Supreme Court dismisses appeal in custody dispute, ruling appellate court properly considered all evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's custody order. The appellant argued the appellate court failed to consider specific expert reports and notarized statements, claiming an error in evidence evaluation. The court found the appeal inadmissible because the contested decision explicitly referenced and weighed these very documents, leaving no room for doubt regarding their consideration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1536 of the Civil Code; Article 559, paragraph 3, item c of the Code of Civil Procedure: An appeal challenging the non-consideration of evidence is inadmissible if the contested decision explicitly references and evaluates the submitted evidence, as the appellate court's assessment of evidence is not subject to review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 610 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 610/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων Σ. Τ. του Γ. και Ε. Τ. του Γ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ιωάννου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Λ. του Δ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων Σ. Τ. του Γ. και Ε. Τ. του Γ., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ελένης Γκλεγκλέ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1267/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 354/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/10/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, υπ' αρ. 354/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αρ. 1267/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και εξαφανίστηκε αυτή, απορρίφθηκε η από 10-2-2019 αγωγή του αναιρεσείοντος για ανάκληση, άλλως μεταρρύθμιση της υπ' αρ. 4719/2015 απόφασης του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, με την οποία είχε ανατεθεί αποκλειστικά στην αναιρεσίβλητη η επιμέλεια των τέκνων, που γεννήθηκαν από τον γάμο του με αυτή, που έχει, ήδη, λυθεί αμετάκλητα. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).
Α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1536 του ΑΚ, αν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει, ύστερα από αίτηση ενός ή και των δύο γονέων, των πλησιέστερων συγγενών του τέκνου ή του εισαγγελέα, να προσαρμόσει την απόφασή του στις νέες συνθήκες ανακαλώντας ή μεταρρυθμίζοντάς την, σύμφωνα με το συμφέρον του τέκνου, και ιδίως να αποδώσει στους γονείς την άσκηση της γονικής μέριμνας που τους έχει αφαιρεθεί.
Κατά τη διάταξη αυτή κατευθυντήρια γραμμή για την ανάκληση ή μεταρρύθμιση από το δικαστήριο της σχετικής με τη γονική μέριμνα απόφασης αποτελεί το συμφέρον του τέκνου, που ως τέτοιο νοείται το σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.
Έτσι το συμφέρον του τέκνου ταυτίζεται με το "βέλτιστο συμφέρον του τέκνου", που προσδιορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1511 ΑΚ, όπως αυτή, ήδη, ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 5 του Ν 4800/2021 και εφαρμόζεται, κατά τ' άρθρο 18 (Κεφάλαιο Ε) του νόμου αυτού και στις εκκρεμείς υποθέσεις, επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου, αμετάκλητη δικαστική απόφαση, διάταξη, η οποία, ωστόσο, δεν εισάγει διαφοροποίηση σε σχέση με το προϊσχύσαν δίκαιο ως προς την έννοια και το περιεχόμενο της αόριστης αυτής νομικής έννοιας.
Για την εξειδίκευση του "βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου" παρέχονται, για πρώτη φορά, από το νομοθέτη, με το άρθρο 1511 παρ. 2 ΑΚ, εκ των προτέρων, προσδιοριστικά στοιχεία, πέραν από το επιβαλλόμενο στο δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις, εξαιτίας του φύλου, του σεξουαλικού του προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους.
Τα κριτήρια αυτά (η ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, η συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, η συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις κλπ) αναδεικνύονται από το νομοθέτη και ισχυροποιούνται έναντι άλλων, χωρίς, ωστόσο, να δεσμεύουν το δικαστήριο, ως προς την ιεράρχηση ή την υιοθέτησή τους, στο σύνολό τους.
Το κανονιστικό νόημα της αόριστης νομικής έννοιας υπερτερεί έναντι άλλου έννομου συμφέροντος, κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας (λ.χ. του συμφέροντος των γονέων, των απώτερων ανιόντων, τρίτων προσώπων που έρχονται σε επαφή με το παιδί). Γνώμονας για τη σχετική απόφαση του δικαστηρίου είναι μόνο το συμφέρον του ανήλικου παιδιού, όπως τούτο κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση χωριστά, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης.
Η εξατομικευμένη κρίση συνιστά και εφαρμογή της επιταγής του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία αποκλείει τη στερεότυπη αντιμετώπιση, ως προς την αξιολόγηση ατόμων και προσωπικών σχέσεων. Έτσι, κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, υπό καθεστώς ηρεμίας και ασφάλειας, καθώς και οι αναπτυχθέντες μέχρι τότε, με ανεπηρέαστη επιλογή, δεσμοί του διαθέτοντος ικανότητα διάκρισης τέκνου με τους γονείς του και τυχόν αδελφούς του, ενώ μεγάλης σημασίας είναι και η, κατά το δυνατό, μικρότερη διατάραξη του μέχρι τούδε τρόπου ζωής του παιδιού, έτσι ώστε να διαφυλαχθεί, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ο ψυχικός και συναισθηματικός κόσμος του, δεδομένου ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και τη διάσπαση της οικογενειακής συνοχής, έχει ήδη κλονίσει την ψυχική ισορροπία και την αίσθηση ασφάλειας του τέκνου.
Η μικρή ηλικία του ανήλικου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο, κατά νόμο, στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου, αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας στον ένα από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους, λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές, παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την πρώιμη νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται υπεροχή στη μητέρα, ενώ, για το μεταγενέστερο χρόνο, αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.
Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και την διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους.
Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει την γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο, και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής.
Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο, ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού ωριμότητάς του, εφόσον αυτή είναι προϊόν ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου.
Πρέπει, εξάλλου, να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμησή του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το βέλτιστο συμφέρον του.
Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής, το συμφέρον του ανηλίκου μπορεί να επιβάλει να συμβιώνει τόσο με τη μητέρα του όσο και με τον πατέρα του και, ακολούθως, εφόσον έτσι προκαλείται η μικρότερη δυνατή διατάραξη του τρόπου ζωής του, να ανατίθεται η άσκηση της επιμέλειας αυτού από κοινού στη μητέρα και τον πατέρα του, δηλαδή, να γίνεται χρονική (ή εναλλασσόμενη) κατανομή αυτής ανάμεσα στους δύο γονείς ενώ και η γονική μέριμνα να ανήκει από κοινού και στους δύο, οι οποίοι θα οφείλουν να φροντίζουν για την ομαλή ανάπτυξη και το καλό του τέκνου τους από κοινού.
Για το σκοπό αυτό, λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα και υπευθυνότητα κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Διάκριση πρέπει να γίνεται μεταξύ της χρονικής κατανομής της άσκησης της επιμέλειας μεταξύ των γονέων και της εναλλασσόμενης διαμονής (κατοικίας) του τέκνου.
Η πρώτη συνιστά μορφή κατανομής της άσκησης της γονικής μέριμνας με περιοδικότητα και συνεπάγεται ότι το παιδί έχει εναλλασσόμενη κατοικία στον τόπο κατοικίας του γονέα του, ο οποίος, στο πλαίσιο αυτό, ασκεί μόνος του, κάθε φορά, τις πράξεις επιμέλειας του παιδιού για όλα τα θέματα, με εξαίρεση εκείνα που αφορούν στον πυρήνα, κατ ` άρθρο 1519 παρ. 1 του ΑΚ.
Αντιθέτως, η εναλλασσόμενη διαμονή μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο αυτοτελώς, χωρίς την κατανομή της άσκησης της επιμέλειας, οπότε οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού την επιμέλεια του παιδιού (συνεπιμέλεια) (ΑΠ 535/2022, ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1135/2020, ΑΠ 358/2019). Εφόσον δε, σύμφωνα με τ' ανωτέρω, το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ενώ αν η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, υπόκειται σε αναίρεση κατ ` άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 742/2024, ΑΠ 119/2023, ΑΠ 78/2023 ΑΠ 157/2022, ΑΠ 196/2022, ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 426/2021).
Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 1406/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023). Με τους πρώτο, τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτο λόγους της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του συμφέροντος των τέκνων, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514, 1518 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η άσκηση συνεπιμέλειας των τέκνων από τον ίδιο και την αναιρεσίβλητη δεν συμβαδίζει με το βέλτιστο συμφέρον αυτών και ότι συνεπώς, δεν δικαιολογείται ανάκληση ή μεταρρύθμιση της 4719/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας των τέκνων του αποκλειστικά στην αναιρεσίβλητη - μητέρα τους.
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Οι διάδικοι τέλεσαν γάμο την ..., από τον οποίον απέκτησαν δύο τέκνα, την Σ., που γεννήθηκε την ... και την Ε., που γεννήθηκε την ... Η έγγαμη συμβίωση διασπάστηκε την ... με την αποχώρηση της εκκαλούσας με τα τέκνα από τη συζυγική οικία στην ...
και την εγκατάστασή τους στον ... Δυνάμει της υπ' αρ. 4719/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ανατέθηκε η άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων αποκλειστικά στη μητέρα τους και ρυθμίστηκε ο τρόπος επικοινωνίας του πατέρα με αυτά, όπως λεπτομερώς αναφέρεται στο διατακτικό της απόφασης.
Η επικοινωνία του εφεσιβλήτου με τα τέκνα του είναι προβληματική κυρίως λόγω του ότι τα τελευταία δεν επιθυμούν αυτήν. Και αυτό συμβαίνει γιατί η ψυχική κατάσταση και των δύο παιδιών έναντι του πατέρα τους είναι αρνητική. Έχει επέλθει σημαντικού βαθμού αποστασιοποίησής τους απ' αυτόν, η οποία ξεκίνησε από την αρχή της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης και συνεχίστηκε σταθερά αυξητικά κλιμακούμενη.
Σ' αυτή την κατάσταση συνέβαλε καθοριστικά το εχθρικό περιβάλλον που αναπτύχθηκε μεταξύ των γονέων, μετά τη διάσταση, με συνεχείς προστριβές και δικαστικές αντιδικίες, με εκατέρωθεν μηνύσεις, καταγγελίες και αναφορές σε δικαστικές και αστυνομικές αρχές. Δημιουργήθηκαν έτσι δύο αντιμαχόμενα "στρατόπεδα", αυτό της μητέρας και αυτό του πατέρα, με οξύτατο βαθμό αντιπαλότητας, που τα παιδιά αναγκαστικά δεν μπορούσαν να μείνουν ουδέτερα, γιατί οι ίδιοι οι γονείς τους δεν τους το επέτρεψαν και δεν τους άφησαν τον επαρκή χώρο για να αποστασιοποιηθούν.
Τα αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο, έως νομοτελειακά προδιαγεγραμμένο. Τα παιδιά έτρεξαν στο "χαράκωμα" της μητέρα τους, το οποίο θεώρησαν ως την πιο ασφαλή επιλογή, ενόψει και της ηλικίας τους και των στην κρίσιμη αυτή φάση ψυχοσωματικών τους αναγκών και της προηγηθείσας, κατά τη διάρκεια της κοινής έγγαμης συμβίωσης, ανάπτυξης περισσότερης επαφής με τη μητέρα τους, που πλέον μετά τη διάσταση είχε αναλάβει και την αποκλειστική άσκηση της επιμέλειάς τους.
Η συνεχής όξυνση των εχθρικών σχέσεων των γονέων επηρέαζε καταλυτικά τη σχέση επικοινωνίας του πατέρα με τα τέκνα του, με αποτέλεσμα τα τελευταία, έχοντας πάρει ξεκάθαρα πια το μέρος της μητέρας να αρνούνται πεισματικά να τον δουν, να υπερεκτιμούν αρνητικά μεμονωμένα περιστατικά της περιστασιακής τους επικοινωνίας, όποτε αυτή γινόταν, ακόμη και να παρερμηνεύουν ή να μη κατανοούν πρακτικές ή νουθεσίες του πατέρα σχετικά με τη συμπεριφορά τους, που σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή η σχέση των διαδίκων κυλούσε ομαλά και υπήρχε η συνήθης κοινή έγγαμη συμβίωση, η ίδια η μητέρα να επικροτούσε ή να ζητούσε τη συνδρομή του πατέρα για να τα συνετίσει, όταν τα πράγματα ξέφευγαν από τον έλεγχό της.
Όμως τώρα αυτή ήταν που άφησε αυτόν τον αρνητισμό προς το πρόσωπο του πατέρα και σε ό,τι σχεδόν αυτός κάνει για τα παιδιά του, ακόμη και για τα δώρα που τους φέρνει, να εδραιωθεί ακόμη περισσότερο και να γιγαντώσει. Έφτασε ακόμη και σε σημείο να θεωρήσει ένα αθώο παιχνίδι με πρόσωπο του πατρικού περιβάλλοντος ως ύποπτη συμπεριφορά σεξουαλικής κακοποίησης του τέκνου, αδιαφορώντας στο κατά πόσο αυτή της η θέση μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την ψυχολογία του ίδιου της του τέκνου, παρότι και η ίδια είναι παιδοδοντίατρος με εμπειρία στην ψυχολογία των παιδιών.
Απ' την άλλη ο πατέρας συμμετέχει σ' αυτήν την "εμπόλεμη" ρήξη προσπαθώντας να καταφέρει όσες περισσότερες "νίκες" σε βάρος του "εχθρού", της μητέρας των παιδιών του, έχοντας χάσει πια το στόχο του, που είναι η αποκατάσταση του δεσμού του ως γονέα με τα παιδιά του, αδιαφορώντας για το τελικό αποτέλεσμα και τις ουσιαστικές συνέπειες.
Στην αρνητική στάση των τέκνων του απέναντί του, θεωρεί αποκλειστικά υπεύθυνη τη μητέρα και υποβάλλει σε βάρος της αναφορές, καταγγελίες, μηνύσεις σε αστυνομικές, εισαγγελικές, δικαστικές αρχές, παραβλέποντας οποιαδήποτε δική του ευθύνη. Συνεργάζεται με τους παιδοψυχολόγους, είναι βέβαια και ίδιος ιατρός παιδίατρος νεογνολόγος σε δημόσιο νοσοκομείο, όμως δεν προσπαθεί καθόλου να συνεργαστεί με τη μητέρα, αδιαφορεί και καταφεύγει σε ένα ανεξήγητο και αλυσιτελή "πόλεμο φθοράς", οδηγώντας την συχνά πυκνά στα αστυνομικά τμήματα ή στις εισαγγελικές αρχές για να της ασκηθούν διώξεις ή στα ακροατήρια των δικαστηρίων για να δικαστεί.
Μια προσωρινή νίκη εναντίον της είναι και η εκκαλουμένη, με την οποία πέτυχε να του δοθεί η συνεπιμέλεια των τέκνων για το μισό μήνα, που τα παιδιά θα διαμένουν μαζί του στην οικία του. Όμως, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι τα τέκνα δεν είναι κινητά πράγματα να αφαιρεθούν από αυτόν που τα κατέχει και να αποδοθούν στο "νικητή" γονέα, ούτε είναι δεκτικά κατάσχεσης, ώστε να κατασχεθούν και αυτομάτως με μια δικαστική απόφαση η επόμενη ημέρα να τα βρει στο σπίτι του πατέρα υπό την άσκηση της επιμέλειας του, ήρεμα και ωραία μετά από οκτώ έτη άσκησης της επιμέλειας αποκλειστικά από τη μητέρα εν μέσω σφοδρής διάστασης εμπλουτισμένης με άφθονη αντιδικία, έχθρα, οξύτητα και συνεχείς προστριβές και το σπουδαιότερο χωρίς ουσιαστική επικοινωνία με τον πατέρα.
Αν ο τελευταίος δεν έχει εδραιώσει την επικοινωνία με αυτά και δεν υπάρχει ο φυσιολογικός δεσμός γονέα τέκνου για όλους τους παραπάνω λόγους, είναι αδύνατον να ασκήσει επιτυχώς την επιμέλειά τους, που είναι μια κατάσταση που προϋποθέτει ισχυρό και υγιή τον δεσμό τέκνου γονέα και την αποδοχή του από τα τέκνα για τουλάχιστον επικοινωνία για κάποιες ώρες ή και ημέρες της εβδομάδας, που εν προκειμένω ελλείπει.
Και αυτή είναι μια πραγματική κατάσταση που ουδείς αμφισβητεί, ανεξάρτητα από τις αιτίες που την προκάλεσαν και πρέπει να αντιμετωπιστεί κατάλληλα. Το σπουδαιότερο όμως στοιχείο, που έρχεται να δυσκολέψει τόσο πολύ, τουλάχιστον στην παρούσα χρονική στιγμή, την οποιαδήποτε ελπίδα για επικοινωνία και αποκατάσταση του πατρικού δεσμού με τα τέκνα του και να κάνει αδιανόητη την επιμέλειά τους απ' αυτόν, έστω και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, είναι το γεγονός ότι ο πατέρας το έτος 2019 τέλεσε νέο γάμο με άλλη γυναίκα, άγνωστη στα τέκνα, γεγονός το οποίο τους απέκρυψε.
Τα τελευταία και η μητέρα τους το έμαθαν από την ανάγνωση του πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης. Αυτή η συμπεριφορά του πατέρα, δηλαδή το να αποκρύψει από τα τέκνα του και τη μητέρα τους το γάμο, μεγάλωσε ακόμη περισσότερο την απόσταση μεταξύ τους, θεωρώντας αυτόν ξεκομμένο απ' αυτούς εντελώς. Είναι πλέον πεπεισμένοι ότι τους απέκλεισε ο ίδιος ολοκληρωτικά από τη ζωή του, η οποία έχει πάρει πλέον μια πορεία με διαφορετική φορά από τη δική τους, διαμετρικά αντίθετη, που όσο πάει και απομακρύνεται.
Τα τέκνα θεωρούν ότι δεν τους εμπιστεύεται και ότι τα θεωρεί εντελώς ξένα στη ζωή του. Η μητέρα δεν προσπαθεί καν να δικαιολογήσει αυτό, να διορθώσει ή να μειώσει όσο θα μπορούσε τις αρνητικές συνέπειες, παρότι θα 'πρεπε να το κάνει προκειμένου με κάθε τρόπο να περισώσει, έστω και με τις κατάλληλες δικαιολογίες, μια υποτυπώδη σχέση με τον πατέρα τους, που είναι σημαντική γι' αυτά.
Αντ' αυτού τον καταδίκασε αμετάκλητα στα μάτια τους, προσπαθώντας να ξεριζώσει οποιαδήποτε τυχόν υπολείμματα δεσμού υπάρχουν ακόμη ανάμεσά τους. Το νέο γεγονός, ότι ο πατέρα διαμένει με τη καινούρια του σύζυγο και ότι σε αυτό το περιβάλλον θα πρέπει να ασκηθεί η επιμέλεια των τέκνων, που ζητεί, πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.
Πριν από το νέο γάμο του, ο πατέρας είχε να αντιμετωπίσει την άρνηση των παιδιών να επικοινωνήσουν μαζί του και τις οξυμένες προστριβές με τη μητέρα τους, που είναι σοβαρά εμπόδια. Τώρα μετά το γάμο έχει να αντιμετωπίσει επιπροσθέτως και την άρνηση των παιδιών για αποδοχή της καινούργιας συζύγου του, την οποία αγνοούν και την βλέπουν ως μια ξένη που τώρα θα συνδιαχειριστεί με τον πατέρα την επιμέλειά τους.
Απ' την άλλη είναι αβέβαιο, πως θα αντιδράσει και η ίδια έναντι των τέκνων και αν η οποιαδήποτε αντίδρασή της θα εκληφθεί θετικά ή αρνητικά από τα τέκνα. Ούτε, επίσης είναι ξεκάθαρο ποια θα είναι η σχέση του πατέρα μαζί της, κατά την άσκηση της επιμέλειας και στις ενδεχόμενες προστριβές που θα δημιουργηθούν μεταξύ των τέκνων και αυτής και αν θα αντιμετωπιστούν επιτυχώς ή όχι.
Ενόψει των ανωτέρω, με δεδομένη την επελθούσα χειροτέρευση των σχέσεων των διαδίκων, την καταστροφή του φυσικού δεσμού του πατέρα με τα τέκνα του και την καθολική αρνητική στάση των τελευταίων απέναντι του, λαμβάνοντας υπόψη και τους δεσμούς των τέκνων με καθέναν εκ των διαδίκων και της καινούριας διαμορφωθείσας κατάστασης με το νέο γάμο του πατέρα και την κοινή συμβίωσή του με τη νέα, παντελώς άγνωστη στα τέκνα, σύζυγο, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μεταρρύθμιση της υπ' αρ. 4719/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που ρυθμίζει την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων και την επικοινωνία τους με αυτά, ώστε να δοθεί η αποκλειστική επιμέλεια των τέκνων στο πατέρα ή να κατανεμηθεί χρονικά η άσκηση της επιμέλειας μεταξύ των διαδίκων, δεν είναι προς το συμφέρον των τέκνων αλλά αντίθετα προς βλάβη αυτών, ιδίως ως προς την ομαλή ψυχοσωματική τους ανάπτυξη αλλά και ως προς αυτή τη σχέση τους με τον πατέρα τους.
Μια τέτοια ρύθμιση θα διατάρασσε το περιβάλλον το τέκνων στο οποίο διαβιούν καθημερινά με την μητέρα τους και την απερίσπαστη ενασχόλησή τους με τα μαθήματά τους, θα τα ανάγκαζε να ζήσουν σε ένα καινούργιο χώρο με τον πατέρα τους, έναντι του οποίου η ψυχική τους κατάσταση είναι ήδη αρνητική και με ένα ακόμη ξένο γι' αυτούς πρόσωπο, τη νέα σύζυγο του πατέρα, της οποίας η συμπεριφορά έναντι των τέκνων είναι ακόμη αδιερεύνητη.
Κρίνεται, επομένως, ότι η ρύθμιση της επιμέλειας των τέκνων και της επικοινωνίας όπως έγινε με την υπ' αρ. 4719/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά είναι, συνεκτιμωμένων και των νέων δεδομένων, ως η προσφορότερη για το βέλτιστο συμφέρον των τέκνων. Έπρεπε, επομένως, η αγωγή του εφεσιβλήτου ενάγοντος πατέρα για μεταρρύθμιση της ως άνω απόφασης να απορριφθεί κατ' ουσίαν.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε αυτήν εν μέρει και μεταρρύθμισε την ως άνω απόφαση κατανέμοντας χρονικά την άσκηση της επιμέλειας μεταξύ των διαδίκων, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ως προς τι θεωρεί ως βέλτιστο για το συμφέρον των τέκνων. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και να απορριφθεί η αγωγή κατ' ουσίαν...".
Από τις αναφερόμενες παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514, 1518 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη λεχθέντα, το πραγματικό της αόριστης νομικής έννοιας του βέλτιστου συμφέροντος των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, το οποίο επιβάλλει να μην ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειάς τους και στους δύο γονείς, αλλά να παραμείνει αυτή αποκλειστικά στην αναιρεσίβλητη, πληρούν τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα και δη το ότι :
α) τα τέκνα των διαδίκων, Σ. και Ε., που γεννήθηκαν τα έτη 2009 και 2012 αντίστοιχα, από τον αμετακλήτως λυθέντα μεταξύ τους γάμο, είχαν ήδη από τη διάρκεια του κοινού βίου τους αναπτύξει περισσότερη επαφή με την μητέρα τους, ενώ μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, ήτοι από το έτος 2014 και εφεξής διαμένουν συνεχώς με αυτή, στην οποία και ανατέθηκε στη συνέχεια, αποκλειστικά, η άσκηση της επιμέλειάς τους με την 4719/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, β) Η επικοινωνία του αναιρεσείοντος με τα τέκνα του (των οποίων η γνώμη ελήφθη από τον δικαστή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση σε κατ' ιδίαν συνάντηση - συζήτηση που είχε με τα ανήλικα), είναι προβληματική, κυρίως λόγω του ότι αυτά δεν την επιθυμούν, καθώς η ψυχική τους κατάσταση έναντι του πατέρα τους είναι αρνητική, έχει δε επέλθει σημαντικού βαθμού αποστασιοποίησή τους από αυτόν, που ξεκίνησε από την αρχή της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης και συνεχίστηκε αυξητικά κλιμακούμενη, καθώς συνέβαλε σε αυτό το εχθρικό περιβάλλον που αναπτύχθηκε μεταξύ των γονέων, μετά τη διάσταση, με τις προστριβές και τις δικαστικές αντιδικίες, που δημιουργήθηκαν μεταξύ τους με εκατέρωθεν μηνύσεις, γ) η αναιρεσίβλητη μεν άφησε αυτόν τον αρνητισμό των τέκνων της προς το πρόσωπο του πατέρα τους να εδραιωθεί περισσότερο, ωστόσο ο αναιρεσείων, ενώ συνεργάζεται με παιδοψυχολόγους, όντας και ο ίδιος παιδίατρος, δεν προσπαθεί καθόλου να συνεργαστεί με τη μητέρα τους και δ) η κατανομή της άσκησης της επιμέλειας ανάμεσα στους δύο γονείς - διαδίκους θα διατάρασσε το περιβάλλον των τέκνων, στο οποίο διαβιούν καθημερινά με τη μητέρα τους και την απερίσπαστη ενασχόλησή τους με τα μαθήματά τους, θα τα ανάγκαζε να ζήσουν σε ένα καινούργιο χώρο με τον πατέρα τους, έναντι του οποίου η ψυχική τους κατάσταση είναι ήδη αρνητική και με ένα ξένο γι' αυτά πρόσωπο, τη νέα σύζυγο του πατέρα τους, την ύπαρξη της οποίας πληροφορήθηκαν από το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την κρίση του δικαστηρίου ότι το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων επιβάλλει να παραμείνει η επιμέλεια του προσώπου τους στην αναιρεσίβλητη μητέρα τους, αποκλειομένης της άσκησής της και από τους δύο γονείς της, λόγω κυρίως των οξυμένων σχέσεων αυτών και της αδυναμίας συνεργασίας και σύμπραξης μεταξύ τους.
Επομένως, οι πρώτος, τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επί πλέον ο πρώτος λόγος αναίρεσης όσον αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει τις αναφερόμενες στον λόγο αυτό αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος διότι η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων που ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση και όχι στο αιτιολογικό της ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού (ΑΠ 410/2024, ΑΠ 146/2022).
Γ. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα, που αποτελεί προϋπόθεση της πλημμέλειας αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003).
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 1093/2014).
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, αν και είχε την ευχέρεια να ρυθμίσει το θέμα της επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του και χωρίς αίτημα, δεν το έπραξε. Ο λόγος αυτός, εν προκειμένω, δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, διότι, κατά τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα, δεν είχε υποβληθεί από αυτόν στο δικαστήριο αίτημα για τη ρύθμιση της επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του, ώστε να υποχρεούται το Εφετείο να απαντήσει σε αυτό.
Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όπως και αυτής του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντέστανσης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 146/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 279/2019).
Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου και το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη : α) ότι ο ίδιος κατέφυγε σε "ανεξήγητο πόλεμο φθοράς" εναντίον της αναιρεσίβλητης με τις νόμιμες ενέργειες, στις οποίες προέβη προκειμένου να εφαρμοστεί το δικαστικώς αναγνωρισμένο δικαίωμά του για την επικοινωνία με τα τέκνα του και β) ότι η εκ μέρους του σύναψη νέου γάμου τον εμποδίζει να ασκήσει συνεπιμέλεια των τέκνων του, καθώς και ότι η νυν σύζυγός του, Α.
Τ. είναι ακατάλληλη να τον συνδράμει στο έργο αυτό. Ωστόσο, τα παραπάνω επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα δεν συνιστούν "πράγματα", ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς, όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, αλλά επιχειρήματα του δικαστηρίου αντλούμενα από τις αποδείξεις και συνεπώς, δεν θεμελιώνουν την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Επομένως, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Ε. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021).
Με τον ορθά εκτιμώμενο πέμπτο λόγο και το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα από αυτόν αποδεικτικά μέσα, ήτοι : α) την δικαστική πραγματογνωμοσύνη του παιδοψυχιάτρου Δ.
Τ., η διενέργεια της οποίας διατάχθηκε με την υπ' αρ. 3920/2020 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και β) την υπ' αρ. 219/2022 ένορκη βεβαίωση της νυν συζύγου του, Α. Τ., που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αικατερίνης Κωστίνα.
Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση : "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων........, από την από 17-5-2020 παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη του παιδοψυχιάτρου Δ. Τ., που διέταξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αρ. 3920/2019 απόφασή του, από την με αρ. 219/17-5-2022 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Καλλιθέας, που ελήφθη μετά από προηγούμενη νομότυπη κλήτευση της αντίδικης πλευράς (....2022 έκθεση επίδοσης της δικ. επιμ. Κ. Π.).....", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, όπως αυτό αναλυτικά εκτέθηκε παραπάνω δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, οπότε οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι (πέμπτος και έκτος κατά το δεύτερο σκέλος του) είναι αβάσιμοι. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον με αυτούς στην πραγματικότητα ο αναιρεσείων εκφράζει τις δικές του απόψεις ως προς την αποδεικτική βαρύτητα των ως άνω αποδεικτικών μέσων, ήτοι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1741/2023, ΑΠ 104/2020).
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας αυτού (άρθρα 176, 182, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-10-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 354/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ