Legislator Case Law & Legislation
610/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict due to lack of new evidence and procedural defects.

Case Number 610/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple parties against a traffic accident verdict, ruling that the lower court's finding of exclusive liability for the deceased was legally sound. The appellants argued for insufficient evidence regarding the driver's visibility and the deceased's actions, but the court found these claims unsupported by new facts or procedural errors. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was returned, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, 159, 160, 556 of the Code of Civil Procedure; Article 35 of the Civil Code: An appeal must be based on new facts or procedural defects; mere disagreement with the assessment of evidence or reliance on arguments already considered by the lower court does not constitute grounds for overturning a final judgment.

Keywords

AI generated
traffic accident liability appeal admissibility exclusive fault procedural defects evidence assessment legal costs civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 62, 73, 159, 160, 556 of the Code of Civil Procedure
Article 35 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 610 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 610/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Μ., 2) Ά. συζ. Κ. Κ., 3) Μ. Κ. του Κ., 4) Π. Κ. του Κ., κατοίκων ..., 5) Ι. Κ. του Μ. και 6) Μ. συζ. Ι. Κ., κατοίκων ..., για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και επιμέλεια στην ανήλικη θυγατέρα τους Π., 7) Β. συζ. Γ. Χ., 8) Ν. Χ. του Γ., κατοίκων ... και 9) Ι. Χ. του Γ.. Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 9ου των αναιρεσειόντων Ι. Χ. του Γ. που δεν παραστάθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μήλιο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Ι. Χ. του Γ. (9ος) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι ως άνω νόμιμοι κληρονόμοι του, Β. συζ. Γ. Χ., και Ν. Χ. του Γ., 7η και 8ος των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2008 αγωγή των ήδη οκτώ (8) πρώτων των αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Ι. Χ. του Γ. (9ου), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 203/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-5-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 6-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδάφ. α', 73, 159 αριθμ. 2, 160 αριθμ. 1 και 556 αριθμ. 1 ΚΠολΔ με εκείνη του άρθρου 35 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι το φυσικό πρόσωπο παύει να υπάρχει με το θάνατό του, συνάγεται ότι σε άσκηση αναίρεσης δικαιούται και φυσικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ που είναι εν ζωή, πράγμα το οποίο βέβαια σημαίνει ότι δικόγραφο αναίρεσης, που φέρει ως αναιρεσείοντα πρόσωπο που πέθανε πριν από το χρόνο κατάθεσής του - με την οποία κατ' άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συντελείται η άσκηση της αναίρεσης - είναι άκυρο ως τέτοιο. Η ακυρότητά του αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της από το άρθρο 62 εδάφ. α' ΚΠολΔ ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικο, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 73 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση, από 10-5-2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 12/16-5-2013, αίτηση για αναίρεση της 203/2010 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων-εναγόντων κατά της 77/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας που είχε απορρίψει, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 2-6-2008 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 964/4-6-2008 αγωγή τους, ασκήθηκε στις 16 Μαΐου 2013, ενώ ο ένατος αναιρεσείων Ι. Γ. Χ. απεβίωσε την 1η Φεβρουαρίου 2013, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη, με ημερομηνία 27-2-2014, ληξιαρχική πράξη (σε απόσπασμα) θανάτου του Ληξιάρχου ....

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκήθηκε από τον ένατο αναιρεσείοντα, μετά το θάνατό του, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ.2 ΚΠολΔ), εξαιτίας της ακυρότητας, κατά τούτο, του δικογράφου της, που συνεπάγεται αναγκαίως και το απαράδεκτο της συμμετοχής στη δίκη και των φερόμενων ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, ήτοι των έβδομης και όγδοου των αναιρεσειόντων Β.

χήρας Γ. Χ. και Ν. Γ. Χ. (μητέρας και αδελφού του, αντίστοιχα), που εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Χρήστος Μήλιος, ο οποίος δήλωσε ότι συνεχίζουν τη "βιαίως διακοπείσα" δίκη, σύμφωνα με σχετική δήλωσή του που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου (ΑΠ 1681/2007), χωρίς, όμως, να υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, αφού ο θάνατος του εν λόγω αναιρεσείοντος επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης του Εφετείου, και, συνακόλουθα, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 286 επ.

ΚΠολΔ (που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρ. 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα) για διακοπή και επανάληψη της δίκης (ΑΠ 34/2015). Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσείοντες 11.041Γ'/28-3-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Άρτας Χ. Β., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Κατά συνέπεια, εφόσον αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999), για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού νοείται ως ισόπεδος οδικός κόμβος "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές". Κατά δε το άρθρο 26 του ΚΟΚ, η προτεραιότητα στους κόμβους ορίζεται με κατάλληλη σήμανση (παρ. 4).

Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση ή προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά. Κατ' εξαίρεση : α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα, β) Αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό, γ) Αυτοί που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα, δ) Τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα έχουν προτεραιότητα (παρ. 5).

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε οποιονδήποτε οδικό κόμβο, είτε αυτός σχηματίζεται από διασταύρωση, είτε από απλή συμβολή οδών, στον οποίο δεν υπάρχει κατάλληλη σήμανση που να ορίζει την προτεραιότητα, αυτή (προτεραιότητα) ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά με τις εξαιρέσεις, όμως, που προαναφέρθηκαν (ΑΠ 641/2014, ΑΠ 871/2013, ΑΠ 1669/2012).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το (Τριμελές) Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη 203/2010 απόφασή του, διαδικασίας των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681 Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σ' αυτό, δηλαδή του θανόντος συγγενούς των αναιρεσειόντων και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων: "Στις 22-6-2007 και περί ώρα 11.30, ο Μ.

Κ. του Ι., ηλικίας 80 ετών, πατέρας του πρώτου, του πέμπτου και της έβδομης των εναγόντων, πεθερός της δεύτερης και της έκτης απ' αυτούς και παππούς των υπόλοιπων εναγόντων, οδηγούσε, χωρίς να είναι κάτοχος άδειας οδήγησης, το χωρίς αριθμό κυκλοφορίας δίκυκλο μοτοποδήλατό του σε αγροτική οδό-χωματόδρομο, πλησιάζοντας στην επαρχιακή οδό ....

Την ίδια στιγμή και στην επαρχιακή αυτή οδό, ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία κινούμενος με κατεύθυνση την ... και πλησιάζοντας το σημείο όπου η ανωτέρω αγροτική οδός κατέληγε στην οδό όπου εκινείτο, δεξιά σε σχέση με την πορεία του.

Στο μεταξύ, όταν ο Μ. Κ. έφθασε στην επαρχιακή οδό, προτιθέμενος να στρίψει αριστερά και να κατευθυνθεί προς την Άρτα, εισήλθε σ' αυτήν και κινήθηκε αριστερά και διαγώνια σε σχέση με το νοητό άξονα της οδού. Πριν δε προλάβει να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Άρτα, συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου.

Συγκεκριμένα το εμπρόσθιο μέρος του μοτοποδηλάτου του συγκρούσθηκε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου Αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής ήταν να τραυματισθεί ο Μ. Κ., ο οποίος υπέστη, όπως διαπιστώθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Άρτας, όπου διακομίστηκε, εκδορά μετωπιαίας χώρας, εκδορά ρινός, υποφθάλμια αιματώματα άμφω, ρινορραγία άμφω και κάταγμα βάσης κρανίου.

Μετά από ολιγοήμερη νοσηλεία στο ανωτέρω νοσοκομείο, μεταφέρθηκε στις 11-7-2007 στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, όπου τελικά απεβίωσε στις 4-9-2007 λόγω μετατραυματικής μηνιγγίτιδας. Αποκλειστικός υπαίτιος της επίδικης σύγκρουσης και του εξ αιτίας της προκληθέντος μετέπειτα θανάτου του Μ. Κ., ήταν ο ίδιος ο θανών, ο οποίος από αμέλεια και, ανεπιτηδειότητα ως προς την οδήγηση, δεν κατέβαλε την προσοχή του μέσου συνετού οδηγού κάτω από παρόμοιες συνθήκες, με αποτέλεσμα να μην προβλέψει και να μην αποφύγει το ατύχημα.

Ειδικότερα αυτός, ενώ έφθασε στη συμβολή της αγροτικής οδού με την επαρχιακή οδό και ενώ είχε πρόθεση να εισέλθει στην τελευταία αυτή οδό και να στρίψει αριστερά προς Άρτα, δεν έλεγξε προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων επ' αυτής, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου που ερχόταν από τα αριστερά του και το οποίο είχε προτεραιότητα κίνησης έναντι αυτού.

Είχε δε προτεραιότητα το αυτοκίνητο, καθώς ναι μεν ο ίδιος (ο θανών) εκινείτο από δεξιά, εισερχόταν όμως στην οδό από χωματόδρομο (αρθρ. 26 παρ.5 περ.β' Ν.2696/1999). Θα πρέπει δε να σημειωθεί εδώ ότι στην απέναντι πλευρά του επαρχιακού δρόμου σε σχέση με το σημείο συμβολής του δρόμου αυτού με το χωματόδρομο, είχε τοποθετηθεί ειδικός καθρέπτης, ώστε αυτός που κινείται στον αγροτικό δρόμο να μπορεί να ελέγξει ευχερέστερα κίνηση στον επαρχιακό δρόμο από τα αριστερά, δεδομένου ότι ο δρόμος αυτός εμφανίζει στο σημείο εκείνο μικρή στροφή, ενώ υπάρχουν στην άκρη του δρόμου δέντρα και θάμνοι που περιορίζουν σημαντικά την ορατότητα του (βλ.

το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Α.Τ. Άρτας). Ούτε όμως από τον ειδικό αυτό καθρέπτη αντιλήφθηκε ο θανών την κίνηση του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου από αριστερά του και εισήλθε ανεξέλεγκτα στην επαρχιακή οδό, με αποτέλεσμα? και καθώς επιχείρησε να διασχίσει διαγώνια την οδό και να κατευθυνθεί αριστερά προς Άρτα, να συγκρουσθεί με το ανωτέρω αυτοκίνητο κατά τα προαναφερθέντα.

Εξ άλλου, στοιχεία υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα αυτός εκινείτο με μικρή ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε τα 40 χιλιόμετρα την ώρα (ανώτατο επιτρεπόμενο 90 χιλ/ώρα - βλ. την έκθεση αυτοψίας της Αστυνομίας). Ο ίδιος κατέθεσε προανακριτικά ότι εκινείτο με την ταχύτητα αυτή; επειδή βρισκόταν σε στροφή με μικρή ορατότητα και επειδή γνώριζε ότι στο σημείο εκείνο υπήρχε στα δεξιά του επικίνδυνη διασταύρωση με αγροτικό δρόμο με περιορισμένη επίσης ορατότητα λόγω των θάμνων και των δέντρων που υπήρχαν στα δεξιά του δρόμου ως προς την πορεία του.

Η κατάθεση του επιβεβαιώνεται εξ άλλου από το γεγονός ότι η σύγκρουση δεν υπήρξε σφοδρή (βλ. το ανωτέρω πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που απεικονίζει το μοτοποδήλατο σε μικρή απόσταση από το αυτοκίνητο και δίπλα απ' αυτό), είχε δε ως αποτέλεσμα την πτώση απλώς του θανόντος στο οδόστρωμα από την οποία και προκλήθηκαν τα πιο πάνω τραύματα του (δεδομένου ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος), όπως κατέθεσε και ο ίδιος ο θανών προανακριτικά, δηλώνοντας μάλιστα ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του πρώτου εναγομένου για το ατύχημα και τον τραυματισμό του, που μετέπειτα όμως, λόγω επιπλοκών, επέφερε τo θάνατό του ....

Επίσης ο πρώτος εναγόμενος εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, όπου έλαβε χώρα και η επίδικη σύγκρουση (βλ. το ανωτέρω πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που απεικονίζει το πιθανό σημείο σύγκρουσης σε απόσταση 2,90 μ. από το δεξιό άκρο του δρόμου ως προς την πορεία του αυτοκινήτου, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6.50μ), ενώ, επί πλέον, λόγω της αιφνίδιας προβολής του μοτοποδηλάτου στην πορεία του από τα δεξιά του και ενώ βρισκόταν περί τα 5 μέτρα από τη διασταύρωση, τα περιθώρια αντίδρασής του ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτα.

Παρά το γεγονός όμως αυτό προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση, τροχοπεδώντας το αυτοκίνητό του και κατάφερε να ακινητοποιήσει σχεδόν συγχρόνως με τη σύγκρουση λόγω και της μικρής του ταχύτητας κατά τα προαναφερθέντα, όπως φαίνεται και από το πιο πάνω σχεδιάγραμμα της Αστυνομίας, που απεικονίζει το πιθανό σημείο σύγκρουσης δίπλα ακριβώς από την εμπρόσθια αριστερή γωνία του αυτοκινήτου".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 22-6-2009 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης 77/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας την ένδικη, από 2-6-2008, αγωγή τους (καταβολής α) αποζημίωσης, στον πρώτο και β) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, σε όλους).

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας σκέψης, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις και, ειδικά, αυτήν του άρθρου 26 παρ.5 περ.β' του ν.2696/1999 (ΚΟΚ), σχετικά με την προτεραιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου-πρώτου των αναιρεσιβλήτων.

Συγκεκριμένα, δέχεται, ανέλεγκτα, ότι στο κρίσιμο σημείο της σύγκρουσης, όπου δεν υφίστατο σήμανση, υπάρχει συμβολή της επαρχιακής οδού ..., επί της οποίας κινούνταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με την αγροτική οδό-χωματόδρομο, όπου κινούνταν, δεξιά σε σχέση με την πορεία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οδηγός του δίκυκλου μοτοποδηλάτου-θανών, και δημιουργείται κόμβος με συνέπεια η προτεραιότητα να ανήκει, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί προηγουμένως, στον κινούμενο επί της επαρχιακής οδού πρώτο των αναιρεσιβλήτων, στην οποία εισήλθε, από το χωματόδρομο, ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, πραγματοποιώντας στροφή προς τα αριστερά.

Επομένως, ανεξάρτητα από το ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο θεμελιωτικός του λόγου τούτου ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας με λόγο έφεσης, ούτε από την παραδεκτή, κατ' άρθρ.561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης προκύπτει ότι προτάθηκε τέτοιος ισχυρισμός, κατ' άρθρ. 562 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 2 του τελευταίου αυτού άρθρου εξαιρέσεις, είναι αβάσιμα όσα για το αντίθετο ισχυρίζονται, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι, εφόσον στην κρινόμενη περίπτωση ο ισόπεδος οδικός κόμβος έχει το σχήμα "Τ", δηλαδή ο αγροτικός δρόμος καταλήγει στην επαρχιακή οδό χωρίς να συνεχίζεται, τέμνοντας αυτήν σε σχήμα "Τ", η προτεραιότητα ανήκει σε εκείνον που έρχεται από τα δεξιά, ήτοι από τον αγροτικό δρόμο- χωματόδρομο.

Και τούτο, διότι, και στην περίπτωση αυτή, ισχύει η προαναφερόμενη εξαίρεση του άρθρου 26 παρ.5 περ.β' του ΚΟΚ, ότι δηλαδή ο οδηγός που εισέρχεται στην οδό, μεταξύ των άλλων, από χωματόδρομο οφείλει να παραχωρεί προτεραιότητα σε αυτόν που κινείται στην οδό, ενώ η αντίθετη άποψη των αναιρεσειόντων θα οδηγούσε σε μία εξαιρετικά επικίνδυνη, για την ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας, κατάσταση μεταξύ των οδηγών.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ' άρθρ.15 ν.2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος " πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015).

Ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ 356/2002).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά σειρά, λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί και, ειδικότερα, δέχθηκε α) ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγούσε με μικρή ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 40 χιλιόμετρα ανά ώρα, β) ότι η σύγκρουση δεν ήταν σφοδρή και γ) ότι το μοτοποδήλατο του θανόντος εισήλθε στη διασταύρωση και παρεμβλήθηκε στην πορεία του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου από απόσταση πέντε (5) μέτρων, ότι δεν υπήρχαν περιθώρια αντίδρασης για τον τελευταίο και ότι, παρά ταύτα, αυτός τροχοπέδησε και ακινητοποίησε το όχημά του ακριβώς στο σημείο της σύγκρουσης.

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι 1) δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης και 2) υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 559 αριθμ.10 του ΚΠολΔ, πλήττεται η, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση.

Εν πάση περιπτώσει, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρα, έγγραφα) που προσκομίστηκαν νόμιμα και που μνημονεύονται σ' αυτή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά σειρά (και τελευταίο), λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο διέλαβε ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα των συνθηκών του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και ιδίως με το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος συγγενούς τους και της έλλειψης υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, 1) δεν αιτιολογεί, γιατί δεν λαμβάνει υπόψη, παρά την αρχική επίκλησή της, την κατάθεση του μοναδικού μάρτυρα απόδειξης Γ. Δ. που εξετάστηκε με την επιμέλειά τους, 2) α) δεν εξηγεί από ποίο αποδεικτικό μέσο οδηγήθηκε στην κρίση ότι ο θανών εισήλθε αιφνίδια στο ρεύμα πορείας του οχήματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου και μάλιστα από απόσταση πέντε μέτρων και β) πώς δικαιολογεί την κρίση του ότι, αν και ήταν, στην πραγματικότητα, ανύπαρκτα τα περιθώρια αντίδρασης του τελευταίου, αυτός αντέδρασε και προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση με τροχοπέδηση, ακινητοποιώντας το αυτοκίνητό του σχεδόν ταυτόχρονα με τη σύγκρουση, χωρίς να υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης και δεν εξηγεί γιατί αυτά δεν υπάρχουν, 3) δεν διευκρινίζει γιατί ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα ή, έστω, με συνυπαιτιότητα, λαμβάνοντας και άλλα μέτρα, εκτός από την, κατ' εσφαλμένη παραδοχή, μείωση της ταχύτητάς του, για την αποφυγή της σύγκρουσης, μολονότι δέχεται ότι αυτός είχε υπόψη του τις συνθήκες επικινδυνότητας της διασταύρωσης ("...βρισκόταν σε στροφή με μικρή ορατότητα και...γνώριζε ότι στο σημείο εκείνο υπήρχε στα δεξιά του επικίνδυνη διασταύρωση με αγροτικό δρόμο με περιορισμένη επίσης ορατότητα λόγω των θάμνων και των δέντρων που υπήρχαν στα δεξιά του δρόμου ως προς την πορεία του..."), 4) δεν εξηγεί γιατί ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν ενήργησε ελιγμό αποφυγής της σύγκρουσης προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά, αν και υπήρχαν τα τοπικά περιθώρια προς τούτο και ιδίως προς τα δεξιά, όπου υπήρχε ελεύθερος χώρος του οδοστρώματος τουλάχιστον ενός (1) μέτρου και 5) δεν εκθέτει καθόλου πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την υποχρέωση αλλά και τη δυνατότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου να ελέγξει τον ειδικό καθρέφτη που υπάρχει στη διασταύρωση, ο οποίος επιτρέπει και στους οδηγούς των οχημάτων που κινούνται στην επαρχιακή οδό να διαπιστώνουν την κίνηση των οχημάτων επί της κάθετα διασταυρούμενης αγροτικής οδού-χωματόδρομου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όπως αυτές παρατέθηκαν στην τρίτη σκέψη της παρούσας, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει παραδοχές που με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις καθιστούν σαφές ότι, αποκλειστικά, υπεύθυνος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο οδηγός του δίκυκλου μοτοποδηλάτου-θανών. Οι αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές αυτής ότι η αιφνίδια παρεμβολή, από δεξιά, του μοτοποδηλάτου (που οδηγούσε ο θανών) στο ρεύμα πορείας προς ...

της επαρχιακής οδού, όπου ο πρώτος αναιρεσίβλητος κινούνταν κανονικά με μικρή ταχύτητα (που δεν υπερέβαινε τα 40 χιλιόμετρα ανά ώρα) και ενώ βρισκόταν πέντε (5) μέτρα πριν από τη διασταύρωση, γεγονός που καθιστούσε τα περιθώρια αντίδρασής του, στην πραγματικότητα, ανύπαρκτα και, άρα, απέκλειαν σε αυτόν κάθε δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού, ο οποίος θα μπορούσε να αποτρέψει την ένδικη σύγκρουση, στηρίζουν, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, την κρίση του Εφετείου για την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.

Οι υπόλοιπες πιο πάνω αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς, διότι αναφέρονται σε ελλείψεις που ανάγονται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του μοτοποδηλάτου στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο (πόρισμα) σαφώς εκτίθεται στην απόφαση και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται, επιπλέον, σ' αυτήν τα εν λόγω στοιχεία που οι αναιρεσείοντες παραθέτουν και θεωρούν ότι είναι απαραίτητα, με τις, περαιτέρω, επισημάνσεις 1) ότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (φύλλο 2ο - α' όψη) ότι λήφθηκε υπόψη και η κατάθεση του (μοναδικού) μάρτυρα Γ.

Δ. προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την κατάθεση αυτή και, συνακόλουθα, δεν ιδρύεται ούτε ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ.γ' του ΚΠολΔ, 2) ότι η παραπάνω, με τον αριθμό 2 στοιχ.β', αιτίαση ανάγεται σε παραδοχές της προσβαλλομένης που διατυπώθηκαν εκ περισσού και επάλληλα και 3) ως προς την πιο πάνω, με τον αριθμό 5, αιτίαση, οι αναιρεσείοντες δεν διευκρινίζουν πώς ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε τη δυνατότητα να ελέγξει, από τον ειδικό καθρέφτη, την κίνηση των αυτοκινήτων που κινούνταν στο χωματόδρομο, αφού, κατά την απόφαση, αυτός ήταν τοποθετημένος "στην απέναντι πλευρά του επαρχιακού δρόμου σε σχέση με το σημείο συμβολής του δρόμου αυτού με το χωματόδρομο...", δηλαδή στο ρεύμα πορείας της επαρχιακής οδού προς την Άρτα, ενώ ο πρώτος αναιρεσίβλητος κινούνταν στο αντίθετο ρεύμα πορείας προς ....

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ.1 άρθρο ένατο παρ.2 και 4 αυτού, από 1-1-2016). Τέλος, οι πρώτος έως και όγδοος των αναιρεσειόντων που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, αφού αυτός ερημοδίκησε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 10 Μαΐου 2013 αίτηση του ένατου αναιρεσείοντος Ι. Χ. του Γ. για αναίρεση της 203/2010 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Ιωαννίνων.

Απορρίπτει την αυτή, ως άνω, αίτηση, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, ήτοι τους Κ. Μ. Κ. κ.λ.π.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους πρώτο έως και όγδοο των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ