Appeal dismissed; new defense arguments raised late in proceedings were inadmissible under procedural law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court erred in its assessment of a 1960 private agreement and introduced new defense arguments late in the proceedings. The court ruled that these late arguments were inadmissible because they were not raised with the required proposals during the initial hearing, and the lower court's findings constituted a matter of fact evaluation rather than a distortion of the document's content.
Legislator headnote
AI generatedArt. 269 KPolD; Art. 237 KPolD; Art. 559 KPolD; Art. 559 para. 20 KPolD: New defense arguments raised after the first hearing are inadmissible unless justified by specific statutory exceptions, and the Supreme Court reviews only legal errors, not factual assessments or document evaluations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 610 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 610/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δ. Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Χ. του Δ., 2. Ε. χας Δ. Λ., το γένος Δ. Χ., και 3. Α. Χ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βίκτωρα Αρτοποιό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Χ. του Α. και 2. Χ. Χ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κουντουριώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12861/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2556/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25 Μαΐου 2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δ.ς Μαζαράκης ανέγνωσε την από 1-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 269 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 9 του ν. 2207/1994, "1. Μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται κατά την πρώτη συζήτηση με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα. Το απαράδεκτο αυτό, δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης. 2.
Μέσα επίθεσης και άμυνας είναι παραδεκτά και μετά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, α) αν το δικαστήριο κρίνει, ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και στην ένσταση για κατάχρηση δικαιώματος, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου".
Κατά τη σαφή διατύπωση της παρ. 1, η προβολή των μέσων επίθεσης και άμυνας, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να γίνεται οπωσδήποτε με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 237. Όμως, η προβολή με τις προτάσεις των άνω μέσων δεν αναφέρεται σ' αυτά που αποσκοπούν στην απόκρουση των ισχυρισμών που προτάθηκαν στη διάρκεια της συζήτησης.
Γι' αυτό, όταν η διαδικασία εκδίκασης της διαφοράς είναι προφορική και γραπτή, η προβολή των άνω μέσων πρέπει να γίνεται όχι μόνο με τις προτάσεις αλλά και προφορικώς πριν από την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο και να γίνεται σχετική αναφορά στα πρακτικά της δίκης, για να παρέχεται η ευχέρεια στον καθού η ένσταση να αμυνθεί κατά τη διεξαγωγή της δίκης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο που ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων και δη αναιρεσιβλήτων, αφού δεν τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία προβολής της, για το λόγο, ότι δεν αναπτύχθηκε προφορικά στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όμως, και δη από τα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προκύπτει, ότι οι αναιρεσίβλητοι, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που περιλήφθηκε σ' αυτά, πρόβαλαν την ένσταση ιδίας κυριότητας και περιληπτικά ανέφεραν τα περιστατικά που θεμελιώνουν αυτή, ...
και με λεπτομέρεια ανέφεραν στις έγγραφες προτάσεις τους, που κατατέθηκαν και, συνακόλουθα, η προβολή της ένστασής τους αυτής είναι παραδεκτή. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε, ότι "παραδεκτά προβλήθηκε η ένσταση αυτή, αφού αρκεί για την παραδεκτή προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών η επιγραμματική προφορική δήλωση πριν την έναρξη της συζήτησης", δεν έσφαλε και, συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει, ότι αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, όπως είναι και η πώληση (άρθρο 513 ΑΚ), εφόσον η σχετική συμφωνία γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, συνάγεται, ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό, περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του αμέσως πιο πάνω άρθρου προς εκείνες των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος, που έχει στη νομή του το ακίνητο για μια εικοσαετία (ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο), με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις, επίσης, των άρθρων 976 και 983 ΑΚ, η νομή αποκτάται είτε με παράδοση αυτής στον αποκτώντα με τη βούληση του έως τώρα νομέα ή και με μόνη τη μεταξύ τους συμφωνία για μεταβίβαση αυτής, εφόσον ο αποκτών είναι σε θέση να ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα, είτε με κληρονομική διαδοχή.
Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 158, 361, 369 και 973 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι η συμφωνία περί μεταβίβασης της νομής ακινήτου, η οποία δεν είναι εμπράγματο δικαίωμα, αφού δεν περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών που περιοριστικά μνημονεύονται στο άρθρο 973 του πιο πάνω Κώδικα, δεν υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 369 ΑΚ ούτε και σε μεταγραφή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 1033 και 1198 του ίδιου Κώδικα, αλλά αποτελεί αφηρημένη ή αναιτιώδη δικαιοπραξία, το κύρος της οποίας δεν επηρεάζεται από την ακυρότητα ή την ανυπαρξία της αιτίας, εκτός εάν, κατά τη βούληση των μερών, το κύρος της συμφωνίας περί μεταβίβασης της νομής εξαρτήθηκε από την αιτία που την υπαγόρευσε, το τελευταίο δε διατυπώθηκε απ' αυτά ως αίρεση της δικαιοπραξίας.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 994 ΑΚ, οι οποίες κατά τα άρθρα 1113 και 1884 ΑΚ εφαρμόζονται και στην κοινωνία μεταξύ των συγκυρίων ή συγκληρονόμων επί του ιδίου πράγματος, σαφώς προκύπτει, ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι το κατέχει στο όνομα και των λοιπών συγκυρίων, και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών, αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, εκτός αν εκδηλώσει την απόφασή του να νέμεται εφεξής το πράγμα αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό είτε ρητώς, είτε με πράξεις που φανερώνουν τέτοια απόφασή του, λάβουν δε γνώση αυτής και οι άλλοι συγκύριοι.
Τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση εκούσιας παράδοσης της νομής μετά από άτυπη δωρεά, διανομή ή πώληση μεταξύ των συγκυρίων, εφόσον έκτοτε ο κάτοχος του κοινού σαφώς εκδηλώνει τη βούλησή του να νέμεται αυτό αποκλειστικοί για δικό του λογαριασμό, οι δε λοιποί που μετείχαν στη σχετική συμφωνία αποδέχθηκαν τη βούλησή του αυτή (Ολ.ΑΠ 485/1982).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ. 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της .../1954 δημόσιας διαθήκης του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Βασιλείου Χαραλάμπους, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 53/1958 πρακτικό συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο Γ. Χ. του Α., που απεβίωσε στις 12-12-1957, εγκατέστησε κληρονόμους του τα τέκνα του Δ.
και Α., μεταξύ των άλλων, και σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθέναν εξ αυτών, επί ενός οικοπέδου που βρίσκεται στη θέση "Α." ήδη οδό ... στο Δημοτικό Διαμέρισμα ... του Δήμου ..., εμβαδού 1.100 τ.μ. περίπου, που συνορεύει με ανώνυμη οδό και ήδη οδό ..., με ιδιοκτησία αγνώστων ιδιοκτητών, ήδη κληρονόμων Π. Λ., με ιδιοκτησίες αγνώστων ιδιοκτητών, ήδη Χ.
και Ι. Λ. και με ιδιοκτησία αγνώστων ιδιοκτητών και ήδη κληρονόμων Χ. Χ.. Ο Α. Χ. με την .../27-4-1960 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλείου Χαραλάμπους, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την ως άνω κληρονομιά κατά το ιδανικό μερίδιο που του αντιστοιχούσε. Το έτος 1960, ο Δ. Χ., ενόψει της επικείμενης αναχώρησής του από το ...
και της εγκατάστασής του στη ..., όπου ήταν και ο τόπος της εργασίας του ως εργάτης, πώλησε άτυπα το ιδανικό του μερίδιο επί του επίδικου ακινήτου στον αδελφό του Α. Χ., ο οποίος ήταν αγρότης και εγκατεστημένος στο χωριό, έναντι τιμήματος 4.000 δραχμών (βλ. σχετική απόδειξη προκαταβολής - αρχικά καταβλήθηκε το ποσό των 2.000 δρχ.
και στη συνέχεια εξοφλήθηκε εξ ολοκλήρου το τίμημα), και έκτοτε αποξενώθηκε πλήρως από κάθε δικαίωμα του επ' αυτού. Για τα δεδομένα της εποχής εκείνης η σύνταξη του από 19-9-1960 ιδιωτικού έγγραφου (απόδειξη δρχ. 2.000) ήταν σύνηθες φαινόμενο στις τότε μεταβιβάσεις ακινήτων. Παρόλα αυτά, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων είχε πρόθεση να συνταχθεί και το οριστικό συμβόλαιο της μεταβίβασης, αλλά σε σύντομο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα το 1962, απεβίωσε ο Δ.
Χ., με αποτέλεσμα να μην προλάβει να προβεί σε αποδοχή κληρονομιάς και ακολούθως στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου. Ο Α. Χ., από το χρόνο της μεταβίβασης, νεμόταν και κατείχε ολόκληρο το ακίνητο, χρησιμοποιώντας ένα μέρος αυτού ως στάβλο και ένα μέρος ως λαχανόκηπο. Μάλιστα το έτος 1968 έκτισε και κτίσμα (στάβλο), για να στεγάσει τα λιγοστά ζώα που διέτρεφε.
Το έτος 1980 περιέφραξε ολόκληρο το οικόπεδο και τοποθέτησε μέσα σ' αυτό κότες, τις οποίες διέτρεφε, ποριζόμενος κάποιο εισόδημα απ' αυτές, και ένα μέρος αυτού καλλιεργούσε ως λαχανόκηπο, μέχρι τον επισυμβάντα κατά το έτος 2001 θάνατό του. Από το έτος 1980 έως και σήμερα το ακίνητο αυτό είναι περιφραγμένο. Η πιο πάνω μεταβίβαση αποδεικνύεται από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα, Θ.
Χ., ο οποίος, λόγω της συγγενικής του σχέσης και με τις δύο διάδικες πλευρές (είναι ανηψιός τους) και της γνώσης που έχει κυρίως από διηγήσεις του πατέρα του (πρώτος εξάδελφος των δικαιοπαρόχων των διαδίκων), είναι σε θέση να έχει διαμορφώσει πειστική και αντικειμενική άποψη περί όσων κατέθεσε, καθιστώντας την κατάθεσή του στο Δικαστήριο, αξιόπιστη.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 19-9-1960 ιδιωτικό έγγραφο (απόδειξη δρχ. 2.000), ενόψει μάλιστα και του ότι δεν αμφισβητείται η γνησιότητά της από αυτόν υπογραφής του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων Δ. Χ., από το οποίο προκύπτει ότι ο Α.
Χ. κατέβαλε στον αδελφό του Δ. το ποσό των 2.000 δραχμών ως προκαταβολή τιμήματος για την αγορά του μεριδίου του επί του επίδικου οικοπέδου μετά του επ' αυτού αχυρώνος. Έκτοτε, δηλαδή, από το έτος 1960 και μέχρι το χρόνο του θανάτου του, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, νεμόταν και κατείχε συνεχώς και αδιαλείπτως το επίδικο ακίνητο και έτσι κατέστη κύριος του οικοπέδου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Το γεγονός αυτό ήταν σε πλήρη γνώση του δικαιοπαρόχου των εναγόντων-αναιρεσειόντων Δ. Χ., ο οποίος είχε αποξενωθεί πλήρως από τη νομή του επιδίκου, πιστεύοντας, ότι αυτό είχε μεταβιβαστεί νόμιμα στον δικαιοπάροχο των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων Α. Χ.. Την ίδια πεποίθηση είχε και η μητέρα των εναγόντων-αναιρεσειόντων, αλλά και οι ίδιοι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες, οι οποίοι ουδέποτε έκαναν λόγο για το συγκεκριμένο ακίνητο.
Ο ισχυρισμός των τελευταίων, ότι ο δικαιοπάροχός τους πλανήθηκε περί την βούλησή του, αφού η πραγματική του θέληση ήταν να μεταβιβάσει μόνο το μερίδιό του επί του αχυρώνος και όχι και επί του οικοπέδου, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα, από το προαναφερθέν ιδιωτικό έγγραφο- απόδειξη της 19-9-1960 προκύπτει, ότι το τίμημα καταβάλλεται "έναντι της πωληθείσης αχυρώνος και οικοπέδου του ήμισυ εξ αδιαιρέτου".
Επομένως, εφόσον ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων είχε στην αποκλειστική του νομή το ιδανικό μερίδιο του αδελφού του Δ. Χ., για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ο Α. Χ. μετά το θάνατο του (1-5-2001) κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του Γ.
Χ., τη μεταποβιώσασα Π. Χ. και Χ. Χ., οι οποίοι με τις με αριθμό .../11-2-2002 και .../8-3-2002 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Τσιδεμίδου - Μαρουλάκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, αποδέχθηκαν την ως άνω επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του δικαιοπαρόχου τους και απέκτησαν την κυριότητα επ' αυτού με κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου και όχι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με τα οποία είχε αποκτήσει την κυριότητα επί του επιδίκου ο δικαιοπάροχός τους Α.
Χ.. Σημειωτέον ότι, μόλις κατέστη υποχρεωτική η υποβολή του εντύπου Ε9 το έτος 1997, ο πατέρας των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων Α. Χ., δήλωσε όλα τα επίδικα ακίνητα. Παρομοίως, μετά το θάνατο του πατέρα τους και πριν την αποδοχή κληρονομιάς τόσο οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι, όσο και η αδελφή τους Π. υπέβαλαν έντυπο Ε9, στο οποίο δήλωναν τα επίδικα ακίνητα.
Αντίθετα, οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες, ουδέποτε υπέβαλαν δηλώσεις του εντύπου Ε9 στην Εφορία, στις οποίες να αναφέρουν το επίδικο ακίνητο. Ακόμη και από την προσκομιζόμενη βεβαίωση του Δήμου ... φαίνεται, ότι στον κτηματολογικό χάρτη της περιοχής, ιδιοκτήτης του επιδίκου είναι ο Α. Χ.". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχτηκε, ότι o δικαιοπάροχος των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Α.
Χ. αγόρασε άτυπα το ιδανικό μερίδιο επί του επίδικου ακινήτου του αδελφού του και φερόμενου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Δ. Χ., ο οποίος έκτοτε αποξενώθηκε πλήρως από κάθε δικαίωμά του επ' αυτού και ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων από το χρόνο της μεταβίβασης νεμόταν και κατείχε ολόκληρο το ακίνητο μέχρι το θάνατό του στις 1-5-2001, οπότε κατέστη κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μετά δε το θάνατό του κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους αναιρεσιβλήτους.
Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχτηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 159, 369, 1033, 1192, 1198, 974, 976, 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσίβλητους, διότι ο δικαιοπάροχος πατέρας τους το έτος 1960 αγόρασε άτυπα από τον συγκληρονόμο αδελφό του το ιδανικό του μερίδιο, ο δε αδελφός του έκτοτε αποξενώθηκε πλήρως από κάθε δικαίωμά του επ' αυτού και από το χρόνο της μεταβίβασης ο άνω δικαιοπάροχός τους νεμόταν και κατείχε συνεχώς ολόκληρο το ακίνητο μέχρι το θάνατό του στις 1-5-2001, και έτσι κατέστη κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μετά δε το θάνατό του κληρονομήθηκε από τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι με τις αναφερόμενες δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκαν νόμιμα, αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία και απέκτησαν τη κυριότητα επί του επιδίκου.
Επομένως, οι δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, τέταρτος, κατά το τρίτο μέρος του, και πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και πέμπτος, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο ίδιος πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19, αντίστοιχα, του ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων πώλησε άτυπα το κληρονομικό του ιδανικό μερίδιο επί του επιδίκου στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων αδελφό του και ότι ο τελευταίος από το χρόνο της μεταβίβασης νεμόταν και κατείχε το επίδικο συνεχώς και κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 980, 981, 982, 984, 1113 και 1884 ΑΚ για το λόγο, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων δεν γνωστοποίησε στον συγκληρονόμο αδελφό του, ότι αποφάσισε να νέμεται το επίδικο κοινό ακίνητο ολόκληρο ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του αποκλειστικά στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό ως κύριος, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν δέχτηκε, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων νεμόταν ως συγκληρονόμος ολόκληρο το κοινό ακίνητο, αλλά, ότι μετά την άτυπη πώληση σ' αυτόν από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων του μεριδίου του επί του ακινήτου και την εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος, ο τελευταίος αποξενώθηκε πλήρως από κάθε δικαίωμά του επί του επιδίκου.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, η οποία είναι συνέπεια του απαλλοτριωτού των ιδιωτικών δικαιωμάτων και διαδραματίζει καθοριστικό λόγο στη διαγνωστική διαδικασία για τη διαμόρφωση του δικανικού συλλογισμού της απόφασης ως προς την ελάσσονα πρόταση, το δικαστήριο ενεργεί μόνο μετά από αίτηση του διαδίκου, ο οποίος προκαλεί με αγωγή, αίτηση, ένδικο μέσο ή βοήθημα ή εν γένει ένσταση την έναρξη κύριας ή παρεμπίπτουσας δίκης και γενικά την ενέργεια πράξεων του δικαστηρίου.
Το τελευταίο, δηλαδή, περιορίζεται στο οριοθετούμενο από την αίτηση του διαδίκου αντικείμενο. Έτσι, αν εκδοθεί απόφαση, παρά την έλλειψη αίτησης, η οποία καθιστά ενεργό τη δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου, τότε αυτή είναι αυτοδικαίως άκυρη και ο διάδικος μπορεί να επικαλεστεί την ακυρότητα αυτή, αν δεν αποδεχθεί την άκυρη απόφαση, οποτεδήποτε, χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό.
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' και β' ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων πώλησε άτυπα το κληρονομικό του ιδανικό μερίδιο επί του επιδίκου στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων αδελφό του, ότι ο τελευταίος από το χρόνο της μεταβίβασης νεμόταν και κατείχε το επίδικο συνεχώς και κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ότι μετά το θάνατό του κληρονομήθηκε από τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι με τις αναφερόμενες δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκαν νόμιμα, αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία και απέκτησαν τη κυριότητα επί του επιδίκου, παρά το νόμο, αφενός έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για το λόγο ότι το Εφετείο ερεύνησε πρώτα τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, καίτοι αυτοί με τις πρωτόδικες προτάσεις τους ζήτησαν να ερευνηθεί πρώτα ο παράγωγος τρόπος κτήσεως κυριότητας από αυτούς επί του επιδίκου και, στην περίπτωση που κριθεί ο τρόπος αυτός κτήσεως αβάσιμος, να ερευνηθεί ο πρωτότυπος τρόπος κτήσεως κυριότητας.
Από τα διαδικαστικά, όμως, έγγραφα της υπόθεσης και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφενός μεν ότι οι αναιρεσίβλητοι πρόβαλαν με την ένστασή τους ιδίας κυριότητας, ότι ο δικαιοπάροχός τους κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και, αφετέρου, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επίσης, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ότι η άτυπη πώληση από το δικαιοπάροχό τους ήταν άκυρη και ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων ουδέποτε έγινε κύριος του επιδίκου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε.
Συνακόλουθα, ο τέταρτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, για το λόγο, ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ήτοι ότι κατέστησαν οι αναιρεσίβλητοι κύριοι του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο και δη έκτακτη χρησικτησία, και άφησε αίτηση αδίκαστη, ήτοι ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο, κατά το τέταρτο μέρος του, και τελευταίο εξεταζόμενο, λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου προσκομισθέντος εγγράφου, ήτοι του από 19-9-1960 ιδιωτικού συμφωνητικού, γιατί το Εφετείο δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων το έτος 1960 πώλησε άτυπα το ιδανικό του μερίδιο επί του επίδικου ακινήτου στον αδελφό του Α. Χ. (δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων) έναντι τιμήματος 4.000 δραχμών, ότι με σχετική απόδειξη προκαταβολής αρχικά καταβλήθηκε το ποσό 2.000 δραχμών και στη συνέχεια εξοφλήθηκε εξ ολοκλήρου το τίμημα και ότι "για τα δεδομένα της εποχής εκείνης η σύνταξη του από 19-9-1960 ιδιωτικού εγγράφου (απόδειξη δρχ. 2.000) ήταν σύνηθες φαινόμενο στις τότε μεταβιβάσεις ακινήτων". Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει, να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί οι επίμαχες παραδοχές του Εφετείου δεν οφείλονται σε διαγνωστικά λάθη κατά την ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά αποτελούν εκτίμηση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2009 αίτηση των Σ. Χ. κ.λ.π. για αναίρεση της 2556/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλιάδων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ