Legislator Case Law & Legislation
610/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against seizure refusal due to defendant's failure to declare future debts in legal statement.

Case Number 610/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the State's appeal against the First Instance Court's refusal of a seizure order. The State argued the defendant failed to declare future debts in its legal statement, rendering the statement inaccurate and liable for damages. The Court found the First Instance Court erred in law by not recognizing this omission as a procedural flaw warranting the seizure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The court must accept an appeal if the lower court erred in law by failing to recognize that a party's legal statement omitting future debts constitutes inaccuracy and liability for damages, thereby justifying the seizure of such future claims.

Keywords

AI generated
seizure of future debts inaccuracy of legal statement omission of future liabilities appeal against seizure refusal liability for damages procedural error in seizure declaration of future debts

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 610 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 610/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Βιομηχανικής και Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5/3/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Aπό την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθ. 2760/16-10-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Α. Μ., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη (άρθρ. 122 επ., 128 παρ. 4, 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με την κρινόμενη από 5-3-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 82/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 88/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που είχε απορρίψει την από 15-7-2013 ανακοπή του αναιρεσείοντος, απέρριψε την ως άνω έφεση. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 30 Κ.Ε.Δ.Ε. (Ν.Δ. 356/1974) συνάγεται ότι σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του Ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ.1 Κ.Ε.Δ.Ε. και 1 αριθ. 4 π.δ. 16/1989), πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την ποσότητα της απαίτησης του Δημοσίου, για την οποία γίνεται η κατάσχεση, το αντικείμενο της κατάσχεσης και την περιγραφή αυτών με τρόπο που να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία αυτή προέρχεται, που πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά, αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση.

Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 ΚΕΔΕ (αμάχητο παλαιότερα και ήδη μαχητό μετά την τροποποίηση του άρθρου 33 δυνάμει του άρθρου 67 παρ. 1 του Ν. 3842/2010, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα), όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 ΚΕΔΕ (ΑΠ 821/2018, ΑΠ 139/2018).

Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου, ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στον διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, εάν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα.

Η ως άνω δήλωση, η οποία ανάλογα με τη θέση που λαμβάνει ο τρίτος απέναντι στο περιεχόμενο του κατασχετηρίου, μπορεί να χαρακτηριστεί θετική ή αρνητική, χωρίς να αποκλείεται η κατάφαση ή η άρνηση να μην είναι ολική αλλά μερική, συνιστά υποχρέωση του τρίτου, η οποία δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει σαφή και ειλικρινή πληροφόρηση του τρίτου για τις σχέσεις του με τον καθ' ου η εκτέλεση.

Έτσι, η δήλωση πρέπει να είναι ειλικρινής, σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει η τυχόν υποχρέωση του τρίτου, ενώ, επί διαρκών σχέσεων, ο τρίτος πρέπει, αφενός μεν να προσδιορίζει το χρόνο παύσης του δεσμού του με τον καθ' ου η εκτέλεση (οφειλέτη), αφετέρου δε οφείλει να εκτιμήσει και να εκθέσει όλα εκείνα τα ουσιώδη περιστατικά, που είναι ικανά να βοηθήσουν και προσανατολίσουν τον κατασχόντα στην ικανοποίηση της απαίτησής του.

Αντικείμενο, εξάλλου, της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα. Απαιτείται, ωστόσο, στο χρόνο επιβολής της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, να υπάρχει η έννομη σχέση (π.χ. εντολή, εταιρεία κλπ), από την οποία, ως αιτία δικαιογόνο, θα προκύψει η μελλοντική χρηματική απαίτηση, η οποία, όμως, μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιορισθεί κατά το είδος της και κατά το πρόσωπο του οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά το ποσό της.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή, της κατάσχεσης δηλαδή μέλλουσας απαίτησης, οπότε ο τρίτος συνήθως βρίσκεται σε αδυναμία να παράσχει σαφή πληροφόρηση, και πάλι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης, αφού, στην περίπτωση αυτή, η δήλωσή του είναι δυνατόν να είναι αρνητική, ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική, ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση ότι θα παρακρατήσει οτιδήποτε προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθ' ου η κατάσχεση από την δικαιογόνο αιτία της οφειλής, άλλως κινδυνεύει η δήλωσή του να θεωρηθεί ως ανακριβής και να υποχρεωθεί σε αποζημίωση (ΑΠ 919/2019, ΑΠ 825/2018, ΑΠ 1081/2015).

Επίσης, κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, όπως ήδη κατά τα άνω ισχύει, "εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ' ου ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά τον ΚΕΔΕ η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση ή αν έχει στα χέρια του το πράγμα που κατασχέθηκε, ή η εκπρόθεσμη ή παράτυπη δήλωση, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατά αντίθεση με τον ΚΠολΔ (άρθρο 985 παρ.3), κατά τον οποίο η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση.

Το τεκμήριο αυτό δημιουργείται μόνο στις ως άνω αναφερόμενες τρεις περιπτώσεις του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ. Άρα δεν δημιουργείται τούτο, όταν η δήλωση του τρίτου δεν περιέχει κάποιο από τα στοιχεία, την αναφορά των οποίων αξιώνει όχι η διάταξη του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ, αλλά η διάταξη του άρθρου 985 ΚΠολΔ, η οποία, κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 89 του ΚΕΔΕ.

Επομένως, η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχόντος (985 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δήλωσης αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και (στο οποίο αυτό παραπέμπει) 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (άρθρο 990 ΚΠολΔ), μη αποκλειομένης και της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο της ανακοπής και της από το άρθρο 985 παρ. 3 αγωγής περί αποζημίωσης κατ' άρθρο 986 εδ.

β' ΚΠολΔ. Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθ' ου η εκτέλεση με τον τρίτο. Εξάλλου, και η μη σαφής αναφορά στη δήλωση του τρίτου περί της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της κατασχεθείσας απαίτησης, θεωρείται ως σιωπηρά αρνητική, για την ύπαρξη της απαίτησης, δήλωση, οπότε και υπόκειται στην κατά το άρθρο 34 ΚΕΔΕ ανακοπή.

Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών (ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1386/2019, ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 825/2018, ΑΠ 96/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, ΑΠ 650/2020, ΑΠ 403/2020, ΑΠ 156/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε με την από 15-7-2013 ανακοπή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, τα εξής: α) ότι σε βάρος της οφειλέτιδάς του Ξ. Χ., προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της καθ' ης η ανακοπή ανώνυμης εταιρείας βεβαιώθηκαν ταμειακά ληξιπρόθεσμα χρέη προς αυτό (ανακόπτον), προερχόμενα από οφειλόμενους φόρους εισοδήματος και φόρους προστιθέμενης αξίας, συνολικού ύψους 73.615,69 ευρώ, β) ότι ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ.

Κομοτηνής προέβη στην έκδοση του με αριθ. ειδ. βιβλ. 114/20-5-2013 κατασχετηρίου εγγράφου, που επιδόθηκε νόμιμα στην καθ' ης η ανακοπή την 13-6-2013, με το οποίο κατέσχεσε στα χέρια αυτής, ως τρίτης, για λογαριασμό της προαναφερόμενης οφειλέτιδας, όσα αυτή (η καθ' ης η ανακοπή) οφείλει ή μέλλει να οφείλει στην οφειλέτιδα αυτού (ανακόπτοντος), μέχρι του ποσού των 73.615,69 ευρώ, από κάθε αιτία και συγκεκριμένα, είτε από τη σχέση έμμισθης εργασίας, που βρισκόταν σε ισχύ κατά το χρονικό σημείο της κατάσχεσης, είτε από διανομή μετοχικών κερδών ή από λοιπές οφειλές και πρόσθετες αμοιβές, γ) ότι η καθ' ης η ανακοπή προέβη στη με αριθ. 182/19-6-2013 δήλωση προς την Ειρηνοδίκη Κομοτηνής, που επιδόθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., με την οποία δηλώνει ότι δεν υφίσταται στην καθ' ης η ανακοπή από οποιαδήποτε αιτία κάποια απαίτηση ή άλλη αξίωση της οφειλέτιδος του ανακόπτοντος, που να καλύπτει το ανωτέρω ποσό, για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση και δ) ότι η ως άνω δήλωση της καθ' ης τυγχάνει ανειλικρινής αφ' ενός μεν διότι συντάχθηκε από την ίδια την οφειλέτρια, χωρίς να παρέχει κανένα εχέγγυο για την ειλικρίνεια του περιεχομένου της και αφ' ετέρου διότι δεν συνάγεται από το περιεχόμενό της ευθέως η ανυπαρξία της οφειλής αυτής.

Επίσης, ότι η επίδικη αρνητική δήλωση τρίτου τυγχάνει και ανειλικρινής, διότι η καθ' ης σε κάθε περίπτωση ήταν υποχρεωμένη να δηλώσει κάθε μεθύστερη οφειλή που τυχόν θα είχε, έναντι της οφειλέτριας του Ελληνικού Δημοσίου, αφού, όπως επιτάσσει ο ΚΕΔΕ, στο επίδικο κατασχετήριο της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ.

Κομοτηνής μνημονεύθηκε η κατάσχεση της μελλοντικής αυτής οφειλής με τη φράση "...ή μέλλετε να οφείλετε...". Άλλως και σε κάθε περίπτωση η επίδικη αρνητική δήλωση τρίτου της καθ' ης τυγχάνει αόριστη, εξαιτίας ακριβώς της μη δήλωσης κάθε μεθύστερης οφειλής, που τυχόν θα είχε έναντι της οφειλέτριας του Ελληνικού Δημοσίου.

Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το ανακόπτον ελληνικό δημόσιο, έχοντας απαίτηση σε βάρος της εδώ μη διαδίκου Ξ. Χ., προερχόμενης από οφειλόμενους φόρους εισοδήματος και από οφειλόμενους φόρους προστιθέμενης αξίας των οικονομικών ετών 2003, 2010, 2012, 2013, συνολικού ύψους 73.615,69 ευρώ, επέδωσε στην καθ' ης η ανακοπή, την 13.06.2013 (ως ισχυρίζεται το ανακόπτον και συνομολογεί η καθ' ης), το με αριθμ.

ειδ. βιβλ. 114/20.05.2013 κατασχετήριο έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής, με το οποίο επέβαλε στα χέρια της ως τρίτης, κατάσχεση σε όσα αυτή οφείλει ή μέλλει να οφείλει στην ανωτέρω οφειλέτιδα του Δημοσίου, και μέχρι του παραπάνω ποσού. Ακολούθως, η καθ' ης η ανακοπή, με τη με αριθμ. 182/19.06.2013 δήλωσή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, αρνήθηκε την επιβληθείσα κατάσχεση, προβάλλοντας ότι δεν υφίστατο σε βάρος της κάποια απαίτηση ή άλλη αξίωση της οφειλέτιδας του ανακόπτοντος από οποιαδήποτε αιτία και δεν υφίστατο στην καθ' ης η κατασχεθείσα απαίτηση, που να καλύπτει το ανωτέρω ποσό της κατάσχεσης.

Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι, η οφειλέτιδα του ανακόπτοντος ετύγχανε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα επιβολής της κατάσχεσης πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της καθ' ης, όπως προκύπτει, εξάλλου και από το προσκομιζόμενο με αριθμ. φύλλου 14.956/30.12.2010 ΦΕΚ Τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης, δυνάμενη να εκπροσωπεί την καθ' ης η ανακοπή εταιρία.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι η αρνητική δήλωση της καθ' ης τυγχάνει ανειλικρινής και για το λόγο ότι η επίδικη δήλωση συντάχθηκε από την ίδια την οφειλέτιδα του ελληνικού δημοσίου, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη δήλωση να μην παρέχει εχέγγυα για την ειλικρίνεια του περιεχομένου της, δεν ευσταθεί, καθώς αυτή (η οφειλέτιδα του κατασχόντος) νόμιμα εκπροσώπησε την καθ' ης κατά τη σύνταξη της αρνητικής δήλωσης, ενώ μόνο το γεγονός αυτό δεν καθιστά άνευ ετέρου την προσβαλλόμενη δήλωση ανειλικρινή, αν δεν συνοδεύεται και από άλλα αποδεικτικά μέσα που να βεβαιώνουν και να αποδεικνύουν την ανειλικρίνεια αυτής, πολύ περισσότερο αφού, η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή η κατ' αυτής ανακοπή και υποχρεούται τότε ο τρίτος να ενεργήσει (κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 990 ΚΠολΔ), εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.

Ο ισχυρισμός της καθ' ης ότι, το ανακόπτον ασκεί καταχρηστικά την υπό κρίση ανακοπή εναντίον της, διότι για την επίδικη απαίτηση, η οποία αφορά σε οφειλές της καθ' ης, ενέχονται εις ολόκληρον - ως συνομολογεί και το ανακόπτον - τόσο η οφειλέτιδα του ελληνικού δημοσίου, όσο και η καθ' ης (σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2 και 20 παρ. 1 του ν. 2523/1997, όπως το τελευταίο καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 67 παρ. 1 περ.

α' του ν. 4174/2013 με το ίδιο περιεχόμενο), με αποτέλεσμα η κρινόμενη ανακοπή να στερείται αντικειμένου διαφοράς, και δη ότι, με τη διενέργεια της κατάσχεσης στα χέρια αυτής ως τρίτης, της ζητείται ουσιαστικά να καταβάλει δύο φορές το ίδιο χρέος, μία ως τρίτη και μία ως εις ολόκληρον οφειλέτης του κατασχόντος για την ίδια απαίτηση αυτού, δεν ευσταθεί, διότι το ανακόπτον στην προκείμενη περίπτωση επέλεξε να ικανοποιηθεί από την οφειλέτιδα του, Ξ.

Χ., μέσω της διαδικασίας της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, με αποτέλεσμα, εφόσον η απαίτησή του ικανοποιηθεί με τον τρόπο αυτό, να αποσβεσθεί, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος να στραφεί εκ νέου κατά της καθ' ης, ως προσωπικά ευθυνόμενης, για την ικανοποίηση εκ νέου της ίδιας απαίτησης. Το ανακόπτον ισχυρίζεται εξάλλου, ότι, η καθ' ης έχει την υποχρέωση να διαφωτίσει τον κατασχόντα για την έννομη σχέση αυτής και της οφειλέτιδας του τελευταίου, προβαίνοντας σε σαφή και ειλικρινή αναφορά της σχέσης που τους συνδέει, ώστε να προκύπτει ευθέως η υποχρέωση της τρίτης ή η ανυπαρξία αυτής, ωστόσο, υποστηρίζει ότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης δήλωσης της καθ' ης δεν συνάγεται άμεσα η ανυπαρξία της κατασχεθείσας απαίτησης, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, διότι δεν γίνεται επίκληση ούτε αποδεικνύεται έλλειψη ταμειακών διαθεσίμων της καθ' ης ή μη διανομή μερισμάτων.

Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι, η ανειλικρίνεια της επίδικης αρνητικής δήλωσης προκύπτει και από το γεγονός ότι η καθ' ης δεν επιφυλάχθηκε για τη γέννηση της οφειλής και δεν προέβη σε ακριβή παράθεση των μεθύστερων οφειλών, που τυχόν θα είχε έναντί της, λόγος που καθιστά την ανωτέρω δήλωση και αόριστη, ισχυρισμός, όμως, που διόλου δεν ευσταθεί, διότι η καθ' ης δεν ήταν υποχρεωμένη να παραθέσει όλες τις μελλοντικές απαιτήσεις της οφειλέτιδας του ανακόπτοντος σε βάρος της, αλλά ήταν υποχρεωμένη, εφόσον τυχόν προκύψει οποιαδήποτε τέτοια απαίτηση, να τη δεσμεύσει και να την αποδώσει στο ανακόπτον.

Εξάλλου, σύμφωνα με όσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρθηκαν, το βάρος απόδειξης σχετικά με την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της κατασχεθείσας απαίτησης, ληξιπρόθεσμης ή μελλοντικής, το φέρει ο ίδιος ο ανακόπτων και όχι ο τρίτος που προβαίνει σε αρνητική δήλωση.

Εν προκειμένω δε, το ανακόπτον, ενώ ισχυρίζεται ότι κατέσχεσε στα χέρια της καθ' ης ως τρίτης όσα η τελευταία όφειλε ή έμελλε να οφείλει στην οφειλέτιδά του, είτε εξαιτίας της σχέσης έμμισθης εργασίας, είτε από διανομή μετοχικών κερδών ή από λοιπές οφειλές και πρόσθετες αμοιβές, δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό μέσο, που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη της κατασχεθείσας απαίτησης.

Ειδικότερα, δεν προσκομίζει το καταστατικό της καθ' ης - εταιρίας ή κάποιο άλλο έγγραφο ή αποδεικτικό μέσο, το οποίο να αποδεικνύει ότι η οφειλέτιδα του κατασχόντος πράγματι ελάμβανε, ή επρόκειτο να λάβει αμοιβή, ή οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη παροχή, λόγω της ιδιότητάς της ως προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της εταιρίας (άρθρο 24 ν. 2190/1920), ή ότι έλαβε χώρα πράγματι διανομή κερδών στους μετόχους της εταιρίας.

Αντίθετα, η καθ' ης επικαλείται και προσκομίζει την από 18.06.2013 βεβαίωση του Γ. Χ., ο οποίος δύναται να εκπροσωπεί την εταιρία (βλ. το με αριθ. 14.956/30.12.2010 ΦΕΚ Τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης), προς τη Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής, η οποία εκδόθηκε, μία μόλις ημέρα πριν λάβει χώρα η αρνητική δήλωση της καθ' ης, σύμφωνα με την οποία (βεβαίωση) η Ξ.

Χ. δεν έλαβε από την εταιρία αμοιβές Δ.Σ. ή μερίσματα, αλλά και την από 08.04.2014 βεβαίωση της Υπεύθυνης Λογιστηρίου της εταιρίας, Μ. Τ., από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι η οφειλέτιδα του ανακόπτοντος δεν έλαβε οποιαδήποτε αμοιβή για την ιδιότητά της, ως προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της εταιρίας, ούτε έλαβε οποιαδήποτε άλλη αμοιβή ή μερίσματα από την ανάληψη των καθηκόντων της, ούτε έγινε διανομή κερδών στους μετόχους της εταιρίας από τη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα μέχρι και την 08.04.2014.

Θα πρέπει, πάντως, εδώ να σημειωθεί ότι, το προσαγόμενο μετ' επικλήσεως, από το εκκαλούν - ανακόπτον ελληνικό δημόσιο, παραδεκτά κατ' άρθρο 527 παρ 4 και 5 του ΚΠολΔ, με αριθμ .../22.09.2016 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής, σύμφωνα με το οποίο "...από το πρακτικό υπ' αριθμ. 39/10.12.2010 της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της εταιρίας η Χ.

Ξ. ως διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος είναι και μέτοχος και κατείχε 16.135 μετοχές από το σύνολο των (97.732) μετοχών...", δεν δύναται να οδηγήσει το παρόν Δικαστήριο σε διάφορη κρίση, αφού και πάλι δεν προέκυψε ότι έλαβε αμοιβή για την παραπάνω ιδιότητα της (ως προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου), ούτε ότι έλαβε οποιαδήποτε άλλη αμοιβή ή μερίσματα, αλλά ούτε και ότι έγινε διανομή κερδών στους μετόχους.

Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω, θα πρέπει, η κρινόμενη ανακοπή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Τα ίδια είπε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, επομένως απορριπτέος κρίνεται ο σχετικός λόγος έφεσης". Ήδη με το μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33, 34 του ΚΕΔΕ, 982, 985 και 986 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι με το εισαγωγικό δικόγραφο της ένδικης ανακοπής του κατά της προαναφερόμενης αρνητικής δήλωσης της αναιρεσίβλητης είχε προβάλει ως λόγο ακυρότητας αυτής την (ανειλικρίνεια) ανακρίβειά της λόγω μη αναφοράς περί επιφύλαξής της, όπως ήταν υποχρεωμένη να πράξει, για κάθε μελλοντική (μεθύστερη) οφειλή που τυχόν θα είχε έναντι της ως άνω οφειλέτριας αυτού (αναιρεσείοντος), ενόψει του ότι στο επίδικο κατασχετήριο είχε μνημονευθεί ρητά η κατάσχεση της μελλοντικής αυτής οφειλής και το σχετικό ισχυρισμό είχε προτείνει νόμιμα στο Εφετείο με αντίστοιχο λόγο της έφεσής του.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Τούτο δε διότι με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη στην ένδικη πιο πάνω υπ' αριθ. 182/19-6-2013 αρνητική δήλωσή της, εκτός από το ζήτημα της ενεστώσας κατά τον ως άνω χρόνο οφειλής, ήταν υποχρεωμένη να διαλάβει και το ζήτημα της μελλοντικής οφειλής, στο οποίο με σαφήνεια αναφερόταν η κατάσχεση και συγκεκριμένα ήταν υποχρεωμένη να αναφερθεί σ' αυτήν, παρέχοντας μάλιστα τη διαβεβαίωση ότι θα παρακρατήσει στο μέλλον οτιδήποτε προκύψει υπέρ της καθ' ης η κατάσχεση από τις αναφερόμενες από το αναιρεσείον δικαιογόνες αιτίες της οφειλής.

Ακόμη πρέπει να σημειωθεί και το ότι, ενώ κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η προαναφερόμενη οφειλέτρια του αναιρεσείοντος ήταν και μέτοχος της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, κατέχοντας μάλιστα 16.135 σε σύνολο 97.732 μετοχών αυτής, παρά ταύτα στην ένδικη δήλωση ουδεμία αναφορά γίνεται στο ζήτημα της διανομής κερδών στους μετόχους της εταιρείας με τη μορφή μερίσματος.

Αποτέλεσμα δε της ως άνω παράλειψης της αναιρεσίβλητης, για την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχεται ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να παραθέσει όλες τις μελλοντικές απαιτήσεις της οφειλέτιδος του αναιρεσείοντος σε βάρος της, είναι να θεωρείται η ένδικη δήλωση της τελευταίας ανακριβής (ανειλικρινής) και να ανακύπτει ευθύνη της προς αποζημίωση.

Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την από 5-3-2019 ανακοπή του αναιρεσείοντος, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 πλημμέλεια. Κατά συνέπεια τούτων είναι βάσιμος ο μοναδικός αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της, στα όρια όμως του άρθρ. 22 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 82/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θράκης, συγκροτούμενο από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ