Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of valid appeal reasons under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the first-instance judgment in a voluntary enforcement proceeding. The appellant raised procedural defects regarding the absence of the Bank of Piraeus and the National Bank of Greece, but the court found these did not constitute valid grounds for appeal under Article 560 of the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was rejected, and the costs were remitted to the public fund.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 495 of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if the alleged defects do not fall within the statutory grounds for appeal, and costs are remitted to the public fund in voluntary enforcement proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 610 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 610/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. χας Ε. Ρ., το γένος Ι. Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παπαγεωργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Βρέττα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ ΣΥΝ.ΠΕ", που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, αυτοτελώς και ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαραντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2011 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2014 μη οριστική και 31/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση ,από την υπ'αριθμ. ... έκθεση επίδοσης, της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δωδεκανήσου Χ. Ν. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα Φ. Ρ., η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 14-6-2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 4/2018, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 769 εδ.
β' και 762 ΚΠολΔικ, στον δεύτερο αναιρεσίβλητο υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικό συνεταιρισμό με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ ΣΥΝ.ΠΕ". Κατά συνέπεια, εφόσον αυτός δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του δεύτερου αναιρεσίβλητου υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού συνεταιρισμού τράπεζας (άρθρα 576 παρ. 2, 575 εδαφ.
β' του ίδιου κώδικα). Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη από 14-6-2018 (αρ. κατ. 4/2018) αίτηση αναίρεσης, που απευθύνεται κατά των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών και προσβάλλει την υπ` αριθμ. 51/2018 οριστική απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ.
ΚΠολΔ, άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 3869/2010), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο, την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ` αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου.
Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ) (εντάσσονται στο Ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών).
Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (Ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως, για τους οποίους μάλιστα βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του Διατάγματος περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο, όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο, τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του Ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου.
Γι` αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του Ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι αυτές του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 803/2017). Περαιτέρω, η από τα άρθρα 847 επ. ΑΚ σύμβαση εγγύησης, είναι καθ` αυτή σύμβαση αστικού δικαίου, αφού κατά κανόνα παρέχεται χαριστικώς προς εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλου.
Στην περίπτωση όμως που η εγγύηση δίδεται από τον εγγυητή για κερδοσκοπία με αμοιβή ή άλλη χρηματική ωφέλεια, ή αυτός έχει οικονομικό συμφέρον από την υπόθεση για την οποία δόθηκε, η πράξη είναι εμπορική και μάλιστα ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα της κύριας οφειλής ή της εμπορικής ιδιότητας του εγγυητή.
Είναι δηλαδή πράξη αντικειμενικά εμπορική, διότι περιέχει διαμεσολάβηση στην παροχή πίστης για την ανάληψη του κινδύνου και κερδοσκοπία, στοιχεία που αποτελούν αντικειμενικά γνωρίσματα χαρακτηρισμού της πράξεως ως εμπορικής κατά το άρθρο 2 του β.δ/τος 2/14.05.1835 "περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων". Επομένως τέτοιες εγγυήσεις, εφόσον παρέχονται κατά σύνηθες επάγγελμα με σκοπό το βιοπορισμό, αποτελούν αντικειμενικά εμπορικές πράξεις, που προσδίδουν στον παρέχοντα την ιδιότητα του εμπόρου, κατά το άρθρο 1 του ΕμπΝ (ΑΠ 1692/1998, ΑΠ 108/1997).
Εξάλλου, η παροχή εγγυήσεων τέτοιων προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου κατά την ανωτέρω έννοια, στον παρέχοντα αυτές, όταν ασκείται κατά σύνηθες και όχι απαραίτητα κύριο επάγγελμα. Η κτήση δηλαδή της εμπορικής ιδιότητας δεν αποκλείεται από την παράλληλη με αυτή άσκηση άλλου μη εμπορικού επαγγέλματος ή άλλης ιδιότητας (Ολ.ΑΠ 1513/1980).
Ακόμη σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή, θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου υποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 626/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η αναιρεσείουσα άσκησε την από 14-11-2011 (αρ. κατ. 78/2011) αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου, με την οποία, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρηματικών της οφειλών προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες και ήδη αναιρεσίβλητες, ζητούσε τη ρύθμιση των χρεών της, σύμφωνα με το σχέδιο που πρότεινε και την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της, λαμβανομένης υπόψη της οικογενειακής της κατάστασης και των εισοδημάτων της, προκειμένου να απαλλαγεί από τα χρέη της, τα οποία προέρχονταν από τις υπογραφές της ως εγγυήτριας σε όλες σχεδόν τις δανειακές συμβάσεις επιχειρηματικών, με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, στεγαστικών κ.λπ.
δανείων που είχε συνάψει ο σύζυγός της με τις καθ' ων Τράπεζες, από τις οποίες είχε δανειστεί υπέρογκα ποσά, βασιζόμενος σε εσφαλμένες εκτιμήσεις ως προς τις δυνατότητες αποπληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων που τον ανάγκασαν να καταφύγει περισσότερο από όσο επέτρεπε η οικονομική τους κατάσταση στον τραπεζικό δανεισμό και ο οποίος απεβίωσε στις 25-4-2010 αφήνοντάς της υπέρογκες οφειλές προς προμηθευτές και Τράπεζες.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 1/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου, με την οποία, διατάχθηκε κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, ώστε να διασαφηνιστεί ποια είναι η κύρια κατοικία της αιτούσης.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμό 31/2016 απόφαση, του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή και ως ουσία βάσιμη η αίτηση, υποχρεώθηκε η αιτούσα να καταβάλει τις ειδικότερα οριζόμενες σε αυτή μηνιαίες δόσεις στους πιστωτές της, εξαιρέθηκε από τη ρευστοποίηση το σύνολο της ακίνητης περιουσίας της και υποχρεώθηκε να καταβάλει δόσεις, όπως αυτές ειδικότερα ορίστηκαν, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, με τους ειδικότερους όρους που διαλαμβάνονται σε αυτή.
Η πρώτη των αναιρεσιβλήτων "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 13-2-2017 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, την οποία κοινοποίησε στην τρίτη των αναιρεσιβλήτων "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", η οποία άσκησε "Κύρια Παρέμβαση σε Έφεση Ν. 3869/ 2010". Επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 51/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε τις ως άνω αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Ρόδου και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση απέρριψε την 78/2011 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, για το λόγο ότι η αιτούσα με βάση τα εκτιθέμενα στην αίτηση είχε αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα.
Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον τους ερευνώμενους λόγους αναίρεσης μέρος της: "...Περαιτέρω, η ίδια η αιτούσα - εφεσίβλητη - καθής η κύρια παρέμβαση ομολογεί στην αίτησή της ότι υπέγραψε ως εγγυήτρια στις δανειακές συμβάσεις που ο έμπορος σύζυγός της κατάρτισε υπέρ της επιχείρησής του, ενώ όπως η ίδια ομολογεί δεν είχε ποτέ ατομικό εισόδημα αλλά ανέκαθεν ασχολείτο με τα οικιακά και ως εκ τούτου συντηρούνταν από τα εισοδήματα του συζύγου της τα οποία προέρχονταν από την επιχείρησή του.
Συνεπώς, η ίδια είχε έμμεσο όφελος από την υπογραφή των ως άνω εγγυήσεων, ως μέσο βιοπορισμού, αποκτώντας έτσι την εμπορική ιδιότητα, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης. Επομένως, ο ισχυρισμός της κυρίως παρεμβαίνουσας Τράπεζας Πειραιώς, ότι η αίτηση είναι μη νόμιμη λόγω του ότι η αιτούσα έχει την εμπορική ιδιότητα είναι βάσιμος κατ' ουσία και ως εκ τούτου, το πρωτόδικο Δικαστήριο που έκρινε νόμιμη την αίτηση και απέρριψε τον σχετικό προταθέντα και πρωτόδικα ισχυρισμό, έσφαλε και για το λόγο αυτό, το παρόν Δικαστήριο, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμο τον λόγο αυτό έφεσης, θα πρέπει να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και να δικάσει την αίτηση, η οποία θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων έφεσης".
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, άλλως υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας που αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχτεί ότι απέκτησε την εμπορική ιδιότητα επειδή απλώς και μόνο υπέγραψε ως εγγυήτρια τις δανειακές συμβάσεις που ο θανών έμπορος σύζυγός της κατάρτισε υπέρ της επιχείρησής του αν και δεν είχε, όπως δέχτηκε, ατομικό εισόδημα, αλλά ανέκαθεν ήταν ασχολούμενη τα οικιακά και ως εκ τούτου συντηρούμενη από τα εισοδήματα της επιχείρησης του συζύγου της, έχοντας τάχα έμμεσο όφελος από την υπογραφή των ως άνω εγγυήσεων ως μέσο βιοπορισμού, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, τις διατάξεις του άρθρου 1 του Β.Δ. 19.4/01.05.1835 περί Εμπορικού Νόμου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 847 επ.
και 173 και 200 του Α.Κ.
Κρίνοντας έτσι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο και ειδικότερα ότι η αναιρεσείουσα, που όπως εκθέτει στην αίτησή της υπέγραψε ως εγγυήτρια στις δανειακές συμβάσεις που ο έμπορος σύζυγός της κατήρτισε υπέρ της επιχείρησής του, συντηρείτο από τα εισοδήματα του συζύγου της, τα οποία προέρχονταν από την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και συνεπώς, αντλούσε έμμεσο οικονομικό όφελος από την υπογραφή των ως άνω εγγυήσεων, ως μέσο βιοπορισμού, είχε αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα όταν ο σύζυγός της έπαψε να καταβάλει τις δανειακές του υποχρεώσεις έχουσα ως εκ τούτου πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης με συνέπεια να μη δύναται να υπαχθεί στο προστατευτικό πεδίο των διατάξεων του Ν. 3869/2010, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις ούτε τα επικαλούμενα απ' αυτή ως διδάγματα της κοινής πείρας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1α και 1β του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3) Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).
Επομένως, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1844/2009, ΑΠ 2228/2007) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι η δεύτερη των καθών - κυρίως παρεμβαίνουσα Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) πρότεινε με την κύρια παρέμβαση που άσκησε ότι από δολιότητα η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα περιήλθε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, άλλως υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.
α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ καθόσον, αφ' ενός μεν παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου περί δόλου του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010 (όπως ισχύει μετά το Ν. 4336/2015), αφ' ετέρου δε παραβίασε τη διάταξη περί βάρους αποδείξεως του άρθρου 338 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, καθόσον αφορά την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δήθεν εσφαλμένως η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αναφέρει ότι η κυρίως παρεμβαίνουσα Τράπεζα Πειραιώς αιτείται -μεταξύ άλλων- την απόρριψη της αρχικής αίτησης ως ουσία αβάσιμης, διότι από δολιότητα, η αιτούσα περιήλθε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, ενώ όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, ουδόλως η κυρίως παρεμβαίνουσα πρότεινε ότι από δολιότητα περιήλθε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων.
Ο σχετικός λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη. Επίσης απορριπτέος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του που προβάλλει η αναιρεσείουσα την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον αφορά μεν τον ισχυρισμό περί μη ύπαρξης δολιότητας, ως αλυσιτελής, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν στήριξε την απορριπτική της αγωγής κρίση του στο δόλο της αιτούσας αλλά στην ύπαρξη στο πρόσωπό της πτωχευτικής ικανότητας, καθόσον δε αφορά στην επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παραβίαση του άρθρου 338 ΚΠολΔ που συνίσταται στην εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως καθόσον αφενός μεν διότι η ένδικη αίτηση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και όχι ως αναπόδεικτη, αφ' ετέρου δε διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.
Η αναιρεσείουσα, με την τρίτο λόγο της υπό κρίσιν αναίρεσής της ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου της ασκηθείσας το πρώτον ενώπιον του Εφετείου από την Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ κύριας παρέμβασης, καθώς και της ασκηθείσας από την Εθνική Τράπεζα ΑΕ έφεσης.
Ο ως άνω λόγος, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις που αποδίδονται μ' αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν ιδρύουν λόγους αναίρεσης από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και ο φερόμενος ως ιδρυόμενος λόγος από τον αριθμό 1α του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο οποίος προϋποθέτει παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικών διατάξεων όπως είναι οι φερόμενες από την αναιρεσείουσα, ως παραβιασθείσες από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-6-2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 4/2018 αίτηση, για την αναίρεση της υπ` αριθμ. 51/2018 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας). Και
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ