Legislator Case Law & Legislation
611/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order for failure to raise new claims in lower courts.

Case Number 611/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a first-instance eviction order, ruling that the State failed to introduce new claims in the appellate court. The State argued that documents submitted at the appellate level proved these claims were properly raised, but the court found no such evidence. Consequently, the court held that the lower courts correctly rejected the claims as inadmissible, and the appeal was rejected with the State ordered to pay costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; A new claim not raised in the first instance or second instance is inadmissible in the Supreme Court, and the Supreme Court cannot overturn a lower court's rejection of such a claim.

Keywords

AI generated
admissibility of new claims appeal against eviction order failure to raise claim inadmissible arguments costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 647 of the Code of Civil Procedure
Article 591 of the Code of Civil Procedure
Article 256 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 611 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 611/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Ε. και 2) Β. συζ. Ε. Μ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-8-2012 (κύρια) και 12-3-2013 (παρεμπίπτουσα) αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 774/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-9-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 6-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 647 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης, στις 17-5-2013, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 15 παρ.1 του ν. 4055/2012 (που άρχισε να ισχύει, κατ' άρθρ. 113 αυτού, από 2-4-2012), "κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 643 παρ.1, 648 έως 661 δικάζονται όλες οι κύριες ή παρεπόμενες διαφορές από μίσθωση κάθε είδους πράγματος ή άλλου προσοδοφόρου αντικειμένου ή από επίμορτη αγροληψία".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όπως επίσης ίσχυε κατά τον κρίσιμο πιο πάνω χρόνο, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 19 του ν.2915/2001 (που άρχισε να ισχύει, κατ' άρθρ. 15 ν.2943/2001, από 1-1-2002), τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες (όπως είναι και εκείνη των μισθωτικών διαφορών των άρθρων 647 επ.

ΚΠολΔ), εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α) ..., β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ.

δ' του ίδιου Κώδικα, τα πρακτικά συνεδρίασης που συντάσσονται από το γραμματέα για την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως .... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές...".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων (άρθρ.649 παρ.1 ΚΠολΔ), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρ. 262 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Επομένως, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν υποβάλλονται κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, είναι απαράδεκτοι και απορρίπτονται, για το λόγο αυτόν, από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ Ολομ. 2/2005).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης 97/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται σ' αυτόν, ότι, παρά το νόμο, απέρριψε συναφείς λόγους της από 22-10-2013 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 774/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με τους οποίους διατυπώνονταν παράπονα κατά της τελευταίας ότι, εσφαλμένα, απέρριψε τους παρακάτω ισχυρισμούς του, δεχόμενη, ακολούθως, καθ' ολοκληρία, τις από 28-8-2012 και 12-3-2013 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων καταβολής οφειλόμενων μισθωμάτων για το αναφερόμενο μίσθιο ακίνητο του χρονικού διαστήματος Οκτωβρίου 2011-Μαΐου 2013.

Ειδικότερα, κατά τον εξεταζόμενο λόγο, το Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε, ως απαράδεκτους, τους θεμελιωτικούς των λόγων έφεσης ισχυρισμούς του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι αυτοί δεν προβλήθηκαν παραδεκτά, επειδή δεν καταχωρίστηκαν στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ οι επίμαχοι ισχυρισμοί (για το ότι το μηνιαίο μίσθωμα έπρεπε α) να διαμορφωθεί-μειωθεί, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2012 έως 31-5-2013, κατ' εφαρμογή του νόμου 4081/2012, με βάση την προβλεπόμενη στο άρθρο 2 παρ.1 αυτού προοδευτική κλίμακα και β) να μειωθεί, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, και αναλογικά, σύμφωνα με την πραγματική επιφάνεια του μίσθιου ακινήτου που είναι μικρότερη από την αναγραφόμενη στο μισθωτήριο, αν ληφθεί υπόψη ότι το μίσθωμα, κατά τη συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών-διαδίκων, υπολογίστηκε με βάση το πραγματικό εμβαδόν του μισθίου) δεν είναι αυτοτελείς.

Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των εν λόγω πρακτικών προκύπτει ότι, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου) και κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δια του δικαστικού πληρεξουσίου του, προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της δεύτερης αγωγής, αρνήθηκε τις αγωγές, υποστηρίζοντας ότι είναι μη νόμιμες και ουσιαστικά αβάσιμες, ζήτησε την απόρριψή τους και, στη συνέχεια, αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.

Επομένως, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται στα πρακτικά ότι υπήρξε σαφής, έστω και συνοπτική, προβολή των παραπάνω ισχυρισμών, όπως, άλλωστε, δεν αμφισβητεί και το αναιρεσείον, οι οποίοι, παρά όσα για το αντίθετο ισχυρίζεται, έχουν αυτοτέλεια, καθόσον τείνουν στην κατάλυση, κατά ένα μέρος, του ουσιαστικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων που ασκείται με τις δύο αγωγές (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 243/2015), και δεν έγινε καταχώρισή τους στα πρακτικά, δεν υπήρξε σύννομη προβολή των ισχυρισμών αυτών και σύμφωνα με το νόμο απορρίφθηκαν, αφού προβλήθηκαν απαράδεκτα.

Συνεπώς, απορρίπτοντας το Εφετείο τους σχετικούς λόγους έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ο παρών λόγος είναι αβάσιμος, με την επιφύλαξη και της συνταγματικότητας της ρύθμισης του άρθρου 2 παρ.1 ν. 4081/2012 (βλ., πάντως, ΑΠ 1281/2015).

Από τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο πιο πάνω χρόνο, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 269 του ίδιου Κώδικα (όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 2915/2001 και, ακολούθως, η παράγραφος 2 αυτής με το άρθρο 27 του ν.3994/2011 και ίσχυε κατά τον ίδιο χρόνο), προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη που προβλέπεται από την παράγραφο 2 περ.

γ' της δεύτερης από αυτές, σύμφωνα με την οποία, κατ' εξαίρεση, η προβολή νέων ισχυρισμών στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται και όταν αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία. Επομένως, ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τη συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 9/2014) και, συγκεκριμένα, στην περίπτωση της παρ. 2 περ.

γ' του άρθρ. 269 ΚΠολΔ, πρέπει να επικαλεστεί τη (δικαστική) ομολογία ή τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να προσκομίσει, από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμός (ΑΠ 462/2008). Η απόδειξη, όμως, αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον νέο ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 98/2015, ΑΠ 1087/2014).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλεται κατά της πληττόμενης απόφασης, επικουρικά, η από το άρθρ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση, δηλαδή της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και, ειδικότερα, της από το Εφετείο απόρριψης, ως απαράδεκτων, λόγω προβολής τους, πρώτη φορά, στην κατ' έφεση δίκη, των ισχυρισμών του εκκαλούντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος για το ότι α) η πραγματική επιφάνεια του μίσθιου ακινήτου, με βάση την οποία, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, υπολογιζόταν το μίσθωμα, ήταν μικρότερη από εκείνη που αναγραφόταν στο συμφωνητικό της μίσθωσης και β) υπήρξε συμφωνία, μεταξύ των διαδίκων, για τη μείωση του μισθώματος, με την επίκληση ότι, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είχαν προβληθεί παραδεκτά πρωτοδίκως αλλά πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, τόσο με το δικόγραφο της έφεσής του, όσο και με τις προτάσεις του που κατέθεσε νόμιμα, ήταν παραδεκτή η βραδεία προβολή τους, διότι αποδεικνύονταν εγγράφως και, συγκεκριμένα, 1) από το με ημεροχρονολογία 18-7-2012 πρακτικό μίσθωσης κτηρίου, από το οποίο προέκυπτε ότι αρμόδια τριμελής επιτροπή, εξετάζοντας προσφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης για την κατάρτιση νέας μίσθωσης, διαπίστωσε ότι η πραγματική επιφάνεια του μίσθιου ακινήτου ήταν 345,39 τετραγωνικά μέτρα και όχι 563 τετρ.

μέτρα που αναγραφόταν στο σχετικό μισθωτήριο και 2) από την οικονομική προσφορά της ίδιας αναιρεσίβλητης, με ημερομηνία 15-5-2012, η οποία πρόσφερε το ακίνητο προς (νέα) μίσθωση με μείωση 20% (μίσθωμα 2.551 μηνιαίως). Ο λόγος αυτός, κατά το εξεταζόμενο σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι, εφόσον οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είχαν προβληθεί παραδεκτά στο πρωτόδικο δικαστήριο, κατά τα προαναφερόμενα, αλλά, το πρώτον, ενώπιον του Εφετείου, με την έφεση, το εναγόμενο-εκκαλούν-αναιρεσείον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων (έφεσης και προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου) δεν επικαλέστηκε ότι αυτοί προβάλλονται παραδεκτά, καθόσον αποδεικνύονται με τα παραπάνω έγγραφα.

Επομένως, το Εφετείο νόμιμα απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς ως απαράδεκτους. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, από τα εν λόγω έγγραφα δεν προκύπτει παραχρήμα και άμεση απόδειξη των επίμαχων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, υπό την έννοια που προεκτέθηκε. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1076/2014, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, το αναιρεσείον προσάπτει, επικουρικότερα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την παραπάνω, από τον αριθμό 8 περ.β', πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους αναφερόμενους στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, υπό στοιχ.

α'και β', ισχυρισμούς του, τους οποίους απέρριψε, ως απαράδεκτους, με την προδιαλαμβανόμενη αιτιολογία, μολονότι αυτοί προβλήθηκαν, εν πάση περιπτώσει, παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 αριθμ.3 και 269 παρ.2 περ.γ' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο (πριν από το νόμο 4335/2015), καθόσον αποδεικνύονταν εγγράφως και, συγκεκριμένα, από τα επικαλούμενα πιο πάνω έγγραφα.

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι οι θεμελιωτικοί τούτου ισχυρισμοί απορρίφθηκαν ρητά με την πληττόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, δεν ιδρύεται τέτοιος λόγος αναίρεσης.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ.22 παρ.1 ν.3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ.18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.12 ν.1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Σεπτεμβρίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 32/28-9-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 97/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ