ' αριθ. 142/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τον έτερο των απλών ομοδίκων και συγκεκριμένα τον Ο.Α.Ε.Δ., κατ' εφαρμογή ειδικής διάταξης νόμου (άρθρο 537 του ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι στην υπ' αριθ. 1374/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, δικάσαντος ως Εφετείου, δεν διαλαμβάνεται σκέψη περί μη επεκτάσεως των υποκειμενικών ορίων του απορρέοντος δεδικασμένου από την υπ' αριθ. 142/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επί της αναιρεσίβλητης ..., ως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ούτε άλλωστε θα μπορούσε να περιληφθεί τοιαύτη σκέψη, καθότι το μεν θα αντέβαινε στη ρύθμιση του άρθρου 537 του ΚΠολΔ, το δε διότι τούτο δεν ήταν αντικείμενο της αναιρετικής δίκης, που αφορούσε (μεταξύ άλλων) μόνο την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, σχετικά με το εμπρόθεσμο ή μη της άσκησης της έφεσης της εν λόγω αναιρεσίβλητης.
Επομένως ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
6.-Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει, όμως, να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν για τη δικαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24 Ιουλίου 2020 και με αριθμ. κατ. 57896/100/18.8.2020 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 434/24.3.2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.- ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ