Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of claims based on contract termination due to breach.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed appeals filed by two companies against a Third Instance Court decision that dismissed their claims. The appellants argued that the lower court erred by failing to consider evidence regarding the validity of the contract termination, which they claimed was caused by the respondent's breach. The Court ruled that the lower court committed a procedural error by ignoring material facts affecting the case outcome, thereby overturning the dismissal of specific claims while remanding the matter for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The lower court's failure to consider evidence with essential impact on the case outcome constitutes a ground for appeal, requiring the Supreme Court to allow the appeal and remand the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 610 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 610/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 2-12-2020 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ζούζουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Β) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ζούζουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 2-12-2020 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-6-2011 και 6-7-2012 αγωγές των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3618/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3200/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 12-12-2017 και 18-12-2017 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρείας με την επωνυμία "...", ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου μέρους και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "..." (ήδη αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη), με την από 1.6.2011 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυνε κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... (ήδη αναιρεσίβλητη και αναιρεσείουσα), εξέθετε ότι την 1.4.2003 συνήφθη μεταξύ αυτής και της εναγομένης σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, βάσει της οποίας ανέλαβε την προώθηση και διάθεση των προϊόντων (ενδυμάτων) παραγωγής της εναγομένης με το εμπορικό σήμα ...
και για λογαριασμό της στην περιοχή της Αττικής και στην Κρήτη έναντι προμηθείας υπολογιζομένης επί της εισπραχθείσας αξίας των τιμολογηθέντων εμπορευμάτων. Ότι έκτοτε κατέβαλε ιδιαίτερες προσπάθειες και πέτυχε την προώθηση των υποθέσεων της εναγομένης, πλην όμως η τελευταία την 4.1.2011 κατήγγειλε αιφνιδίως, χωρίς σπουδαίο λόγο και χωρίς την τήρηση της νόμιμης προθεσμίας, την ένδικη σύμβαση, λόγω πώλησης του εμπορικού της σήματος και της πελατείας της στην εταιρία "...
Ότι η ως άνω καταγγελία είναι καταχρηστική και έγινε από την εναγομένη με πρόθεση και με σκοπό ανταγωνισμού, προκειμένου να καρπωθεί αθέμιτα τη σημαντική πελατεία που είχε εισφέρει αυτή στο δίκτυό της. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού μερικού περιορισμού του καταψηφιστικού της αιτήματος σε αναγνωριστικό, Α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 153.256,19 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας, με βάση το μέσο όρο των προμηθειών που εισέπραξε αυτή κατά τα τελευταία πέντε έτη της σύμβασης, και Β) να αναγνωρισθεί, ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει:
α) το ποσό των 63.984,87 ευρώ για οφειλόμενες προμήθειες του εξαμήνου της τηρητέας προθεσμίας προμήνυσης, β) το ποσό των 6.165,45 ευρώ για οφειλόμενες προμήθειες του έτους 2010, γ) το ποσό των 50.393,27 ευρώ για οφειλόμενες προμήθειες από παραγγελίες που έλαβε το Φθινόπωρο του 2010 και οι οποίες επιβεβαιώθηκαν και εκτελέστηκαν από την εταιρία ...
την περίοδο Άνοιξη-Καλοκαίρι 2011 και δ) το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης. Στη συνέχεια, η άνω εναγομένη ανώνυμη εταιρία άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου την από 6.7.2012 αντίθετη αγωγή, με την οποία, επικαλούμενη ότι η εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία είναι αυτή που κατήγγειλε καταχρηστικά τη μεταξύ τους από 1.4.2003 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, χωρίς να τηρήσει τους συμβατικούς όρους, ζήτησε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει:
α) το ποσό των 388.467,86 ευρώ για διαφυγούσα ζημία της από την άκαιρη και καταχρηστική διακοπή της σύμβασης αντιπροσωπείας με υπαιτιότητα της αντιδίκου, β) το ποσό των 131.072,12 ευρώ, το οποίο περιόρισε εκ νέου ενώπιον του Εφετείου στο ποσό των 128.582,12 ευρώ, ήτοι το ήμισυ της αξίας των ανείσπρακτων τιμολογίων πώλησης των προϊόντων της προς το πελατολόγιο διαχείρισης της εναγομένης, των ετών 2006-2010, δεδομένης της ευθείας παραβίασης από την τελευταία των σχετικών συμβατικών της υποχρεώσεων, γ) το ποσό των 25.689,92 ευρώ για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της ενεργοποίησης των όρων αύξησης κινδύνου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου πιστώσεών της με την εταιρία "....", δ) το ποσό των 6.690,30 ευρώ, το οποίο κατέβαλε στην εναγομένη για αιτία που δεν επακολούθησε, με συνέπεια τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της τελευταίας σε βάρος της περιουσίας της, και ε) το ποσό των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης.
Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η με αριθ. 3618/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκαν νόμιμες οι αγωγές, εκτός από το υπό στοιχ. Βγ' κονδύλιο της πρώτης αγωγής, το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, ερευνήθηκαν κατ' ουσίαν οι δύο αντίθετες αγωγές και η μεν πρώτη αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει και ως ουσία βάσιμη και αφενός μεν υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 153.256,19 ευρώ για αποζημίωση πελατείας, αφετέρου δε αναγνωρίσθηκε ότι υποχρεούται αυτή επιπλέον να καταβάλει στην ενάγουσα και το ποσό των 75.150,32 ευρώ για διαφυγούσες προμήθειες και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η δε δεύτερη απορρίφθηκε στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη.
Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησαν τις από 4.1.2016 και 5.1.2016 αντίθετες εφέσεις οι διάδικοι, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2513/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η μεν έφεση της ενάγουσας - εναγομένης απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η δε έφεση της εναγομένης - ενάγουσας έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε επί της από 1.6.2011 αγωγής, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η αγωγή αυτή, η οποία και έγινε τελικά δεκτή εν μέρει και ως ουσία βάσιμη και αφενός μεν υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 60.000 ευρώ για αποζημίωση πελατείας, αφετέρου δε αναγνωρίσθηκε ότι υποχρεούται αυτή επιπλέον να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 75.150,32 ευρώ για διαφυγούσες προμήθειες και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως η ενάγουσα - εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "..." και η εναγομένη - ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ".... Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι είναι συναφείς αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.
Εφόσον δε ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους προβαλλόμενους λόγους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Α.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...". Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, "Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους που επιτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου αλλά, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μία δίκαιη ισορροπία, ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια, να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό, για τον διάδικο, σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά, υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξία του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της, ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.
Από τα ανωτέρω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος, από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης, σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μη παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Κατόπιν τούτων, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αυτά ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Περαιτέρω στο άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α και β του π.δ.219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (άρθρα 17, 18 και 19), ορίζονται τα εξής: "1. α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος. β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου...".
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ` αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι` αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.
Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλεια του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.
ΑΠ 15 και 16/2013, ΑΠ 885/2020, ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1372/2018, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 859/2014). Αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ανωτέρω διάταξης το ουσιαστικό αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των προαναφερόμενων προϋποθέσεων γένεσης της αξιώσεως για αποζημίωση πελατείας (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1596/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, και δη καθόσον αφορά την επιδικασθείσα στην αναιρεσείουσα αποζημίωση πελατείας, τα εξής: "Η εφεσίβλητη - εκκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "... (...
Α.Ε.) δραστηριοποιείται στο χώρο της εισαγωγής, παραγωγής και εμπορίας βρεφικών και παιδικών ενδυμάτων με το σήμα "...". Για την προώθηση του εμπορικού της σκοπού συνεργάζεται με επιλεγμένα καταστήματα πώλησης παιδικών ενδυμάτων, καθώς και με εμπορικούς αντιπροσώπους, οι οποίοι αναλαμβάνουν τον δειγματισμό στους πελάτες της κάθε συλλογής.
Οι δειγματισμοί για την εαρινή-καλοκαιρινή συλλογή γίνονται το φθινόπωρο του προηγούμενου έτους και για την φθινοπωρινή-χειμερινή συλλογή γίνονται τον προηγούμενο Φεβρουάριο. Οι εμπορικοί αντιπρόσωποι, με τους οποίους συνεργάζεται η εταιρία ανά την Ελλάδα, υποχρεώνονται με βάση τις συμβάσεις που συνάπτουν με εκείνη, να προωθούν τα προϊόντα της εταιρίας στη γεωγραφική περιοχή ευθύνης τους, να παρίστανται στους δειγματισμούς των νέων προϊόντων της, όταν οργανώνονται στις ως άνω χρονικές περιόδους, να μεριμνούν για την είσπραξη της αξίας των τιμολογούμενων εμπορευμάτων από τους πελάτες στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας, να της αποδίδουν τα χρήματα που εισπράττουν από τις πωλήσεις ή να της παραδίδουν τις μεταχρονολογημένες επιταγές που λαμβάνουν, να επισκέπτονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα τους πελάτες που αναλογούν στην περιοχή ευθύνης τους, λαμβάνοντας αμοιβή-προμήθεια επί της εισπραχθείσας αξίας των προϊόντων.
Στα πλαίσια αυτά, την 1.4.2003 συνήφθη έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με την οποία η εκκαλούσα-εφεσίβλητη εταιρία "..." ανέλαβε για αόριστο χρόνο την αποκλειστική εμπορική αντιπροσώπευση της ως άνω εφεσίβλητης - εκκαλούσας εταιρίας, για την προώθηση των παιδικών ενδυμάτων που εισάγει και εμπορεύεται η αντιπροσωπευόμενη εταιρία, με περιοχές αρμοδιότητάς της την Αττική και την Κρήτη.
Η σύμβαση αυτή αποτελεί συνέχεια της συνεργασίας που είχε ξεκινήσει το έτος 1989 μεταξύ της εταιρίας και ατομικά του Γ. Μ., ήδη νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας "...", ο οποίος τότε ασκούσε ατομική εμπορική δραστηριότητα και ήταν αντιπρόσωπος για τα προϊόντα της εταιρίας στις ίδιες περιοχές. Οι ειδικότεροι όροι της σύμβασης περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση της αντιπροσώπου να φροντίζει για την είσπραξη του τιμήματος των πωλούμενων εμπορευμάτων της αντιπροσωπευόμενης σύμφωνα με τους όρους που έχουν συναφθεί μεταξύ της εταιρίας και των πελατών ως προς τον τρόπο πληρωμής, την απόδοση των χρημάτων, να επισκέπτονται οι εκπρόσωποί της, σε τακτά χρονικά διαστήματα και με δικές τους δαπάνες, τους πελάτες που αναλογούν στην περιοχή ευθύνης της, να μεριμνά για τα συμφέροντα της εταιρίας, να ακολουθεί τις οδηγίες της εταιρίας, να τηρεί εχεμύθεια σε σχέση με τη λειτουργία της επιχείρησης, να παρίσταται στο δειγματισμό κάθε νέας έκθεσης της συλλογής της έχοντας τη γενική επιμέλεια για τη σωστή διεξαγωγή της.
Η προμήθεια, που συμφωνήθηκε για τον αντιπρόσωπο, ήταν 4% επί της εισπραχθείσας συνολικής αξίας των τιμολογηθέντων εμπορευμάτων στις περιοχές ευθύνης της. Κατά τη λειτουργία της σύμβασης, όμως, όπως συνομολογείται, η προμήθεια που κατέβαλε η αντιπροσωπευόμενη εταιρία υπολογιζόταν επί της αξίας των τιμολογούμενων εμπορευμάτων λόγω των σχέσεων εμπιστοσύνης και φιλίας που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ των εκπροσώπων των δύο εταιριών.
Η αντιπρόσωπος όφειλε να εισπράττει το τίμημα των πωλήσεων και να καταθέτει σε τραπεζικό λογαριασμό της αντιπροσωπευόμενης τα μετρητά ή να της αποστέλνει τις μεταχρονολογημένες επιταγές και τις συναλλαγματικές προς είσπραξη στη λήξη τους. Η συνεργασία των διαδίκων στα πλαίσια της σύμβασης λειτούργησε ομαλά, σε αυτό δε συνετέλεσαν οι καλές οικογενειακές και φιλικές σχέσεις μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων.
Στις 4.1.2011 καταρτίσθηκε, μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ της αντιπροσωπευόμενης εταιρίας και της εταιρίας ...., ιδιωτικό συμφωνητικό παραχώρησης άδειας χρήσεως σημάτων. Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή, η εφεσίβλητη - εκκαλούσα εταιρία, δικαιούχος των σημάτων "..." με τις αναφερόμενες σε αυτή παραλλαγές σημάτων επί των παιδικών ενδυμάτων που παρήγαγε και εμπορευόταν, παραχώρησε στην εταιρία ....
την άδεια αποκλειστικής χρήσης των κατοχυρωμένων σημάτων επί των προϊόντων της για διάστημα δέκα ετών... Την ίδια ημερομηνία υπεγράφη μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων ιδιωτικό συμφωνητικό, χωρίς βεβαίωση του γνησίου των υπογραφών, που αφορά τους οικονομικούς όρους της μεταβίβασης της άδειας χρήσης των σημάτων με καταβολή προμήθειας-ανταλλάγματος από την ....
προς την εφεσίβλητη- εκκαλούσα εταιρία επί των μελλοντικών καθαρών πωλήσεων, όπως αναλύεται στη σύμβαση για τα επιμέρους χρονικά διαστήματα, ενώ συμφωνήθηκε και ότι η αποκτώσα εταιρία θα πωλεί εκείνη τα εμπορεύματα στους πελάτες λιανικής πώλησης. Στο ίδιο συμφωνητικό αναφέρεται ότι τα εμπορεύματα για την άνοιξη-καλοκαίρι 2011 θα πωληθούν στην ...., η οποία στη συνέχεια θα μεταπωλήσει στους πελάτες λιανικής πώλησης, με υποχρέωσή της να επιμελείται την προώθηση των πωλήσεων και διαφήμιση των προϊόντων, χωρίς αναφορά στο έγγραφο αυτό στους αντιπροσώπους των εμπορευμάτων και τη συνέχιση ή μη της λειτουργίας της σύμβασης ως προς αυτούς.
Την παραμονή της υπογραφής του ιδιωτικού συμφωνητικού παραχώρησης της άδειας χρήσης των σημάτων, οι εκπρόσωποι της αντιπροσωπευόμενης εταιρίας ανακοίνωσαν προφορικά στον εκπρόσωπο της εκκαλούσας-εφεσίβλητης, Γ. Μ., το περιεχόμενο του συμφωνητικού καθώς και ότι διακόπτεται η μεταξύ τους συνεργασία, για τη συνέχιση της οποίας τον παρέπεμψαν πλέον στην εταιρία ...., η οποία θα αναλάμβανε και την εξυπηρέτηση της πελατείας, ενώ την επομένη έγινε γνωστή η υπογραφή της σύμβασης.
Ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκκαλούσας-εφεσίβλητης δεν αποδέχθηκε τη συνέχιση της εμπορικής αντιπροσωπείας με αντισυμβαλλόμενη πλέον τη νέα εταιρία, μετά από επικοινωνία του και με τον εκπρόσωπο αυτής, ο οποίος δεν τον διαβεβαίωσε για τη συνέχιση της αντιπροσωπείας με τους ίδιους όρους ούτε προτίθετο να συμβληθεί εγγράφως με την αντιπρόσωπο εταιρία.
Μάλιστα, η πρόθεση των εκπροσώπων της νέας εταιρίας ήταν η διαφοροποίηση στην προώθηση των προϊόντων και στον τρόπο είσπραξης των απαιτήσεων από τους πελάτες, σε σχέση με τα μέχρι τώρα τηρούμενα και εφαρμοζόμενα από την εμπορική αντιπρόσωπο σε συμφωνία με την παραγωγό εταιρία, όπως επιβεβαιώθηκε και στη συνέχεια, αφού, ενώ μέχρι τότε η αποστολή, των παραγγελθέντων εμπορευμάτων γινόταν με πίστωση του τιμήματος, η εταιρία ....
απαιτούσε την προκαταβολή με μεταχρονολογημένες επιταγές όλης της αξίας των εμπορευμάτων για την παράδοση αυτών. Επομένως, οι όροι της συνεργασίας με τη νέα εταιρία διαφοροποιήθηκαν, ιδίως ως προς τον τρόπο είσπραξης του τιμήματος των πωλήσεων από την αντιπρόσωπο, χωρίς η ίδια, η οποία ερχόταν, δια των εκπροσώπων της, σε άμεση επαφή με τους πελάτες και επιμελείτο και την είσπραξη του τιμήματος, να κληθεί να συναινέσει σε αυτό.
Ο δε νέος τρόπος εξόφλησης, που επιβλήθηκε από τη νέα εταιρία, είχε σαν συνέπεια στη συνέχεια τη μείωση της πελατείας, καθώς πολλοί έμποροι ακύρωσαν τις παραγγελίες τους και έπαυσαν να συνεργάζονται με την εταιρία αυτή... Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας έγινε τον Ιανουάριο 2001 εκ μέρους των εκπροσώπων της εταιρίας ...
A.E., η οποία έπαυσε να εκπληρώνει τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της αντιπροσώπου ενάγουσας-εναγομένης, αφού η διαχείριση της προώθησης των εμπορευμάτων της ήταν πλέον αντικείμενο δραστηριότητας της αποκτώσας εταιρία. Κατόπιν αυτών δικαιολογημένα και η αντιπρόσωπος εταιρία έπαυσε να παρέχει υπηρεσίες αντιπροσώπευσης, αφού πλέον τη διαχείριση ανελάμβανε μη συμβεβλημένο με την ίδια νομικό πρόσωπο, ενόψει και του ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας απαιτεί, για την αποτελεσματική λειτουργία της, μία ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης αντιπροσωπευόμενου - αντιπροσώπου.
Η δε καταγγελία, υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα, δεν μπορεί να υπαχθεί στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες της εταιρίας και στο καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης. Η αντιπρόσωπος δεν συμμετείχε, μετά την καταγγελία, στον δειγματισμό των ενδυμάτων για την χειμερινή περίοδο 2011, ο οποίος έγινε το Φεβρουάριο 2011 με επιμέλεια της αποκτώσας εταιρίας.
Επίσης, η καταγγελία, η οποία ήταν αιφνιδιαστική για την αντιπρόσωπο, οι εκπρόσωποι της οποίας δεν είχαν λάβει γνώση ούτε των προπαρασκευαστικών ενεργειών και συζητήσεων που κατέληξαν σε συμφωνία μεταβίβασης, παρά το ότι διατηρούσαν προσωπικές και φιλικές σχέσεις με τους εκπροσώπους της αντιπροσωπευόμενης εταιρίας, έγινε χωρίς να τηρηθεί και η προθεσμία του άρθρου 8 του Π.Δ. 219/1991, η οποία, λόγω της διάρκειας ισχύος της σύμβασης, ήταν έξι μηνών (άρθ. 8 παρ. 4).
Δεν αποδείχθηκε, επίσης, αντισυμβατική συμπεριφορά ή οποιαδήποτε πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού εκ μέρους της αντιπροσώπου και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αντιπροσωπευόμενη εταιρία είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Μετά την καταγγελία της σύμβασης από την αντιπροσωπευόμενη εταιρία ο νόμιμος εκπρόσωπος της αντιπροσώπου ήρθε σε επαφή με το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας βρεφικών και παιδικών ενδυμάτων με το διακριτικό τίτλο ...
προκειμένου να διερευνήσει το ενδεχόμενο συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιριών στα πλαίσια σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας των ενδυμάτων που εμπορευμάτων η εταιρίας ... Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι τέτοια σύμβαση καταρτίσθηκε εν τέλει, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε η αντιπροσωπευόμενη εφεσίβλητη-εκκαλούσα εταιρία...
Επομένως, η αντιπρόσωπος διάδικος εταιρία δεν ενήργησε δια των εκπροσώπων της κακόπιστα ή αθέμιτα πράξεις ανταγωνισμού παραβιάζοντας την συμβατική της υποχρέωση μη ανταγωνισμού για ένα έτος μετά τη λύση της σύμβασης... Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η αντιπρόσωπος εταιρία, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, προσέλκυσε νέους πελάτες και προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της αντιπροσωπευόμενης εταιρίας.
Πέτυχε, μάλιστα, να θεμελιώσει προσωπικές επαφές και σχέσεις επαγγελματικής εμπιστοσύνης και οικειότητας με τους πελάτες της... γεγονός που συνέβαλε στην αύξηση του αριθμού τους και στην αύξηση του τζίρου των πωλήσεων. Το γεγονός ότι ορισμένοι από τους πελάτες που είχε προσελκύσει η αντιπρόσωπος εταιρία υπήρξαν και πελάτες της εταιρίας ....
δεν επηρεάζει τη συμμετοχή της στην επιτυχή προαγωγή των υποθέσεων της αντιπροσωπευόμενης εταιρίας και στη διεκδίκηση αξιώσεων, εφόσον αυτή η τελευταία ήταν η αντισυμβαλλομένη της μέχρι τη λύση της σύμβασης και όχι η .... Επίσης, η εναγομένη αντιπροσωπευόμενη εταιρία αξιοποίησε μετά τη λύση το εισφερθέν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους πελατολόγιο της ενάγουσας αντιπροσώπου, με τη δραστηριότητα της οποίας επετεύχθη η γενικότερη εδραίωση των προϊόντων της αντιπροσωπευόμενης στις ίδια περιοχές ευθύνης της.
Η παραχώρηση σε άλλη εταιρία, την ...., της άδειας χρήσης των σημάτων της και η υπεισέλευση της τελευταίας στις εμπορικές συναλλαγές με τους πελάτες της στις ίδιες περιοχές, είχε σαν συνέπεια ότι δεν διατήρησε η ίδια εξ ολοκλήρου τα οικονομικά οφέλη από τις αυξημένες πωλήσεις και το σταθερό πελατολόγιο.
Όμως, τα αποτελέσματα αυτά ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό της αμοιβής της-ανταλλάγματος από την .... για την παραχώρηση της άδειας χρήσης στη νέα εταιρία, που θα ήταν οπωσδήποτε μικρότερο εάν η προώθηση των προϊόντων της από την ενάγουσα αντιπρόσωπο δεν ήταν το ίδιο αποτελεσματική. Την πρόθεσή της να ασκήσει την αξίωση αποζημίωσης γνωστοποίησε η αντιπρόσωπος στην αντισυμβαλλομένη της εντός του έτους από τη λύση της σύμβασης (άρθ. 9 παρ. 2 Π.Δ. 219/1991), με την από 5.4.2011 επιστολή.
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι αμοιβές της αντιπροσώπου τα τελευταία πέντε έτη (2006-2011) ανήλθαν σε 766.280,95 ευρώ. Ο μέσος όρος των αμοιβών της ανήλθε σε (766.280,95 : 5=) 153.256,19 ευρώ. Το ποσό αυτό είναι το ανώτατο που μπορεί να επιδικαστεί στην ενάγουσα αντιπρόσωπο ως αποζημίωση πελατείας, όμως, πρέπει να ληφθούν υπόψη και όλες οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, που προαναφέρθηκαν (άρθ. 9 παρ. 1α και β Π.Δ. 219/1991).
Κατά συνέπεια, το ποσό που πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα εταιρία της πρώτης αγωγής ως αποζημίωση πελατείας, το οποίο θεωρείται εύλογο και δίκαιο, είναι το ποσό των 60.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδικάζοντας το ποσό των 153.256,19 ευρώ, για την ίδια αιτία, έσφαλε στην κρίση του, όπως βάσιμα υποστηρίζει με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα εταιρία... ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και ως ουσία βάσιμη, εξαφάνισε κατά το εκκαλούμενο κεφάλαιο της αποζημίωσης πελατείας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε επιδικάσει για την αιτία αυτή το ποσό των 153.256,19 ευρώ στην αναιρεσείουσα - ενάγουσα της πρώτης αγωγής, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης πελατείας, υποχρεώνοντας την αναιρεσίβλητη να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 60.000 ευρώ για την αιτία αυτή.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το αίτημα της αγωγής για την επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 17 παρ. 2 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του, σύμφωνα με τις οποίες η αντιπρόσωπος εταιρία προσέλκυσε νέους πελάτες και προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της αντιπροσωπευόμενης εταιρίας, η οποία και αξιοποίησε μετά τη λύση της σύμβασης το πελατολόγιο της ενάγουσας αντιπροσώπου, ως εκ τούτου δε, με βάση και τις λοιπές αναφερόμενες περιστάσεις, η καταβολή αποζημίωσης πελατείας στην αναιρεσείουσα είναι δίκαιη, πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, αφού αυτές είναι οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη γένεση της συγκεκριμένης αξίωσης.
Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αξίωσης αποζημίωσης πελατείας, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο α) ότι η αντιπρόσωπος εταιρία, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, προσέλκυσε νέους πελάτες και προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της αντιπροσωπευόμενης εταιρίας, β) ότι η εναγομένη αντιπροσωπευόμενη εταιρία αξιοποίησε μετά τη λύση το εισφερθέν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους πελατολόγιο της ενάγουσας αντιπροσώπου, με τη δραστηριότητα της οποίας επετεύχθη η γενικότερη εδραίωση των προϊόντων της αντιπροσωπευόμενης στις ίδιες περιοχές ευθύνης της, γ) ότι η παραχώρηση σε άλλη εταιρία της άδειας χρήσης των σημάτων της και η υπεισέλευση της τελευταίας στις εμπορικές συναλλαγές με τους πελάτες της στις ίδιες περιοχές, είχε σαν συνέπεια ότι δεν διατήρησε η ίδια εξ ολοκλήρου τα οικονομικά οφέλη από τις αυξημένες πωλήσεις και το σταθερό πελατολόγιο, πλην όμως τα αποτελέσματα αυτά ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό της αμοιβής της για την παραχώρηση της άδειας χρήσης στη νέα εταιρία, που θα ήταν οπωσδήποτε μικρότερο εάν η προώθηση των προϊόντων της από την ενάγουσα αντιπρόσωπο δεν ήταν το ίδιο αποτελεσματική, δ) ότι οι αμοιβές της αντιπροσώπου τα τελευταία πέντε έτη (2006-2011) ανήλθαν σε 766.280,95 ευρώ, και ε) ότι βάσει όλων αυτών και των προεκτεθεισών περιστάσεων η καταβολή αποζημίωσης πελατείας στην αναιρεσείουσα είναι δίκαιη.
Δεν απαιτούνταν δε η παράθεση άλλων αιτιολογιών για την κρίση της αυτή. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρη του, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και πλημμελούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά τα άνω πρώτο και δεύτερο μέρη του και κατά την περιλαμβανόμενη στα μέρη αυτά αιτίαση ότι το Εφετείο από εσφαλμένη ερμηνεία των άνω διατάξεων προσδιόρισε την αποζημίωση πελατείας που δικαιούται η αναιρεσείουσα στο ποσό των 60.000 ευρώ, ήτοι ποσό κατώτερο του μέσου ετήσιου όρου των αμοιβών που εισέπραξε κατά τα πέντε τελευταία έτη, ενώ έπρεπε να αναγνωρίσει ότι δικαιούται αυτή το αιτηθέν ποσό των 153.256,19 ευρώ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Δεν συντρέχει δε περίπτωση παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, περί της ερμηνείας του ενσωματωθέντος στο άρθρο 9 του π.δ/τος 221/1993, άρθρου 17 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, όπως αβάσιμα ζητεί η αναιρεσείουσα. Τέλος, με τις παραπάνω κρίσεις και παραδοχές το Εφετείο, καθορίζοντας το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας για την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα στο ποσό που αναφέρθηκε πιο πάνω, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, ήτοι τρόπο λειτουργίας στην πράξη της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, στα πλαίσια της οποίας η προμήθεια που κατέβαλε η αντιπροσωπευόμενη εταιρία υπολογιζόταν επί της αξίας των τιμολογούμενων εμπορευμάτων κι όχι επί της εισπραττομένης αξίας των προϊόντων, συνθήκες λύσεως της εν λόγω συμβάσεως, προσέλκυσης νέων πελατών από την αναιρεσείουσα και σημαντικής προαγωγής των υποθέσεων της αναιρεσίβλητης, αξιοποίησης από την αναιρεσίβλητη μετά τη λύση της σύμβασης του εισφερθέντος από την αναιρεσείουσα πελατολογίου, μη διατηρήσεως όμως όλων των οικονομικών οφελών σε βάθος χρόνου, λόγω παραχωρήσεως της άδειας χρήσης των σημάτων της στη νέα εταιρία, προσπάθεια της αναιρεσείουσας για συνεργασία της με την εταιρία "..." κλπ..., δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα , τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση, επικουρικά, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε εν προκειμένω η προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 9 ΠΔ 219.1991, 17 παρ. 2 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από αυτήν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη θεμελιωτικό της αξίωσης αποζημίωσης πελατείας ισχυρισμό της, που παραδεκτώς προτάθηκε με τις από 1.12.2016 εφετειακές της προτάσεις προς αντίκρουση της έφεσης της αναιρεσίβλητης, ότι η τελευταία διατήρησε οφέλη μετά τη λύση της σύμβασης από την πελατεία που εισέφερε αυτή, που κατά την πενταετία μετά τη λύση της σύμβασης ποσοτικοποιούνται στο ποσό των 588.976,90 ευρώ, άλλως στο ποσό των 435.000 ευρώ, ενώ οι απολεσθείσες προμήθειες της ιδίας για την επομένη μετά τη λύση της σύμβασης πενταετία ανέρχονται στο ποσό των 639.848,70 ευρώ, άλλως στο ποσό των 294.488,45 ευρώ, αν δε τον ελάμβανε υπόψη θα κατέληγε σε ευνοϊκή για την αναιρεσείουσα κρίση και θα επιδίκαζε ως αποζημίωση πελατείας το αιτηθέν ποσό των 153.256,19 ευρώ.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι τα περιστατικά αυτά που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα δεν συνιστούν πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ώστε να μπορεί αποδοθεί η σχετική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά επιχειρήματα της ιδίας για την απόρριψη της έφεσης της αντιδίκου της, τα οποία σε κάθε περίπτωση έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην άνω κρίση του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. α` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Oλ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1088/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδάφ. γ` και δ` ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ.1 του ν.4335/2015 η ισχύς του οποίου δεν καταργήθηκε αναδρομικά με τη μεταβατική διάταξη του ως άνω νόμου (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4), κατά την οποία "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016", ορίζονται τα ακόλουθα: "Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρείς για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ, τουλάχιστον, ημέρες πριν από αυτή.
Για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παρ.3 του άρθρου 237, πρόσθετων βεβαιώσεων το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι οι ένορκες βεβαιώσεις είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο κατά την αντίστοιχη πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια διαδικασία και λαμβάνονται υπόψη, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι προϋποθέσεις της δόσης αυτών πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση, ενώ παράλληλα τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.
Έτσι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, επιτρέπεται η λήψη από το δικαστήριο υπόψη τριών κατ' ανώτατο όριο ένορκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικη πλευρά (ΑΠ 155/2019, ΑΠ 1103/2011, ΑΠ1519/2009). Το όριο των τριών ένορκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών (άρθρo 218 ΚΠολΔ) ή της ανταγωγής (άρθρο 268 ΚΠολΔ), δηλαδή και στις περιπτώσεις αυτές τρεις συνολικά ένορκες βεβαιώσεις επιτρέπεται σε κάθε διάδικο μέρος να επικαλεσθεί και να προσκομίσει (ΑΠ 1103/ 2011).
Αν όμως εισάγονται στο δικαστήριο δύο αντίθετα εισαγωγικά δίκης δικόγραφα, όπως αγωγές, κάθε διάδικο μέρος έχει δικαίωμα να επικαλεσθεί μέχρι τρεις ένορκες βεβαιώσεις για την απόδειξη της αγωγής του και μέχρι τρεις προς ανταπόδειξη κατά της αγωγής του αντιδίκου του. Αυτό γιατί υπάρχει το ενδεχόμενο να μη συνεκδικασθούν οι αντίθετες αγωγές, αφού η συνεκδίκαση ή μη εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (άρθρο 246 ΚΠολΔ) αλλά και γιατί και στην περίπτωση της συνεκδικάσεως, εφόσον υποβληθούν από κάθε διάδικο μέρος χωριστές έγγραφες προτάσεις για κάθε μία από τις υποθέσεις, δεν μπορεί το δικαστήριο να διακρίνει ποιες είναι οι τρεις πρώτες κατά τη σειρά της επικλήσεώς τους (ΑΠ1365/2012).
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ. τα οποία (άρθρα) εισήχθησαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23.7.2015) και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από 1.1.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, "(422 § 1:) ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα".
Και (424:) "ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του ενάτου άρθρου Ν. 4335/2015, κατ` εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ.
β` και 24 παρ. 1 εδ. α` ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις (έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας).
Επομένως, μετά την ισχύ των άρθρων 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά προστέθηκαν με το Ν. 4335/2015 (από 1.1.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα (ΑΠ 977/2020, ΑΠ 1208/2019, 1175/2019, 673/2018).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556 παρ.1, 118, 119, 120 και 559 αρ.11α ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για το ορισμένο του από την τελευταία (559 αρ.11α) προβλεπομένου λόγου αναιρέσεως, της λήψης δηλαδή από το δικαστήριο υπόψη ανεπιτρέπτου, κατά νόμο, αποδεικτικού μέσου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο δικόγραφο, εκτός των άλλων, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί αυτό υπόψη, καθώς και ότι ο ισχυρισμός του ανεπιτρέπτου προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο, για να εξεταστεί δε κατ' ουσίαν ο λόγος αυτός, πρέπει να προσκομίζεται το συγκεκριμένο έγγραφο, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος (ΑΠ 490/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως έλαβε υπόψη μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη με τις πρωτόδικες προτάσεις της προσκόμισε και επικαλέστηκε τρεις ένορκες βεβαιώσεις για την απόδειξη των ισχυρισμών της και απόκρουση της αγωγής και δη α) την υπ' αριθ. 937/28.8.2012 ένορκη βεβαίωση του Π.
Φ., β) την υπ' αριθ. 16152/4.5.2015 ένορκη βεβαίωση της Α. Α. και γ) την υπ' αριθ. 8413/4.5.2015 ένορκη βεβαίωση του Α. Ζ., εξαντλώντας έτσι τον αριθμό των επιτρεπτών ενόρκων βεβαιώσεων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πλην όμως στο Εφετείο επικαλέστηκε και προσκόμισε και την υπ' αριθ. 2702/2016 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Φ.
Γ., που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, η οποία είναι μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο, αφού υπερβαίνει τον ανώτατο αριθμό των επιτρεπτών ένορκων βεβαιώσεων, πέραν δε αυτού είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και άρα μη επιτρεπτό και νόμιμο αποδεικτικό μέσο, διότι λήφθηκε κατά παράβαση των άρθρων 422 έως 424 ΚΠολΔ, καθόσον στην από 18-11-2016 κλήση για τη λήψη της άνω ένορκης βεβαίωσης δεν αναφέρεται το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του μάρτυρα που θα εξεταζόταν.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως, έλαβε υπόψη όλες τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, δεχόμενο το επιτρεπτό του αυξημένου αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων σε περίπτωση συνεκδίκασης αντίθετων αγωγών. Όπως προαναφέρθηκε, πρωτοδίκως συνεκδικάσθηκαν οι δύο αντίθετες αγωγές των διαδίκων, αυτές δε ερευνήθηκαν και από το Εφετείο, κατόπιν ασκήσεως αντίθετων εφέσεων των διαδίκων.
Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη το Εφετείο την ανωτέρω αναφερόμενη υπ' αριθ. 2702/2016 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Φ. Γ., δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα να επικαλεσθεί ανά τρεις ένορκες βεβαιώσεις για καθεμία από τις δύο συνεκδικαζόμενες αντίθετες αγωγές.
Περαιτέρω, η αιτίαση ότι η άνω ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Φ. Γ. λήφθηκε κατά παράβαση των άρθρων 422 έως 424 ΚΠολΔ, καθόσον στην από 18-11-2016 κλήση για τη λήψη της άνω ένορκης βεβαίωσης δεν αναφέρεται το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας της άνω μάρτυρος, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, διότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει τη σχετική κλήση που της επιδόθηκε, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί η έλλειψη των άνω στοιχείων της εξετασθείσης μάρτυρος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ.
ΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το έκτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο αποδεικτικό μέσο, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε νόμιμα με επίκληση, και δη δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθ. 1.853/2016 δήλωση της εταιρίας ΦΡΑΓΚΟΣ ΑΕ στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, ως τρίτης, από την οποία αποδεικνύεται ότι η αναιρεσίβλητη διατήρησε μετά τη λύση της σύμβασης οφέλη από την πελατεία που εισέφερε και σημαντικά ανέπτυξε η αναιρεσείουσα, πολλαπλάσια του μέσου όρου των αμοιβών των τελευταίων πέντε ετών.
Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το άνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγησή του.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που μέμφεται την απόφαση για την μη λήψη υπόψη του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1487/2017).
Περαιτέρω, στο άρθρο 6 παρ.1 και 2α του π.δ/τος 219/1991, όπως οι παρ. αυτές αντικαταστάθηκαν με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 4 του π.δ/τος 312/1995, ορίζονται τα εξής: "Για την εμπορική πράξη, που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια:
α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβασή του ή β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ιδίου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη ή γ) αν είναι αρμόδιος για ένα καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μία καθορισμένη ομάδα προσώπων και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτόν τον τομέα ή σε αυτήν την ομάδα" (παρ.1) και "Για εμπορική πράξη που έχει συναφθεί μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός "αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθειας εάν η πράξη οφείλεται κυρίως στη δραστηριότητα που αυτός ανέπτυξε κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και έχει συναφθεί μέσα σε εύλογη προθεσμία από τη λύση αυτής της σύμβασης" (παρ. 2α).
Από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1α του άνω π.δ/τος καθίσταται σαφές, ότι προκειμένου για την επιδίκαση προμήθειας από εμπορική πράξη που πραγματοποιήθηκε με τη μεσολάβηση του ίδιου του αντιπροσώπου εντός της συμβατικής περιόδου για προϊόντα του αντιπροσωπευόμενου στην περιοχή που του είχε ανατεθεί η αποκλειστική αντιπροσώπευση, πρέπει, για το ορισμένο της αγωγής να εκτίθενται σ` αυτήν οι εμπορικές πράξεις που καταρτίσθηκαν με κάθε συγκεκριμένο πελάτη της περιοχής του, τα συγκεκριμένα προϊόντα που διατέθηκαν σ` αυτούς, οι πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν, καθώς και το ποσό της προμήθειας που προκύπτει από τις πραγματοποιηθείσες πωλήσεις, βάσει του συμφωνηθέντος ποσοστού της προμήθειας, και δεν αρκεί προς τούτο η αναφορά μόνο της προμήθειας που δικαιούται ο αντιπρόσωπος κατά μήνα ή το συνολικό ποσόν των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων.
Τα ίδια, ως άνω, ισχύουν και για την περίπτωση της παρ. 2α του άρθρου 6 του π.δ. 219/1991, η οποία αναφέρεται σε προμήθεια για εμπορική πράξη, που έχει συναφθεί μετά τη λύση της σύμβασης της εμπορικής αντιπροσωπείας και εντός εύλογης προθεσμίας από αυτήν, υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη οφείλεται κυρίως στην δραστηριότητα που ανέπτυξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή για το ορισμένο του αιτήματος επιδίκασης τέτοιας προμήθειας απαιτείται να προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι εμπορικές πράξεις που καταρτίσθηκαν μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας μεταξύ του αντιπροσωπευόμενου και των πελατών που απέκτησε για λογαριασμό του ο αντιπρόσωπος και δεν αρκεί ο αόριστος υπολογισμός τέτοιων πωλήσεων και του ύψους τους με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα δεδομένα της κοινής πείρας, καθόσον και η αξίωση αυτή του αντιπροσώπου αποτελεί αμοιβή οφειλόμενη για πράγματι καταρτισθείσες μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικές πράξεις και όχι για διαφυγόντα κέρδη του (ΑΠ 695/2020, ΑΠ 250/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 1.6.2011 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε ισχυρισθεί τα εξής, για τη θεμελίωση του αιτήματος καταβολής του ποσού των 50.393,27 ευρώ για οφειλόμενες προμήθειες από παραγγελίες που έλαβε το Φθινόπωρο του 2010 και οι οποίες επιβεβαιώθηκαν και εκτελέστηκαν από την εταιρία ...
την περίοδο Άνοιξη-Καλοκαίρι 2011: Ότι η ίδια εκτέλεσε κανονικά τα καθήκοντά της και πήρε τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2010 όλες τις παραγγελίες από τους πελάτες και τις διαβίβασε στην εναγόμενη προς εκτέλεση. Ότι οι παραγγελίες αυτές επιβεβαιώθηκαν από την εναγόμενη και εκτελέστηκαν μέχρι την άσκηση της αγωγής της δια της αγοράστριας του σήματος εταιρίας ...
δηλαδή η εναγόμενη κατασκεύασε τα ενδύματα και τα παρέδωσε στη συνέχεια στην άνω εταιρία, η οποία και τα πώλησε δυνάμει εσωτερικής μεταξύ τους συμφωνίας. Ότι αν δεν χωρούσε η ξαφνική καταγγελία της σύμβασης η εναγόμενη θα εισέπραττε το τίμημα πώλησης και η ενάγουσα θα εισέπραττε τη συμφωνηθείσα προμήθεια που τώρα απώλεσε.
Ότι οι προμήθειες που δικαιούται να λάβει η ενάγουσα για τη διαμεσολαβητική της δραστηριότητα, αφού τίποτε άλλο δεν απέμενε από την εκτέλεσή τους, προκύπτει από την ακολουθούμενη κατάσταση, διαλαμβάνουσα τις παραγγελίες ανά πελάτη, από την οποία και προκύπτει η οφειλόμενη προμήθεια, συνολικού ύψους (1.024.244,30 ευρώ η αξία των πωληθέντων από την εναγόμενη εμπορευμάτων Χ 4% = 40.969,77 ευρώ + ΦΠΑ 23%) 50.393,27 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το άνω ποσό των 50.393,27 ευρώ για οφειλόμενες προμήθειες από παραγγελίες που έλαβε το Φθινόπωρο του 2010 και οι οποίες επιβεβαιώθηκαν και εκτελέστηκαν από την εταιρία ... την περίοδο Άνοιξη-Καλοκαίρι 2011. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως προς το εν λόγω κεφάλαιο της αγωγής τα ακόλουθα: "Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη αγωγή υπό τα εκτιθέμενα σε αυτή περιστατικά, δεν θεμελιώνεται επαρκώς ως προς την αξίωση της ενάγουσας για καταβολή των οφειλόμενων προμηθειών, ύψους 50.393,27 ευρώ, με βάση επιβεβαιωθείσες παραγγελίες, που φέρεται να εκτελέστηκαν την περίοδο άνοιξη-καλοκαίρι 2011, μετά τη λύση της σύμβασης, καθώς η ενάγουσα αρκείται στην παράθεση ενός πίνακα με ονοματεπώνυμα, σύνολα τεμαχίων και σύνολα αξίας, χωρίς να εκθέτει ειδικότερα τον αριθμό των συγκεκριμένων πωλήσεων που πράγματι έχουν συναφθεί, τα εμπορεύματα και τις αξίες των εμπορευμάτων που διατέθηκαν σε κάθε πελάτη και τους χρόνους παραγγελίας αυτών...
Επομένως το αίτημα είναι απορριπτέο ως αόριστο...". Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό πρώτο λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο όχι παρά το νόμο απέρριψε το ως άνω κονδύλιο ως αόριστο, εφόσον μόνη η παράθεση του πίνακα με τα ονοματεπώνυμα των πελατών της αναιρεσείουσας και τα στρογγυλοποιημένα ποσά των παραγγελιών ανά πελάτη χωρίς εξειδίκευση των πωλήσεων συγκεκριμένων προϊόντων με τις αντίστοιχες τιμές τους, ανά πελάτη, δεν καθιστά ορισμένη την αξίωσή της για την επιδίκαση της αιτούμενης προμήθειας.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υποστηρίζει τα αντίθετα, επικαλούμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Για να είναι η αίτηση αυτή ορισμένη πρέπει να αναφέρονται σ` αυτήν ειδικώς τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη. Πρέπει να προσδιορίζεται το έγγραφο του οποίου ζητείται η επίδειξη και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο του, το οποίο πρέπει να είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, η εντεύθεν δε αοριστία δεν μπορεί να αναπληρωθεί από το λόγο ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ο διάδικος μπορεί ή πρέπει να κατέχει το έγγραφο αυτό και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος (ΑΠ 695/2020, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 808/2015).
Περαιτέρω, οι προβλεπόμενοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, ιδρύονται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί, όταν προβάλλεται ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 450 και 451 του ΚΠολΔ, οι σχετικές με την επίδειξη εγγράφων στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης (ΑΠ 768/2019, ΑΠ 771/2017, ΑΠ 808/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".
Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 532/2020, ΑΠ 846/2019, ΑΠ 503/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το αίτημα περί της επιδείξεως εγγράφων που η ίδια παραδεκτά είχε προτείνει πρωτοδίκως και κατ` έφεση, ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα με την αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη στην επίδειξη εγγράφων και δη αντιγράφων των παραγγελιών που εκτελέστηκαν το 2011 είτε από την εναγομένη είτε από την εταιρεία ... επανέφερε δε το αίτημά της αυτό με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονείτο για την από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απόρριψη ως αόριστης της αίτησής της για επίδειξη των άνω εγγράφων από μέρους της αναιρεσίβλητης.
Συγκεκριμένα, το αίτημα επιδείξεως εγγράφων προβλήθηκε με το δικόγραφο της αγωγής, το οποίο είχε το εξής κατά λέξη περιεχόμενο: "Επειδή η ενάγουσα για την απόδειξη και επιβεβαίωση των αγωγικών της αιτημάτων και ισχυρισμών δικαιούται να ζητήσει από την εναγόμενη να επιδείξει, αλλιώς να προσκομίσει: 1. Αντίγραφα εκκαθαρίσεων προμηθειών των ετών 2006 έως 2010. 2.
Αντίγραφο των παραγγελιών (συμπεριλαμβανομένων και των επαναληπτικών) που εκτελέστηκαν το 2011 είτε από την ίδια είτε από την εταιρεία .... Το αίτημα αυτό της ενάγουσας είναι νόμιμο... και η εναγόμενη εταιρία κατέχει και τηρεί και φυλάσσει όλα τα παραπάνω στοιχεία και έγγραφα...". Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως προς το εν λόγω αίτημα της αγωγής τα ακόλουθα: "Επίσης, το υποβληθέν με την ίδια αγωγή αίτημα επίδειξης αντιγράφων των παραγγελιών που εκτελέστηκαν το 2011 είτε από την εναγομένη είτε από την εταιρεία ...
είναι απορριπτέο ως αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, διότι δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη και το περιεχόμενο τους... Δεν διευκρινίζεται, άλλωστε, αν τα έγγραφα αυτά είναι στην κατοχή της εναγομένης ή της τρίτης και μη διαδίκου εταιρείας ...... Το δικαίωμα του αντιπροσώπου να ζητήσει πληροφορίες και αποσπάσματα εγγραφών των εμπορικών βιβλίων (άρθ. 7 παρ. 6 Π.Δ. 219/1991) δεν αναιρεί την υποχρέωση να υποβάλλεται το σχετικό αίτημα ορισμένως και παραδεκτώς...".
Κατά το δεύτερο σκέλος του δεύτερου μέρους του προκείμενου πρώτου λόγου αναίρεσης, με το οποίο επιχειρείται στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη σε παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 450 § 2 και 451 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι διατάξεις αυτές δεν φέρουν το χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου αλλά αμιγώς δικονομικού και δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Κατά τα λοιπά, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού πράγματι η αναιρεσείουσα δεν προσδιόριζε με σαφήνεια τα έγγραφα, των οποίων εζητείτο η επίδειξη, και το περιεχόμενο τους.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης κατά το δεύτερο σκέλος του δεύτερου μέρους του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, πλέον του ότι το αίτημα αυτό κατέστη αλυσιτελές μετά την απόρριψη του ως άνω αγωγικού κονδυλίου ως αορίστου. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω πρώτη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Β.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 18 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2018 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ".... Ο αναιρετικός λόγος της παραγράφου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος έχει ως στόχο τη διασφάλιση του συζητικού συστήματος, αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως, "πράγματα" κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017), όπως και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003).
Γι' αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 344/2015, 1255/2009). Περαιτέρω, για την ικανοποίηση των εμπορικών συναλλαγών, η εξέλιξη της προσωπικής εξασφαλιστικής σχέσης στην πράξη και στη θεωρία έχει οδηγήσει στη δημιουργία διαφόρων ειδών ή τύπων εξασφαλιστικών συμβάσεων, ένα δε τέτοιο ιδιαίτερο είδος προσωπικής εξασφαλιστικής σύμβασης αποτελεί και η συνήθως αποκαλούμενη εγγυητική σύμβαση.
Ως εγγυητική σύμβαση νοείται εκείνη η αυτοτελής σύμβαση με την οποία συμφωνείται η εκ μέρους ενός των συμβαλλομένων (εγγυοδότη) ανάληψη της ευθύνης έναντι του δέκτη της εγγυοδοσίας για την παραγωγή ορισμένου (συνήθως οικονομικού) αποτελέσματος, ιδιαίτερα δε εκείνη η σύμβαση στην οποία το αποτέλεσμα για το οποίο ευθύνεται ο αντισυμβαλλόμενος συνίσταται στην αποφυγή επελεύσεως ζημιάς από την αφερεγγυότητα του τρίτου, δηλ.
από τη μη εκπλήρωση εκ μέρους του τρίτου των υποχρεώσεων του, κυρίως με την άμεση καταβολή του οφειλόμενου χρηματικού ποσού χωρίς προσφυγή στη δικαστική οδό για το σκοπό αυτό, όπως τούτο συμβαίνει στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία περιλαμβάνεται η ρήτρα με την οποία συμφωνείται ότι ο αντιπρόσωπος καθίσταται υπεύθυνος έναντι του αντιπροσωπευόμενου, συνήθως έναντι ιδιαίτερης προμήθειας, για τη φερεγγυότητα του αγοραστή δηλ.
για την εκ μέρους του αγοραστή πληρωμή του τιμήματος των πωλουμένων εμπορευμάτων (ασφαλιστήρια ρήτρα ή ρήτρα del credere). Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της παραπάνω εγγυητικής συμβάσεως, συνίσταται στο ότι με αυτή δημιουργείται αυτοτελής υποχρέωση του αντιπροσώπου και ανάληψη ευθύνης για αποζημίωση του αντισυμβαλλόμενου αντιπροσωπευόμενου.
Υπό την ανωτέρω έννοια της συμβάσεως εγγυήσεως, η περιεχόμενη ασφαλιστήριος ρήτρα (del credere) σε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, με την οποία ο αντιπρόσωπος καθίσταται υπεύθυνος για την πληρωμή του τιμήματος των πωληθέντων εμπορευμάτων διαφέρει της εγγυήσεως, διότι ναι μεν με αυτή σκοπείται η παροχή ασφαλείας για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή, ο υποχρεούμενος όμως από την del credere ρήτρα τρίτος (παραγγελειοδόχος ή εμπορικός αντιπρόσωπος) έχει την ευθύνη του πρωτοφειλέτη και όχι του εγγυητή, δοθέντος ότι η ύπαρξη της υποχρεώσεως του εγγυοδότη δεν έχει την έννοια υπό την οποία εμφανίζεται στη σχέση εγγυήσεως.
Ειδικότερα, η διαφορά μεταξύ των ανωτέρω συμβάσεων συνίσταται στο ότι, η ευθύνη του οφειλέτη στην περίπτωση της εγγυητικής συμβάσεως είναι κύρια και όχι παρεπόμενη, όπως στην εγγύηση, δεδομένου ότι η σχέση είναι διμερής μεταξύ του εγγυοδότη και του δανειστή, καθώς και στην αυτοτέλεια μεταξύ της ευθύνης του εγγυοδότη από την ευθύνη και την ενοχή του πρωτοφειλέτη ενώ, είναι κατά κανόνα αναιτιώδης, διότι η σχέση καλύψεως δεν είναι η αιτία στην εγγυοδοτική σύμβαση, αλλά το κίνητρο του εγγυοδότη για την ανάληψη υποχρεώσεως απέναντι στο δανειστή.
Η ως άνω ρήτρα συνιστά ιδία εγγυητική σύμβαση η οποία δεν ρυθμίζεται από το νόμο, στηριζόμενη στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την προαναφερθείσα από 6.7.2012 αγωγή της, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) να αποκαταστήσει την θετική και αποθετική ζημία, που ισχυρίσθηκε ότι υπέστη εξαιτίας της άκαιρης και καταχρηστικής διακοπής της σύμβασης αντιπροσωπείας με υπαιτιότητα της εναγομένης.
Ειδικότερα, στο κεφάλαιο της θετικής ζημίας περιέλαβε η ενάγουσα, πλην άλλων, α) την αξίωση για επιστροφή από την εναγομένη του ημίσεως της αξίας των ανείσπρακτων τιμολογίων πώλησης των προϊόντων της προς το πελατολόγιο διαχείρισης της εναγομένης, των ετών 2006-2010, ανερχόμενο τελικά στο ποσό των 128.582 ευρώ, και β) την αξίωση για επιστροφή από την εναγομένη της αμοιβής ποσοστού 4% επί της αξίας των ανείσπρακτων τιμολογήσεων για την περίοδο "ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ - ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2010-2011", ύψους 6.690,30 ευρώ.
Για τη θεμελίωση του υπό στοιχ. α' κονδυλίου η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι η αμοιβή της εναγομένης συμφωνήθηκε να συνίσταται αποκλειστικά σε προμήθεια, που καθορίστηκε σε ποσοστό 4% επί της εισπραχθείσας αξίας των τιμολογηθέντων εμπορευμάτων, πλην όμως στην πράξη η ανωτέρω ποσοστιαία προμήθεια καταβαλλόταν καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης επί της αξίας των τιμολογούμενων εμπορευμάτων και όχι επί της αξίας των εισπράξεων που επιτύγχανε.
Ότι στον αντίποδα και προς εξισορρόπηση των οικονομικών συμφερόντων της, έναντι της άνω προνομιακής μεταχείρισης της εναγομένης, η τελευταία είχε αναλάβει το βάρος της πιστοποίησης της φερεγγυότητας των πελατών διαχείρισής της καθώς και της πλήρους ευθύνης της για την είσπραξη των τιμολογηθέντων εμπορευμάτων.
Ότι, συναφώς, περιελήφθη στη σύμβαση ειδικός όρος, δυνάμει του οποίου εδικαιούτο αυτή να συμψηφίζει με την οφειλόμενη στην εναγόμενη προμήθεια το ήμισυ κάθε, τυχόν, ανεξόφλητου τιμολογίου πωλήσεων προς πελάτη της, που ανήκε στη γεωγραφική περιοχή ευθύνης της, στην πράξη εντούτοις και με δεδομένο ότι η εναγομένη ελάμβανε την αμοιβή της επί της αξίας των εκάστοτε τιμολογούμενων εμπορευμάτων της, η συμφωνία τους προέβλεπε ότι θα εδικαιούτο αυτή να αξιώσει αυτοτελώς το ήμισυ κάθε, τυχόν, ανεξόφλητου τιμολογίου, που θα εξέδιδε προς πελάτες διαχείρισής της, εφόσον η εναγομένη δεν εισέπραττε, για οιονδήποτε λόγο, το ποσό της αξίας τους.
Ότι κατά την τελευταία πενταετία κατέβαλε στην εναγομένη τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 759.915,50 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 4% των συνολικώς τιμολογηθέντων εμπορευμάτων. Ότι οι ανείσπρακτες τιμολογιακές οφειλές του πελατολογίου διαχείρισης της εναγομένης από το έτος 2007 μέχρι και το χρόνο έγερσης της αγωγής, τις οποίες υποχρεούνταν αυτή συμβατικά να είχε εισπράξει, ανέρχονται, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα, στο ποσό των 298.594,53 ευρώ και ως εκ τούτου δικαιούται να αξιώσει αυτή αυτοτελώς το ήμισυ της αξίας των ανωτέρω ανείσπρακτων τιμολογίων πώλησης προϊόντων της προς το πελατολόγιο διαχείρισης της εναγομένης, δεδομένης της ευθείας παραβίασης από την τελευταία των σχετικών συμβατικών υποχρεώσεών της, ανερχόμενο στο ποσό των 149.297,65 ευρώ, το οποίο και περιορίσθηκε εν συνεχεία αρχικά στο ποσό των 131.072,12 ευρώ και τελικά στο ποσό των 128.582,12 ευρώ.
Εξάλλου, για τη θεμελίωση του υπό στοιχ. β' κονδυλίου η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι μετά την καταγγελία της σύμβασης αντιπροσωπείας, τον Ιανουάριο του 2011, η εναγομένη πραγματοποίησε περιστασιακές εισπράξεις των υπολοίπων των οφειλών του πελατολογίου διαχειρίσεώς της, που απέρρεαν από τις τιμολογήσεις εμπορευμάτων της για την περίοδο "Φθινόπωρο - Χειμώνας 2010-2011", τις οποίες και έπαυσε οριστικά την 16.2.2012.
Ότι για την ανωτέρω περίοδο, οι δειγματισμοί της οποίας είχαν ενεργηθεί από την εναγομένη τον Φεβρουάριο του 2010, οι αρχικές παραγγελίες που είχε λάβει ανέρχονταν στο ποσό των 1.098.501,90 ευρώ, το δε ποσό των τιμολογήσεων που τελικά πραγματοποιήθηκαν ανήλθε σε 1.302.807,22 ευρώ και η ίδια κατέβαλε στην εναγομένη το σύνολο της αμοιβής της για τις τιμολογήσεις της προκειμένης περιόδου.
Ότι κατά το χρόνο οριστικής διακοπής της σύμβασης αντιπροσωπείας, το ανοικτό υπόλοιπο των πελατών διαχείρισης της εναγομένης ανερχόταν στο ποσό των 263.754,86 ευρώ, το οποίο και μείωσε εν συνεχεία κατά το ποσό των 96.497,37 ευρώ και, συνεπώς, το ανείσπρακτο τιμολογιακό υπόλοιπο των πελατών διαχείρισης της εναγομένης τον Φεβρουάριο του 2012 ανερχόταν στο ποσό των 167.257,49 ευρώ.
Ότι στα πλαίσια της άνω συμφωνίας τους για καταβολή της ποσοστιαίας αμοιβής της εναγομένης επί των τιμολογήσεων, κατέβαλε αυτή στην εναγομένη το 4% επί του ανωτέρω ανοικτού υπολοίπου του πελατολογίου διαχειρίσεώς της, ήτοι το ποσό των 6.690,30 ευρώ. Ότι η ποσοστιαία αυτή αμοιβή καταβλήθηκε στην εναγομένη υπό τον όρο της εκπλήρωσης της ουσιώδους υποχρέωσής της για ολοσχερή είσπραξη της αξίας των τιμολογημένων εμπορευμάτων, πράγμα που δεν έγινε και έτσι η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της κατά το άνω ποσό, χωρίς να επακολουθήσει η συμβατικά συμφωνηθείσα αιτία και συνεπώς η εναγομένη οφείλει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ, να της καταβάλει το άνω ποσό. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 3618/2015 απόφασή του απέρριψε την αγωγή της αντιπροσωπευόμενης εταιρίας στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη, αφού δέχθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας λύθηκε με καταγγελία της ιδίας και όχι της αντιπροσώπου εταιρίας.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα, με τον πρώτο λόγο της οποίας παραπονείτο για την απόρριψη του άνω υπό στοιχ. α' κονδυλίου της αγωγής της, ισχυριζόμενη ότι με την εκκαλούμενη απορρίφθηκαν συλλήβδην όλα τα κονδύλια της αγωγής της, ακόμη και αυτά που ουδόλως συναρτώνται με τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και ως εκ τούτου ουδόλως επηρεάζονται από το γεγονός ότι αυτή κατήγγειλε τη σύμβαση.
Ειδικότερα, με το λόγο αυτό της έφεσής της επικαλούνταν ότι με την αγωγή της επικαλέστηκε όλα τα αναγκαία στοιχεία για το χαρακτηρισμό της άνω συμβατικής ρήτρας ως ρήτρας del credere και ότι βάσει αυτής η άνω αξίωσή της υφίσταται σε κάθε περίπτωση, δεν συναρτάται δε αυτή με τη λύση της σύμβασης, ούτε με το ζήτημα ποιος από τους συμβαλλόμενους κατήγγειλε τη σύμβαση ή ποιος βαρύνεται με υπαιτιότητα για τη διακοπή της συνεργασίας τους.
Ακόμη ανέφερε ότι πρόκειται για μία αυτοτελώς υφιστάμενη συμβατική αξίωσή της, δεν έχει δε σημασία το ότι στην αγωγή της η εν λόγω αξίωσή της χαρακτηρίζεται ως θετική της ζημία, που επήλθε από την άκαιρη και καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης, καθόσον τούτο δεν δέσμευε το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο μπορούσε να προβεί στον ορθό χαρακτηρισμό επί τη βάσει των ιστορούμενων στην αγωγή της περιστατικών και να διαγνώσει έτσι ότι η αξίωσή της αυτή δεν συνιστούσε στην πραγματικότητα τη θετική της ζημία συνεπεία της λύσης της σύμβασης, αλλά ότι πήγαζε από την αθέτηση της συμβατικής υποχρέωσης της εναγομένης περί συμμετοχής της στις επισφάλειες των πελατών διαχείρισής της.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της η ενάγουσα παραπονείτο για την απόρριψη του άνω υπό στοιχ. β' κονδυλίου της αγωγής της, ισχυριζόμενη ότι και το κονδύλιο αυτό ουδόλως συναρτάτο με τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, καθόσον επρόκειτο για προμήθειες που είχε προκαταβάλει αυτή στην εναγομένη για τιμολόγια της περιόδου "Φθινόπωρο - Χειμώνας 2011", που αφορούσαν προϊόντα τα οποία είχαν δειγματιστεί από την εναγομένη ένα χρόνο πριν τη διακοπή της συνεργασίας τους, υπό τον όρο της εκπλήρωσης της υποχρέωσης της εναγομένης για ολοσχερή είσπραξη της αξίας των τιμολογημένων εμπορευμάτων, πράγμα που δεν έγινε, με συνέπεια να καταστεί η εναγομένη αδικαιολόγητα πλουσιότερη εις βάρος της περιουσίας της κατά το συγκεκριμένο ποσό, λόγω του ότι δεν επακολούθησε η αιτία για την οποία καταβλήθηκε.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν τους άνω λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια, με τις ακόλουθες παραδοχές, σε συνέχεια των προεκτεθεισών παραδοχών του: "Όσον αφορά την από 6.7.2012 αγωγή της αντιπροσωπευόμενης εταιρίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι οι επιμέρους αξιώσεις της έναντι της εναγομένης, αντιπροσώπου, θεμελιώνονται στην επικαλούμενη υπαίτια, άκαιρη και καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της και συνδέονται με αυτή, καθώς και με την επικαλούμενη αθέμιτη και κατά παράβαση της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού δραστηριότητά της, γεγονότα που δεν αποδείχθηκαν, εφόσον η καταγγελία, όπως προεκτέθηκε, έγινε υπαιτίως από την ενάγουσα και δεν υπήρξε αθέμιτη συμπεριφορά της εναγομένης.
Εξάλλου, μέχρι τη διάσπαση των φιλικών και επαγγελματικών σχέσεων μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των εταιριών λόγω της καταγγελίας, η αντιπροσωπευόμενη εταιρία δεν αποδείχθηκε ότι είχε διαμαρτυρηθεί ή αναζητήσει συγκεκριμένα ποσά, οφειλόμενα από την αντιπρόσωπο, τα οποία προέκυψαν κατά τη λειτουργία της σύμβασης.
Επικαλείται μάλιστα στην αγωγή της, όπως και αποδείχθηκε, ότι κατέβαλλε κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης τις προμήθειες στην αντιπρόσωπο με βάση την αξία των τιμολογούμενων εμπορευμάτων και όχι με βάση την εισπραχθείσα αξία αυτών, όπως οριζόταν στη σύμβαση, ενώ η ετήσια εκκαθάριση ελάμβανε χώρα υπό καθεστώς καλής πίστης και όχι σύμφωνα με το γράμμα της σύμβασης, χωρίς να διαμαρτυρηθεί στην εναγομένη μέχρι την καταγγελία για καθυστέρηση απόδοσης οφειλομένων...".
Όπως προαναφέρθηκε, οι ως άνω αξιώσεις της αναιρεσείουσας δεν στηρίζονταν στην επικαλούμενη υπαίτια, άκαιρη και καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και δεν συνδέονται με αυτή, αλλά η μεν αξίωση για καταβολή του ποσού των επισφαλειών είχε βάση την επικαλούμενη συμβατική ασφαλιστήρια ρήτρα, η δε αξίωση για επιστροφή της καταβληθείσης αμοιβής της περιόδου "Φθινόπωρο 2010-Χειμώνας 2011" είχε βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα περιέλαβε και τα εν λόγω κονδύλια στο κεφάλαιο της θετικής της ζημίας από την καταγγελία της άνω σύμβασης, δεν ήταν δεσμευτικό, καθόσον η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση, τυχόν δε μνεία σ' αυτήν της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 925/2017, ΑΠ 1752/2014, ΑΠ 734/2011).
Τους άνω πραγματικούς ισχυρισμούς της επανέφερε η αναιρεσείουσα με τους προαναφερθέντες πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσής της, πλην όμως το Εφετείο, εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα σχετικά διαδικαστικά έγγραφα, δεν τους έλαβε υπόψη, αφού έκρινε ότι και οι εν λόγω αξιώσεις της έναντι της εναγομένης, αντιπροσώπου, θεμελιώνονται στην επικαλούμενη υπαίτια, άκαιρη και καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της και συνδέονται με αυτή, με συνέπεια, μετά την κρίση της περί λύσεως της άνω συμβάσεως με υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, να τυγχάνουν απορριπτέες ως ουσία αβάσιμες.
Έτσι όμως το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια, η οποία προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς είναι βάσιμοι οι σχετικοί, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων αυτών παρέλκει η εξέταση των λοιπών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η εν λόγω δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε τα πιο πάνω αγωγικά κονδύλια και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) της αγωγής αυτής. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα διάδικος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 12 Δεκεμβρίου 2017 και 18 Δεκεμβρίου 2017 αιτήσεις αναιρέσεως κατά της με αριθ. 3200/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 12 Δεκεμβρίου 2017 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της με αριθ. 3200/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Δέχεται την από 18 Δεκεμβρίου 2017 αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... για αναίρεση της με αριθ. 3200/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την με αριθ. 3200/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα κατά το μέρος που απέρριψε τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κονδύλια των 128.582,12 ευρώ και 6.690,30 ευρώ της από 6-7-2012 αγωγής της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ