Legislator Case Law & Legislation
611/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific grounds regarding statute of limitations and evidence assessment.

Case Number 611/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and her son against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The appellants argued that the lower court erred in applying the statute of limitations and evidence rules, but the court found their arguments vague and insufficiently detailed. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible for failing to meet the strict requirements for challenging a final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 262(1) CPD; Art. 559(1) CPD: An appeal against a final judgment must specify the exact legal error and cannot rely on general allegations of procedural flaws or re-evaluate evidence already assessed by the court of first instance.

Keywords

AI generated
statute of limitations

Cited Legislation

AI generated
Art. 262(1) CPD
Art. 249 CPD
Art. 251 CPD
Art. 277 CPD
Art. 559(1) CPD
Art. 561(1) CPD
Art. 937(1) AC
Art. 671(1) CPD
Art. 1847 AC
Art. 1858 AC

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 611 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 611/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ζ. χήρας Α. Κ., για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της, Γ. Κ. του Α., του οποίου ασκεί τη γονική μέριμνα, κατοίκου Επανομής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπαλκίζα, ο οποίος ανακάλεσε την από 22 Φεβρουαρίου 2006 δήλωσή του (άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ) και στη συνέχεια δήλωσε ότι ο ως άνω φερόμενος ως ανήλικος Γ. Κ. του Α., ενηλικιώθηκε και τον εκπροσωπεί ο ίδιος δια πληρεξουσίου εγγράφου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Η. του Κ., 2. Θ. Η. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Τζαννετάκη και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "VICTORIA A.E.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παγώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 40.112/2001 κύρια αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και 1.589/2002 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19.433/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2.084/2004 οριστική του Εφετείου ...ς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Νοεμβρίου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των 1ης και 2ου εκ των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I.- Όπως προκύπτει από το άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 249, 251 επ. και 277 του ΑΚ, για να είναι ορισμένη ή ένσταση της παραγραφής πρέπει να αναφέρεται ο χρόνος αυτής και το αφετήριο σημείο της. H επίκληση των στοιχείων αυτών εμπεριέχει και τη δυνατότητα της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης, που αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση της έναρξης της παραγραφής και στην περίπτωση των άρθρων 251 και 937 ΑΚ, χωρίς άλλη ειδική αναφορά στα νομικά κωλύματα τα οποία αποκλείουν στο δικαιούχο τη δυνατότητα της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης και συνακόλουθα την έναρξη της παραγραφής.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι εφεσίβλητοι, ως εναγόμενοι στην από 20-11-2001 αγωγή των αναιρεσειόντων για περαιτέρω αποζημίωση (στέρηση διατροφής) από θανατηφόρο αυτοκινητικό ατύχημα που έγινε στις 2-3-1996 στην επαρχιακή οδό ... προέβαλαν, τόσο πρωτόδικα, όσο και στο Εφετείο με λόγους έφεσης, ένσταση παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων, με αίτημα απόρριψης όλων των κονδυλίων της δεύτερης αυτής αγωγής.

Συγκεκριμένα, όπως και στο αναιρετήριο αναφέρεται, ισχυρίστηκαν, ότι η παραγραφή άρχισε να τρέχει από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος (3-3-1996) που οι αναιρεσείοντες έλαβαν γνώση τόσο του υπαίτιου για την αποζημίωσή τους, όσο και της ζημίας τους, αλλιώς από 18-4-1996, ημερομηνία σύνταξης της πρώτης αγωγής τους ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αφού τουλάχιστον από την ημέρα αυτή οι ενάγοντες έλαβαν γνώση του υπαίτιου για αποζημίωσή τους, όσο και της ζημίας τους, δεδομένου ότι όλα τα στοιχεία αυτά τα εξιστορούσαν στην πρώτη αγωγή τους και μπορούσαν με την ίδια αγωγή να ζητήσουν την επιδίκαση διατροφής και για το διάστημα της δεύτερης αγωγής τους ή έστω την αναγνώριση του δικαιώματός τους.

Έτσι μέχρι την κοινοποίηση (20-12-2001) της δεύτερης αγωγής πέρασε χρόνος μεγαλύτερος από την πενταετία και άρα συμπληρώθηκε η παραγραφή, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914, 937 παρ.1 ΑΚ (για τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους-εναγομένους) και 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 (για την αναιρεσίβλητη-εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία).

Με αυτό το περιεχόμενο η ένσταση παραγραφής ήταν σαφής, ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις, όπως σωστά έκρινε το Εφετείο. Οι αναιρεσείοντες αρνήθηκαν την ένσταση παραγραφής. Στη συνέχεια η αναιρεσιβαλλομένη, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τη δέχτηκε στην ουσία της ως βάσιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο χρόνος παραγραφής της ίδιας αξίωσης αποζημίωσης, κατά το μέρος που αφορά το χρονικό διάστημα της δεύτερης αγωγής (δηλαδή από 1-1-2001 έως 31-12-2008 για την πρώτη αναιρεσείουσα και από 1-1-2001 έως 31-12-2005 για το ανήλικο παιδί της Γ.), άρχισε να τρέχει από 18-4-1996, χρονολογία σύνταξης της (πρώτης) αγωγής, κατά την οποία αποδεικνύεται η γνώση της ενάγουσας (αναιρεσείουσας, για τον εαυτό της και για λογαριασμό του ανήλικου παιδιού της) για τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, συμπληρώθηκε δε την 18-4-2001".

Μετά απ' αυτά απέρριψε τη δεύτερη από 20-11-2001 αγωγή των αναιρεσειόντων, λόγω παραγραφής της αξίωσης αποζημίωσής τους από στέρηση διατροφής κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2008. Με τέτοια δεδομένα το Εφετείο για τη θεμελίωση της ένστασης παραγραφής δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία απ' όσα προβλέπουν οι παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Οι άνω παραδοχές του είναι επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ετσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Συνεπώς δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος και οι αιτιάσεις του ίδιου πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος τους, με τις οποίες αφενός προβάλλεται πλημμέλεια από το εδάφιο 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υποχρέωσε τους αναιρεσίβλητους να αποδείξουν τα περιστατικά της ένστασής τους, και αφετέρου πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του Εφετείου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση, κατά δε το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

II. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες επικαλούνται το εδάφιο 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, γιατί παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Συγκεκριμένα, από την ύπαρξη και μόνο στην κύρια (πρώτη) αγωγή τους χρονολογίας σύνταξης "18-4-1996" συνήγαγε ομολογία τους, ότι κατά την ημερομηνία αυτή γνώριζαν τη ζημία και τους υπόχρεους σε αποζημίωσή τους και έτσι η παραγραφή των αξιώσεών τους άρχισε να τρέχει από τότε, συμπληρωθείσα στις 18-4-2001, πριν από την άσκηση της δεύτερης από 20-11-2001 αγωγής τους.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτή προκύπτει, σχημάτισε το αποδεικτικό πόρισμά της από τα αναγραφόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, δηλαδή την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και όλα τα έγγραφα στοιχεία που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνεκτιμώντας όλα αυτά ελεύθερα (άρθρο 340 ΚΠολΔικ), χωρίς να δεχτεί ομολογία από μόνη την πιο πάνω ημερομηνία "18-4-1996" σύνταξης της πρώτης αγωγής τους και δίχως να υποπέσει έτσι ούτε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττει, με το πρόσχημα της απλής επίκλησης αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).

III. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί παραβίασε: α) το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ, με το να μην υποχρεώσει τους αναιρεσίβλητους να αποδείξουν τη βασιμότητα της ένστασης παραγραφής της αξίωσής τους, β) το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔικ, καθόσον δέχτηκε ότι η χρονολογία "18-4-1996" σύνταξης της πρώτης αγωγής αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι γνώριζαν τότε τους υπόχρεους σε αποζημίωση και είχαν τη δυνατότητα να ασκήσουν με την ίδια αγωγή την επιδίκαση διατροφής και για το διάστημα της δεύτερης και γ) των άρθρων 1847 και 1858 ΑΚ, με το να δεχτεί ότι στις 18-4-1996 αφενός ήταν γνωστοί σ' αυτούς οι υπόχρεοι σε αποζημίωση κληρονόμοι των Κ.

Η. (δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι) αν και είχαν δικαίωμα μέχρι 3-7-1996 να αποποιηθούν την κληρονομία και αφετέρου ότι από την ημέρα αυτή άρχισε η παραγραφή της αξίωσής τους παρά το γεγονός ότι δεν ήταν κατά το νόμο δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Με τέτοιο περιεχόμενο πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός, ως προς όλες τις αιτιάσεις του.

Ειδικότερα, η πρώτη αιτίαση είναι απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη και απαράδεκτη, διότι εδώ δεν αναφέρεται μεταξύ άλλων, σε τι συνίσταται το σφάλμα του Εφετείου κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα της ΑΚ 937 παρ.1, ενώ εξάλλου γίνεται δεκτό, ότι στην ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔικ δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση, όπως στην πρώτη σκέψη αναφέρθηκε.

Η δεύτερη αιτίαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 671 παρ. 1 ΚΠολΔικ δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Τέλος, η τρίτη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη και απαράδεκτη, προεχόντως διότι το αναιρετήριο δεν περιέχει με σαφήνεια όλες τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (δεν αρκούν οι μεμονωμένες και κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές), ούτε εξειδικεύει το υπαγωγικό σφάλμα της, διευκρινίζοντας σε τι ακριβώς συνίσταται αυτό κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των ΑΚ 1847 και 1858, ενώ, επιπρόσθετα, η αιτίαση αυτή πλήττει, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-11-2004 αίτηση της Ζ. χήρας Α. Κ., για τον εαυτό της και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της Γ. Κ., για αναίρεση της 2084/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κ α ι

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει συνολικά σε δύο χιλιάδες τριακοσίας σαράντα (2.340) Ευρώ, από τα οποία χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) αναλογούν στους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους και τα υπόλοιπα στην τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ