Legislator Case Law & Legislation
611/2014 AI generated

Supreme Court allows appeal regarding interruption of short limitation period for possession disturbance by service of summons.

Case Number 611/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's first ground of appeal, overturning the lower court's dismissal. The core issue was whether the service of summons successfully interrupted the one-year limitation period for possession disturbance claims. The court found that the lower court failed to verify if the defendants could have expedited the hearing to interrupt the limitation period before it expired. Consequently, the case was remanded for retrial with a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 984, 989, 992, 261 of the Civil Code; The service of summons interrupts the short limitation period for possession disturbance claims, provided the court could have been requested to expedite the hearing to prevent the expiration of the limitation period.

Keywords

AI generated
possession disturbance short limitation period interruption of limitation service of summons supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 984 of the Civil Code
Article 989 of the Civil Code
Article 992 of the Civil Code
Article 261 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 611 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 611/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Α. ή Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Μπακή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Λ. του Α. Γ., κατοίκου ..., 2) Α. Σ. του Α., 3) Σ. Σ. του Α., κατοίκων ..., 4) Α. Γ. του Κ., κατοίκου ... και 5) Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πλάτωνα Νιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/4/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μυκόνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, 16ΤΜ/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου και 172/2011 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-10-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 4-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 984 παρ. 1 ΑΚ, η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του. Προσβολή της νομής, αποτελεί κάθε θετική πράξη ή παράλειψη του προσβολέα που επάγει είτε αποβολή του νομέα από τη νομή είτε διατάραξη του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Διατάραξη του νομέα είναι η εκ μέρους του προσβολέα παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Ο νομέας δηλαδή δεν αποβάλλεται από το πράγμα αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, πλην όμως χωρίς να στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία παρακωλύεται σε κάποια από τις εκδηλώσεις της από τη παρενόχληση του προσβολέα που εκδηλώνεται με θετική πράξη ή παράλειψη του τελευταίου.

Η σχετική αγωγή κατ' άρθρο 989 ΑΚ στρέφεται κατά του προσβολέα και το αίτημά της είναι να καταδικαστεί ο εναγόμενος να πάψει τη διατάραξη, εφόσον αυτή συνεχίζεται κατά την άσκηση της αγωγής και να παραλείψει τη διατάραξη στο μέλλον. Η προκειμένη αξίωση υπόκειται στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ που αρχίζει από την αποβολή ή τη διατάραξη.

Επί της εν λόγω βραχυπρόθεσμης παραγραφής εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 260-270 ΑΚ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Ως διαδικαστική πράξη κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι κάθε πράξη η οποία κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, χρησιμεύει προς κίνηση, διεξαγωγή και περάτωση της δίκης.

Όμως για να αρχίσει εκ νέου η παραγραφή που διακόπηκε από την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, η οποία (νέα παραγραφή) είναι ισόχρονη με αυτή που διακόπηκε προϋποτίθεται, κατά το σκοπό της διάταξης, ότι είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης με πράξεις των διαδίκων. Πράγματι, ο θεσμός της παραγραφής της αξίωσης (άρθρο 247 επ ΑΚ) αποτελεί την από το νόμο προβλεπόμενη κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του και γι' αυτό δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξίωσης όταν αυτός έχει ενεργήσει ό,τι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι ιδιαίτερα.

Ωστόσο ο νόμος αναγνωρίζει σοβαρούς λόγους, εξαιτίας των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν έχει δυσμενείς συνέπειες για το δανειστή. Τέτοιοι λόγοι αναστολής της παραγραφής είναι το δικαιοστάσιο, η ανώτερη βία, ο δόλος του υποχρέου (άρθρο 255 ΑΚ) των οποίων κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι, κατά την συναγομένη από τις ανωτέρω διατάξεις γενικότερη αρχή, η αντικειμενική αδυναμία του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του.

Εφόσον η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, αν οι διάδικοι απρακτούν, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία αν δηλαδή μεταξύ δύο κατά σειρά διαδικαστικών πράξεων παρέλθει ισόχρονο διάστημα με την παραγραφή που διακόπηκε. Μόνος, όμως, ο ορισμός δικασίμου σε χρόνο πέραν του χρόνου της παραγραφής λόγω αδυναμίας να οριστεί συντομότερη δικάσιμος εξαιτίας του φόρτου εργασίας των δικαστηρίων, δεν συνιστά ανώτερη βία, αλλά πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν πράγματι εξαντλήθηκε εκ μέρους των διαδίκων κάθε δυνατότητα για την αποτροπή της συμπλήρωσής της (ΑΠ 1657/2008, ΑΠ 1285/2005, ΑΠ 1134/2005).

Περαιτέρω κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 17-4-2007 αγωγή οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι ο αναιρεσείων που είναι νομέας μιας ερειπωμένης ανώγειας οικίας, η οποία συνορεύει με τα ακίνητα που νέμονται αυτοί (ενάγοντες) κατά το χρονικό διάστημα από 15-1-2007 έως 18-1-2007 διατάραξε παράνομα την νομή των αναιρεσιβλήτων στα παραπάνω ακίνητά τους, καθώς προέβη στη διάνοιξη μπαλκονόπορτας και στην τοποθέτηση τεσσάρων σιδηροδοκών στήριξης κατά μήκος του ανατολικού τοίχου της ιδιοκτησίας του, με πρόθεση να κατασκευάσει βεράντα - εξώστη που θα βρίσκεται εντός της αέρινης στήλης των ακινήτων των εναγόντων.

Ζήτησαν δε, να αναγνωρισθεί η νομή τους επί του τμήματος των ακινήτων ύπερθεν των οποίων ευρίσκονται οι σιδηροδοκοί, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος (αναιρεσείων) να παύσει τη διατάραξη με την αφαίρεση των σιδηροδοκών και τι κλείσιμο της μπαλκονόπορτας καθώς και να παραλείπει κάθε διατάραξη στο μέλλον. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ανεγνώρισε τον τέταρτο των εναγόντων οιονεί συνομέα και την πρώτη, τον δεύτερο, τον τρίτο και τον πέμπτο των εναγόντων συννομείς του τμήματος του ακινήτου ύπερθεν του οποίου τοποθετήθηκαν από τον εναγόμενο τέσσερις (4) σιδηροδοκοί κατά μήκος του ανατολικού εξωτερικού τοίχου της οικίας του, υποχρέωσε τον εναγόμενο να προβεί στο οριστικό κλείσιμο της υφισταμένης επί του ανατολικού εξωτερικού τοίχου της οικίας του μπαλκονόπορτας καθώς και στην οριστική αφαίρεση των επ' αυτού τοποθετημένων τεσσάρων σιδηροδοκών και να παραλείπει στο μέλλον κάθε διατάραξη της νομής των εναγόντων.

Κατά της αποφάσεως αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την από 6-4-2009 έφεσή του η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 9-4-2009 με αριθμό κατάθεσης 16/9-4-2009. Οι αναιρεσίβλητοι στις 18-11-2009 προσδιόρισαν της συζήτηση της έφεσης για τη δικάσιμο της 10-12-2010 και επέδωσαν την έφεση αυτή στον αναιρεσείοντα, όπως δεν αμφισβητείται, στις 8-12-2009.

Με τις από 10-12-2010 προτάσεις του, ο αναιρεσείων, ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου, πρότεινε την ένσταση της ενιαύσιας παραγραφής εν επιδικία της αξίωσης των αναιρεσιβλήτων από τη διατάραξη της νομής των και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής για το λόγο αυτό. Η ένσταση αυτή παραδεκτά προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στην κατ' έφεση δίκη σαν ισχυρισμός που γεννήθηκε μετά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και αποδεικνυόταν από έγγραφα.

Οι αναιρεσίβλητοι, σε απόκρουση της ένστασης παραγραφής πρότειναν την από το άρθρο 255 παρ. α' ΑΚ, προβλεπόμενη αντένσταση αναστολής της παραγραφής, για τους επικαλούμενους από αυτούς λόγους ότι δηλαδή το δικαστήριο προσδιόρισε τη συζήτηση της πιο πάνω έφεσης σε χρόνο μεγαλύτερο του έτους, γεγονός που αφορά ενέργεια του δικαστηρίου και των εν γένει υπηρεσιών του κράτους ευρισκομένη εκτός της δικής τους σφαίρας επιρροής και υπερβαίνουσα τις δυνατότητές τους.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η ένδικη έφεση κατατέθηκε από τον πρωτοδίκως ηττηθέντα εναγόμενο στις 9-4-2009, οι δε ενάγοντες την προσδιόρισαν την 18-11-2009 προκειμένου να εκδικασθεί την 10-12-2010 και κοινοποίησαν στον εκκαλούντα την κλήση με πράξη ορισμού δικασίμου στις 8-12-2009.

Συνεπώς, από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ήτοι την επίδοση της έφεσης (8-12-2009) στον εκκαλούντα μέχρι τη συζήτηση αυτής (10-12-2010) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, χωρίς να μεσολαβήσει κάποια άλλη διαδικαστική πράξη, διάστημα, όμως, κατά το οποίο οι ενάγοντες δεν μπορούσαν να προβούν σε οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη.

Έτσι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, εφόσον οι ενάγοντες ενήργησαν ό,τι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση και δεν θα μπορούσαν να ενεργήσουν με άλλο τρόπο για την ικανοποίηση της αξίωσής των, δεν συμπληρώθηκε η ενιαύσια παραγραφή εν επιδικία (ΑΚ 992) από το γεγονός ότι από την τελευταία ως άνω διαδικαστική πράξη των διαδίκων μέχρι τη συζήτηση της έφεσης παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, απορριπτομένου ως αβασίμου του αντιθέτου ισχυρισμού του εκκαλούντος που αποτελεί και λόγο έφεσης".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 255 παρ. 1 ΑΚ, διότι διέλαβε στην απόφασή του ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ανώτερης βίας ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, καθ' όσον ενώ δέχθηκε ότι μόνο το γεγονός της αναβολής από το δικαστήριο της συζητήσεως της κυρία αγωγής σε χρόνο πέραν της συμπληρώσεως της εν επιδικία παραγραφής δεν συνιστά, χωρίς άλλο, λόγο ανώτερης βίας, αλλά πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εάν πράγματι εξαντλήθηκε εκ μέρους των διαδίκων κάθε δυνατότητα για την αποτροπή του ενδεχομένου της συμπλήρωσης της παραγραφής εν επιδικία, εν τούτοις δεν διευκρινίζει αν και γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος αναστολής της παραγραφής και ειδικότερα αν οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες είχαν ή όχι (και στη δεύτερη περίπτωση για ποιο λόγο) τη δυνατότητα να επισπεύσουν τη συζήτηση με επίδοση σχετικής κλήσης, σε μεταγενέστερο χρόνο, από αυτόν που έγινε, ώστε να διακοπεί η παραγραφή με την επίδοση της κλήσεως πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου της ενιαυσίας παραγραφής του άρθρου 992 Α.Κ., ήτοι εντός του χρονικού διαστήματος από 10.10.2009 - 10.12.2010, ενόψει του ότι η προγενέστερη πράξη των διαδίκων είχε γίνει στις 18.11.2009 με τον προσδιορισμό της εφέσεως από τον αρμόδιο γραμματέα, αλλά ούτε το Εφετείο διευκρινίζει περαιτέρω με την απόφαση του εάν ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, κατά τον προσδιορισμό της εφέσεως, επεσήμανε προφορικώς στον αρμόδιο γραμματέα, ότι πρόκειται για υπόθεση νομής, υποκείμενης σε βραχυπρόθεσμη ενιαύσια παραγραφή και ζήτησε συντομότερη δικάσιμο εκείνης της 10.12.2010 και ότι ο εν λόγω γραμματέας αρνήθηκε να γράψει την υπόθεση στο πινάκιο συντομότερης δικασίμου, λόγω έλλειψης προγενέστερης ελεύθερης δικασίμου, εξ αιτίας κορεσμού των πινακίων, και επί πλέον ότι οι αναιρεσίβλητοι, εκπληρούντες την άνω υποχρέωσή της επιμέλειας, ζήτησαν από τον, μόνον εν προκειμένω, αρμόδιο πρόεδρο του δικαστηρίου να ορισθεί δικάσιμος σε χρόνο μικρότερο του έτους από τον προσδιορισμό της εφέσεως, ακόμη και με υπέρβαση του ορισμένου αριθμού, όπως επιτάσσουν οι ΚΠολΔ 498 και 226 παρ.2, 3 εδ.β' και 4 εδ.δ', επισημαίνοντες τον ανωτέρω κίνδυνο παραγραφής της αξίωσής τους και, σε καταφατική περίπτωση, ότι ο πρόεδρος του δικαστηρίου απέρριψε το σχετικό αίτημά τους.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Μετά απ' αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο εκδόσαν αυτή δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι ηττώμενοι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 172/2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση, δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ