Legislator Case Law & Legislation
611/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment in storage contract dispute over missing grain quantity.

Case Number 611/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by Christoforos Pavlidis AE against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The court found the appeal inadmissible because the lower court provided clear, consistent reasoning regarding the missing grain quantity, and the appellant failed to prove the existence of a res judicata issue or specific grounds for retrial. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 16, 19, 13, 8 of the Code of Civil Procedure; Article 1 of Law 3077/1954: An appeal is inadmissible if the appellate court's reasoning is clear and consistent, or if the appellant fails to substantiate claims regarding res judicata or specific grounds for retrial.

Keywords

AI generated
appeal admissibility res judicata burden of proof storage contract legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1), 16, 19, 13, 8 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 3077/1954

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 611 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 611/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ ΑΕ" και διακριτικό τίτλο "ΓΕΩΡΓΙΚΗ" που εδρεύει στον Ν.Μαγνησίας με υποκατάστημα την ΒΙΠΕ Σίνδου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Τσεκούρα.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και ήδη "ΕΘΝΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΑΕ" ως διαδόχου της ΑΕ ΠΑΕΓΑ, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σπηλιώπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και με την από 14-2-2000 προσεπίκληση -παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31683/2001 μη οριστική 7509/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 933/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 27-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1, 19, 16, 13 και 8 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως: αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του ΝΔ 3077/1954 περί γενικών αποθηκών: "Αι γενικαί αποθήκαι σκοπόν έχουσι: 1. Ν' αποδέχονται την φύλαξιν και συντήρησιν των παρ' αυταίς αποτιθεμένων πάσης φύσεως εμπορευμάτων ή προϊόντων εγχωρίου παραγωγής ή προελεύσεως αλλοδαπής. 2. Να εκδίδωσιν υποχρεωτικώς υπέρ των αποθετών ειδικούς εμπορευσίμους τίτλους εις διαταγήν, καλουμένους αποθετήρια και ενεχυρόγραφα...".

Κατά το άρθρο 22 του αυτού ΝΔ: "1. Ο διαχειριζόμενος γενικήν αποθήκην υποχρεούται να αποδώση το αποθηκευθέν αυτούσιον, ως παρέλαβε τούτο. Κατ' εξαίρεσιν δε, δια την περίπτωση της χύδην αποθηκεύσεως ομοειδών προϊόντων, υποχρεούται ν' αποδώση εκ των εν τη αυτή αποθήκη συναποθηκευθέντων. 2. Προκειμένου περί πραγμάτων αποθηκευθέντων εις συσκευασμένα ή κεκλεισμένα κιβώτια, βαρέλια, σάκκους ή δέματα κλπ.

των οποίων το περιεχόμενον δεν δύναται να διαπιστωθή δι' εξωτερικής τούτων εξετάσεως, οφείλει να περιγράψη τούτο εν τοις εκδοθησομένοις τίτλοις, κατά την δήλωσιν του αποθέτου, γιγνομένης ειδικής περί τούτου σημειώσεως επ' αυτών. Εάν όμως ζητηθή υπό του αποθέτου, οφείλει δαπάνη αυτού να ενεργήση εσωτερικήν επαλήθευσιν του περιεχομένου των συσκευασμένων δεμάτων κλπ και βεβαίωση το αποτέλεσμα ταύτης επ' αυτών των τίτλων. 3.

Εάν, επίσης, αιτήσει του αποθέτου και δαπάνη αυτού έλαβε χώραν ολοκληρωτική ζύγισις των αποτεθέντων, οφείλει και περί αυτής να ποιήσηται μνείαν επί των τίτλων. Εφ' όσον δε δεν ενηργήθη τοιαύτη, ή εγένετο δοκιμαστική μόνον των αποτεθέντων, υποχρεούται να αποδώση τον αριθμόν των αποτεθέντων δεμάτων ή τεμαχίων, ως παρέλαβε και με το μέτρον καθ'ό παρέλαβεν, αδιαφόρως αν επί των εν αυτή αιτήσει του αποθέτου και λοιπών συνοδευόντων το πράγμα εγγράφων ή και των εκδοθέντων τίτλων σημειούται διάφορον πλασματικόν βάρος ή άλλο μέτρον, δι'ού καθορίζεται η ποσότης του αποθηκευθέντος.

Πάντως επί των τίτλων οφείλει να σημειώση τον τρόπον, καθ'όν παρέλαβε". Από τις παρατεθείσες διατάξεις του περί γενικών αποθηκών νόμου σαφώς προκύπτει ότι, εάν κατά την "χύδην αποθήκευση ενός προϊόντος η ποσότητα αυτού υπολογισθεί μόνο με την ογκομέτρησή του, ο διαχειριζόμενος την αποθήκη οφείλει να αποδώσει στον νόμιμο κομιστή του οικείου αποθετηρίου (ή ενεχυρογράφου) εμπόρευμα ίσου όγκου με το παραληφθέν για αποθήκευση και δεν έχει ευθύνη στην περίπτωση που το πραγματικό βάρος αυτού, ήτοι εκείνο που ανευρίσκεται μετά την ζύγισή του, είναι μικρότερο εκείνου που πλασματικώς ανεγράφη επί του τίτλου (όπως, άλλωστε δεν θα εδικαιούτο να ιδιοποιηθεί οποιαδήποτε ποσότητα του εμπορεύματος, εάν το πραγματικό βάρος του ήταν μεγαλύτερο του αναγραφέντος στον τίτλο).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εταιρία "Χριστόφορος Παυλίδης Α.Ε." ιστορούσε στην από 20-9-1999 αγωγή της: Ότι την 18-7-1997 αγόρασε από την εταιρία "Ελληνική Σιτεμπορική ΕΠΕ" (πρώτη εναγομένη) "4.800.000 χλγμ σκληρού σίτου αντί συμφωνηθέντος τιμήματος δρχ. 53 ανά χιλ/μο σίτου πλέον ΦΠΑ 8%", το οποίο και προκατέλαβε στην πωλήτρια, ότι " το ανωτέρω εμπόρευμα" είχε εναποτεθεί προς φύλαξη στις "Γενικές Αποθήκες" της αναιρεσίβλητης εταιρίας(δευτέρας εναγομένης), η οποία και είχε εκδώσει εις διαταγήν της πρώτης εναγομένης τέσσερα αποθετήρια για 1.200.000 χιλιόγραμμα σίτου το καθένα, οι τίτλοι δε αυτοί παραδόθηκαν στην ενάγουσα ύστερα από νόμιμη υπέρ αυτής οπισθογράφισή τους και ότι εντός του έτους 1997 (η ενάγουσα) παρέλαβε μόνον 4.586.630 χιλιόγραμμα σίτου, η δε υπόλοιπη ποσότητα εκ 213.370 χιλιογράμμων δεν της παρεδόθη.

Ζητούσε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον εκάστη, την αξία του μη παραδοθέντος μέρους του αγορασθέντος και αποθηκευθέντος εμπορεύματος εκ 12.213.298 δραχμών. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την 31683/2001 απόφασή του, έκρινε νόμιμη την αγωγή και, λόγω της ερημοδικίας της πρώτης εναγομένης (πωλήτριας), την δέχθηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη υποχρεώνοντας την εναγομένη εκείνη να καταβάλει στην ενάγουσα το αιτηθέν ποσό.

Με την ίδια απόφασή του, το Πρωτοδικείο ενόψει του ισχυρισμού της αναιρεσιβλήτου ότι αυτή παρέδωσε στην αναιρεσείουσα το σύνολο του εμπορεύματος που είχε παραλάβει για αποθήκευση, υπολογίζοντας και στις δύο περιπτώσεις την ποσότητα αυτού μόνο με την μέθοδο της ογκομέτρησής του, ανέβαλε την οριστική κρίση του και έταξε εις βάρος της αναιρεσείουσας απόδειξη "για το ζήτημα της έλλειψης ή όχι σίτου κατά την παραλαβή του από την ενάγουσα".

Στη συνέχεια, με την 7509/2004 οριστική απόφασή του, το Πρωτοδικείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή κατά το μέρος της που απευθυνόταν κατά της αναιρεσιβλήτου, η δε έφεση της τελευταίας απερρίφθη, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο έκρινε βάσιμο τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της αναιρεσιβλήτου κατά τα ειδικότερα στην απόφαση εκτιθέμενα.

Υπό τα δεδομένα αυτά: (1) Το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 22 ΝΔ 3077/1974 με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών είναι δε αβάσιμος ο έβδομος λόγος του αναιρετηρίου (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και δη ότι "η αληθής ερμηνεία και έννοια της ανωτέρω διάταξης, όταν αναφέρεται στο "μέτρο που παρέλαβαν", είναι ότι πρέπει να τηρηθεί και στην παραλαβή αλλά και στην παράδοση το ίδιο μέτρικο σύστημα, π.χ. εάν μετρήθηκε κατά την παραλαβή σε χιλιόγραμμα ή σε κυβικά εκατοστά και όχι σε άλλη μονάδα μέτρησης όπως π.χ. ουγγιά ή οκά ή άλλη μονάδα μέτρησης".

(2) Δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο μεταξύ των εδώ διαδίκων από την προαναφερόμενη διάταξη της 31683/2001 αποφάσεως του Πρωτοδικείου, με την οποία υποχρεώθηκε η (ερημοδικασθείσα) πρώτη εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το αιτηθέν ποσό, που αντιστοιχούσε στην ελλείπουσα ποσότητα σίτου, διότι αυτή (διάταξη) είχε ως βάση την πωλητήρια του σίτου σύμβαση ( η οποία έναντι της αναιρεσιβλήτου ήταν res inter alios acta) και όχι εκείνη της παρακαταθήκης από την οποία και μόνον ενέχεται η αναιρεσίβλητος. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο. (3) Το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με το εριζόμενο ζήτημα του ενδίκου "ελλείμματος". Δεν αντιφάσκουν δε οι παραδοχές αυτού, σύμφωνα με τις οποίες η μεν αναιρεσείουσα παρέλαβε από την θεματοφύλακα εταιρία (αναιρεσίβλητη) το σύνολο του εμπορεύματος που η τελευταία είχε δεχθεί για φύλαξη και ότι αυτό είχε μικρότερο βάρος από εκείνο που η αναιρεσείουσα είχε αγοράσει από την αντισυμβαλλόμενή της πωλήτρια. Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

(4) Είναι απαράδεκτοι, οι πέμπτος και έκτος αναιρετικοί λόγοι (προβαλλόμενοι υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 1 ΚΠολΔ αντιστοίχως), διότι έχουν ως βάση την εκτίμηση των αποδείξεων και την αμφισβήτηση της ουσιαστικής παραδοχής του Εφετείου, ότι η ποσότητα σίτου, που η αναιρεσίβλητος παράδωσε στην αναιρεσείουσα, ήταν κατά τον όγκο της ίση (και μάλιστα ελαφρώς μεγαλύτερη) από εκείνη που είχε εισαχθεί στις αποθήκες της για φύλαξη. (5) Είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος ο τρίτος αναιρετικός λόγος ( εκ του άρθρου 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ), κατά τον οποίο με την ανωτέρω (μερικώς) προδικαστική απόφασή του, το Πρωτοδικείο "εσφαλμένα εφάρμοσε ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης". Τούτο δε, διότι δεν αναφέρεται αν είχε προβληθεί ο σχετικός ισχυρισμός στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

(6) Αόριστος είναι και ο τέταρτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο, ενώ η αναιρεσείουσα "πρόσβαλλε τα έγγραφα που επικαλέσθηκε η αντίδικος και έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, μη αναγνωρίζοντάς τα ως επίσημα παραστατικά, καθώς έφεραν ξέσματα, διαγραφές και " μουντζουρώματα", το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτών των εγγράφων". Τούτο δε διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο αν η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε το περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων, ούτε διευκρινίζεται ακριβώς σε τι συνίσταται η "αμφισβήτηση γνησιότητας". Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-5-2007 αίτηση της εταιρίας "Χριστόφορος Παυλίδης ΑΕ" για αναίρεση της 933/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ