Legislator Case Law & Legislation
610/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for abuse of right under Article 281 Civil Code regarding delayed wage recovery claim.

Case Number 610/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for wage arrears. The appellant had previously settled with the bank and resigned, creating a reasonable expectation that he would not pursue further legal action. The court found that his subsequent attempt to sue violated the principles of good faith and fair dealing under Article 281 of the Civil Code. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Article 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An exercise of a right is considered abusive if the holder's prior conduct or the circumstances leading up to the claim create a reasonable belief in the obligor that the right will not be exercised, thereby causing excessive hardship upon the obligor.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith principle Civil Code Article 281 wage arrears claim legal costs award appeal dismissal reasonable expectation

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 610 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 610/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Γεωργοπούλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... BANK", ως καθολικής διαδόχου της "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Μπάρλου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/1/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την ανταγωγή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος που ασκήθηκε με τις από 30/5/2011 προτάσεις της.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1463/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 6183/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/5/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 8/1/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπροσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του για την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ ΑΠ10/2012, 8/2001, ΑΠ 38/2015, 439/2013 ).

Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο το χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, διότι αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές και γενικά κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και συνεπώς δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως, διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των εργαζομένων για προαγωγή και καταβολή διαφοράς αποδοχών.

Ειδικότερα καταχρηστική, κατά την ως άνω διάταξη, άσκηση του δικαιώματος του μισθωτού από την σύμβαση εργασίας, συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οφέλους (ΑΠ 2137/2009, 119/2009, 1520/2000). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση ( Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).

Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα ( ΟλΑΠ 15/2006).

2. Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερα από έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατ’ αυτής, με την οποία ζητούσε: α) να αναγνωρισθεί ότι η παράλειψη προαγωγής του από το βαθμό του Υποδιευθυντή Β’ στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α’ , με αρχαιότητα από 1-1-2006, ήταν καταχρηστική και άκυρη, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν μεταξύ των ως άνω βαθμών και γ) να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το ποσό των 8.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής:

Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 11-1-1974 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με το βαθμό του δόκιμου λογιστή και στη συνέχεια προήχθη κατά σειρά στους βαθμούς της ιεραρχίας μέχρι το βαθμό του Υποδιευθυντή Β’ . Ότι το βαθμό αυτό κατείχε από 1-1-2003 έως και τις 30-12-2008, οπότε, επειδή συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις που έθεσε η εναγομένη, υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Αμοιβών και Παροχών αυτής την από 30-12-2008 αίτηση - δήλωση παραίτησης, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής :

‘ ‘ Mε την παρούσα σας δηλώνω ότι παραιτούμαι από την Τράπεζα την 30-12-2008 με την προϋπόθεση της καταβολής 160.000 ευρώ. Επίσης σας δηλώνω ότι, εφόσον ικανοποιήσετε το πιο πάνω αίτημά μου, παραιτούμαι ρητώς κάθε αξιώσεως ή δικαιώματος που έχω κατά της Τράπεζας από προαγωγές, μισθολογικές παροχές κλπ’ ‘ . Ότι μετά την υποβολή της ως άνω δηλώσεως ο ενάγων έλαβε, την ίδια πιο πάνω ημερομηνία, από την εναγομένη το χρηματικό ποσό των 160.000 ευρώ, από το οποίο ποσό 28.000 ευρώ παρακρατήθηκε από την εναγομένη ως φόρος, και ακολούθως αυθημερόν λύθηκε, κατ’ εφαρμογή της ως άνω συμφωνίας των διαδίκων, η μεταξύ τους εργασιακή σύμβαση, με την αποχώρηση του ενάγοντος από την υπηρεσία της εναγομένης, χωρίς να απαιτείται ειδική αποδοχή εκ μέρους της Τράπεζας της δηλώσεώς του περί παραιτήσεως.

Ότι ο ενάγων, με την υποβολή της παραπάνω δηλώσεώς του προς την εναγομένη, με την οποία ρητά δήλωσε την επιθυμία του να παραιτηθεί από την Τράπεζα αλλά και από κάθε αξίωσή του κατ’ αυτής από προαγωγές, μισθολογικές παροχές κλπ, εφόσον του καταβαλλόταν το ποσό των 160.000 ευρώ, το οποίο και έλαβε, παραιτήθηκε ρητά από τις παραπάνω αξιώσεις, επιλέγοντας την οικειοθελή αποχώρηση και την είσπραξη του ως άνω ποσού, εκμεταλλευόμενος τα κίνητρα αποχώρησης που θέσπισε η εναγομένη για ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος.

Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι, με την επιλογή αυτή, ο ενάγων αποδέχθηκε ως δίκαιη τη μέχρι τότε εξέλιξή του, αν και είχε λάβει γνώση από τριετίας ήδη της παράλειψης της προαγωγής του με την κυκλοφορία της .../22-12-2005 εγκυκλίου προαγωγών της εναγομένης, χωρίς, όμως, μέχρι τότε να έχει προβεί στην άσκηση οιουδήποτε δικαιώματός του αναφορικά με την παράλειψη προαγωγής του.

Ότι αυτό το έπραξε για πρώτη φορά δύο έτη μετά την παραπάνω αποχώρησή του και τέσσερα έτη μετά την παράλειψή του, με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής.’ Oτι, εν όψει των προεκτεθέντων, ο ενάγων με την παραπάνω δήλωση προς την εναγομένη Τράπεζα και ανεξάρτητα από την εγκυρότητα της παραίτησής του από το δικαίωμα προαγωγής, ενώ τελούσε σε πλήρη γνώση της παράλειψης προαγωγής του, εξέφρασε ρητά και ανεπιφύλακτα τη βούλησή του, μεταξύ άλλων, να παραιτηθεί από τυχόν δικαίωμα προαγωγής του και τις συναφείς με αυτή μισθολογικές παροχές, λαμβάνοντας την συμφωνηθείσα αποζημίωση.

Εφόσον η επίμαχη δήλωση αποτέλεσε προϊόν της ελεύθερης βούλησης του ενάγοντος, δεδομένου ότι αυτός μπορούσε να διεκδικήσει την αιτούμενη προαγωγή του και την καταβολή των μισθολογικών διαφορών, η άσκηση απ’ αυτόν της κρινόμενης αγωγής αντιφάσκει με την προγενέστερη συμπεριφορά του, όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω, και συνδυαζόμενη προς το σκοπούμενο με την αγωγή αποτέλεσμα, αποτελεί απαράδεκτο τέχνασμα σε βάρος της εναγομένης Τράπεζας με σκοπό τη διπλή ωφέλειά του.

Επιπλέον, η άσκηση του εν λόγω αγωγικού δικαιώματος έχει δυσμενείς (οικονομικές) επιπτώσεις στα συμφέροντα της εναγομένης, στην οποία, λόγω της παραπάνω συμπεριφοράς του ενάγοντος, δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση ότι ο τελευταίος δεν θα προβεί στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Ότι, έτσι, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός του περί προαγωγής στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α’ υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτό το σχετικό λόγο της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, που πρόβαλε η εναγομένη προς απόκρουση της αγωγής αυτής, και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, κατά παραδοχή της ανωτέρω εκ του άρθρου 281 ΑΚ προβληθείσας ένστασης της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη διαφορά, την οποία διάταξη δεν παραβίασε, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της ως άνω διάταξης, ενόψει του ότι εκτίθενται σε αυτή τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντιβαίνουσα στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, προηγηθείσα της ασκήσεως της ένδικης αξίωσης και την αδράνεια αυτού επί ικανό χρονικό διάστημα προς άσκησή της από τότε που γεννήθηκε και κατέστη εναγώγιμη, εκ της οποίας ( αδράνειας) διαμορφώθηκε στην αναιρεσίβλητη η εύλογη πεποίθηση περί της μη ασκήσεώς της.

Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-5-2015 αίτηση για αναίρεση της 6183/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ