Legislator Case Law & Legislation
610/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in work injury case where deceased worker's heirs challenge employer liability.

Case Number 610/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the heirs of a deceased worker against a lower court ruling on work injury liability. The deceased had extensive experience operating a crane jib, and the court found the employer's failure to provide specific instructions regarding the proper securing of a container was not the sole cause of the accident. The court held that the appellate court correctly evaluated the facts and that the employer was not obligated to explicitly inform the experienced worker of obvious safety measures.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure: The death of a party terminates proceedings, and heirs may continue the suit; an appellate court's assessment of factual circumstances regarding worker experience and employer duty to warn is not subject to retrial on appeal.

Keywords

AI generated
work injury liability deceased party succession appellate review standard employer duty to warn worker experience assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 1710, 1813, 1820, 1846 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 610 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 610/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό παρουσιάστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Δημήτριος Παππάς και δήλωσε ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε 25-9-2008 και κληρονομήθηκε από τους 1.Χα, 2.Χβ και 3. Χγ, που συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται απ'αυτόν τον ίδιο.

Της αναιρεσίβλητης: 1.Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Γ. ΣΚΑΝΔΑΛΗΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΑΕ" που εδρεύει στα Ιωάννινα, 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Γκούντα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 442/2005 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-7-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 27-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδαφ. α, 287 παρ. 1 και 290 του ΚπολΔικ., τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (αρθ. 573 παρ. 1 Κπολ.Δικ.) προκύπτει ότι η διακοπή της δίκης που επέρχεται με τον θάνατο διαδίκου καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του μπορούν να γνωστοποιηθούν προς τον αντίδικο με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπήρξε αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο επικυρωμένο αντίγραφο της με αριθ. .... ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Ιωαννίνων, στις 25-9-2008 απεβίωσε ο αναιρεσείων Χ, ο οποίος όπως αποδεικνύεται από το νόμιμο προσκομιζόμενο με αριθ. Πρωτ. ... πιστοποιητικό του Δημάρχου Πασσάρωνος του Νόμου Ιωαννίνων και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους, κατέλιπε κατά το θάνατο του μόνους πλησιέστερους συγγενείς τη σύζυγό του Χα και τις θυγατέρες του Χβ και Χγ.

Επομένως οι τελευταίες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος (άρθρα 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ), νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά τη συνεδρίαση της 8-12-2008, (βλ. με αριθ. 610/2008 πρακτικά του δικαστηρίου τούτου) την λόγω θανάτου εκείνου επελθούσα διακοπή της δίκης και την εκούσια επανάληψη της στο όνομά τους.

Θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αίτησης αναίρεσης είναι η ύπαρξη στον αναιρεσείοντα εννόμου συμφέροντος. Τέτοιο έχει, κατ' αρχήν, ο ηττηθείς διάδικος και επομένως και εκείνος του οποίου απορρίφθηκε η αγωγή. Μπορεί όμως το έννομο συμφέρον του διαδίκου για την άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου να εκλείψει είτε από λόγους που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του, είτε από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του.

Εξάλλου, από τα άρθρα 297, 298, 299, 573 παρ. 1 και 577 παρ. παρ.1 και 2 του Κπολ.Δικ. προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, αν ο αναιρεσείων παραιτήθηκε από το δικαίωμα ασκήσεώς της ή αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση είτε ρητώς κατά τους ορισμούς του άρθρου 297 είτε σιωπηρώς με πράξεις από τις οποίες συνάγεται με σαφήνεια ή αποδοχή.

Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου έγγραφες προτάσεις τους, που κατατέθηκαν κατά τους όρους του άρθρου 570 παρ. 1 ΚπολΔικ, είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο, προέβαλαν το απαράδεκτο της αίτησης αναίρεσης λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, άλλως λόγω παραιτήσεως του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) από το δικαίωμα προς άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της εφετειακής αποφάσεως 442/2005, ισχυριζόμενοι προς τούτο ότι ο αναιρεσείων μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας του περιγραφόμενου σ' αυτήν εργατικού ατυχήματος, εισέπραξε από την ασφαλιστική εταιρία "INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΑΕ", δυνάμει του υπ' αριθ. ...

ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με το οποίο η πρώτη αναιρεσίβλητη είχε ομαδικά ασφαλίσει το απασχολούμενο σ' αυτήν προσωπικό, το ποσό των 37.980 ευρώ ως αποζημίωση για το εργατικό ατύχημα και ότι στην από ... απόδειξη πληρωμής του ποσού αυτού, που υπογράφει ο εκπροσωπήσας τον αναιρεσείοντα στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πληρεξούσιος Δικηγόρος Δημήτριος Δήμος δηλώνεται ότι ο αναιρεσείων δεν έχει και δεν διατηρεί καμία άλλη αξίωση ή απαίτηση από την παραπάνω αιτία και θεωρεί τον εαυτό του ανεπιφύλακτα ικανοποιημένο.

Όμως, από την έγγραφη αυτή απόδειξη και από την ισόποση... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Nova Bank, που προσκομίζονται σε κεκυρωμένα φωτοαντίγραφα, δεν προκύπτει δήλωση του αναιρεσείοντος περί παραιτήσεώς του από το δικαίωμα προς άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως ή περί αποδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε συνάγεται με σαφήνεια και κατά τρόπο αναμφίβολο τέτοια αποδοχή, ενόψει μάλιστα και του ότι δεν προτείνεται ούτε προκύπτει παροχή από τον αναιρεσείοντα ειδικής συναφώς πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα την εν λόγω απόδειξη ως άνω δικηγόρο.

Επομένως η ως άνω ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμη.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 300, 914, 932 ΑΚ, 1 και 16 του α.ν 551/1915 συνάγεται ότι χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Τέτοια αδικοπραξία μπορεί να υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία δεν συντρέχει η ειδική αμέλεια του ανωτέρου άρθρου 16 παρ. 1 του αν. 551/1915, όταν δηλαδή το ατύχημα οφείλεται στη μη τήρηση όρων οι οποίοι, ναι μεν δεν προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου, επιβάλλονται όμως από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση προνοίας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, όπως όταν ο εργοδότης παρέλειψε να επιστήσει την προσοχή του εργαζομένου ως προς τον τρόπο εκτελέσεως της ανατεθείσης σ' αυτόν εργασίας, προκειμένου να αποφευχθεί ο εγκείμενος στην εκτέλεση αυτής κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία του.

Τέτοια όμως υποχρέωση του εργοδότη δεν υφίσταται, όταν ο εργαζόμενος γνωρίζει, όπως στην περίπτωση της μακροχρονίου απασχολήσεώς του με το συγκεκριμένο είδος εργασίας, τον ασφαλή τρόπο εκτελέσεως αυτής, τα μέτρα τα οποία πρέπει να λάβει και τους κανόνες τους οποίους πρέπει να ακολουθήσει κατά την εκτέλεση της, ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος ατυχήματος κατ' αυτή, οπότε η ανωτέρω εκ μέρους του εργοδότη γνωστοποίηση παρίσταται άνευ αντικειμένου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εργαζόταν από ετών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου στην πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, η οποία διατηρεί εργοστάσιο μαρμάρων στην περιοχή ...

του Δήμου Πασσαρώνος Ιωαννίνων και της οποίας πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο δεύτερος εναγόμενος. Τα τελευταία δύο τουλάχιστον χρόνια, ο ενάγων, παραλλήλως προς τα ανωτέρω κύρια καθήκοντα της μεταφοράς διαφόρων αντικειμένων με το παραπάνω φορτηγό αυτοκίνητο ως οδηγός αυτού, λόγω συρρικνώσεως του κυρίου αυτού αντικειμένου εργασίας του, ασχολείτο και εμε τη φόρτωση στο ανωτέρω φορτηγό αυτοκίνητο και την εν συνεχεία μεταφορά και απόρριψη υπολειμμάτων μαρμάρων από το εργοστάσιο της πρώτης εναγομένης.

Μετά το πέρας της εργασίας του αυτής αποχωρούσε, έστω και αν δεν είχε συμπληρωθεί το νόμιμο ημερήσιο ωράριό του. Η φόρτωση των υπολειμμάτων μαρμάρων στο φορτηγό αυτοκίνητο γινόταν με τη χρήση μεταλλικών κάδων, βάρους 150 περίπου κιλών και τη βοήθεια ηλεκτροκίνητης γερανογέφυρας, για το χειρισμό της οποίας, δεδομένου ότι η ισχύς της ήταν εννέα ίππων, δεν απαιτείτο άδεια χειριστή (άρθρο 4 παρ. 1 ΠΔ 31/1990), γινόταν δε ο χειρισμός της από το έδαφος με τηλεχειριστήριο.

Στα πλευρικά τοιχώματα του ανωτέρω μεταλλικού κάδου υπήρχε συνδεδεμένο σιδερένιο εξάρτημα σχήματος "Π", το οποίο στην κορυφή του έφερε κυκλική λαβή. Τα δυο "πόδια" του εξαρτήματος αυτού ήταν συνδεδεμένα με τα πλευρικά τοιχώματα του κάδου, με "πύρους", οι οποίοι επέτρεπαν στο εξάρτημα αυτό να κλίνει προς τα εμπρός και προς τα πίσω.

Επίσης, στο κάθε πόδι του εξαρτήματος υπήρχε συνδεδεμένη μ' αυτό αλυσίδα, την οποία, όταν γέμιζε ο κάδος και προκειμένου να μεταφερθεί αυτός με τη γερανογέφυρα στο φορτηγό αυτοκίνητο, συνέδεαν με άγκιστρο, το οποίο υπήρχε σε οπή επί του πλευρικού τοιχώματος του κάδου μπροστά από το εξάρτημα σχήματος "Π".

Όταν ο κάδος γέμιζε με υπολείμματα μαρμάρων, οπότε το βάρος του ήταν 500 περίπου κιλά, ο χειριστής συνέδεε τις αλυσίδες με τα άγκιστρα, ώστε κατά την, κατά τα κατωτέρω, ανύψωση και μεταφορά του κάδου, να είναι αδύνατη η κλίση του εξαρτήματος σχήματος "Π" προς τα εμπρός και προς τα πίσω, έτσι ώστε ο κάδος να διατηρείται σταθερός και στη συνέχεια περνούσε το άγκιστρο της γερανογέφυρας στην ανωτέρω κυκλική λαβή, η οποία υπήρχε στην κορυφή του εξαρτήματος σχήματος "Π", το οποίο εξάρτημα με τον τρόπο αυτό, δηλαδή την αγκίστρωση των αλυσίδων του, κατά την ανάρτησή του με το άγκιστρο της γερανογέφυρας, διατηρείτο σε κατακόρυφη θέση.

Στη συνέχεια, ο χειριστής με τη χρήση, δια του τηλεχειριστηρίου, της γερανογέφυρας ανύψωνε τον κάδο και μετέφερε αυτόν πάνω από την καρότσα του φορτηγού αυτοκινήτου. Εκεί, με τη χρήση πάλι της γερανογέφυρας, τον κατέβαζε στην καρότσα του αυτοκινήτου, έτσι ώστε η βάση του κάδου, διαστάσεων 1,04 επί 0,90 μέτρων, να εδρασθεί απολύτως επί της καρότσας.

Ενόψει του προαναφερθέντος βάρους του κάδου, για να έχει εδρασθεί αυτός κατά τρόπο απόλυτα σταθερό επί της καρότσας, έτσι ώστε να αποκλείεται οποιαδήποτε μετακίνησή του (απαραίτητη προϋπόθεση για την ασφαλή εκτέλεση των εν συνεχεία, κατωτέρω αναφερομένων, εργασιών), έπρεπε ο εν λόγω κάδος να καθίσει εντελώς οριζόντια ή επί του δαπέδου της καρότσας του φορτηγού ή, εφόσον στην καρότσα είχαν εναποτεθεί υπολείμματα μαρμάρων, σε λεία και οριζόντια επιφάνεια των μαρμάρων αυτών.

Αφού γινόταν τούτο, ο χειριστής ανέβαινε στην καρότσα του φορτηγού, απαγκίστρωνε τις δυο αλυσίδες από τα άγκιστρα, κατέβαινε στη συνέχεια από την καρότσα και από απόσταση, με τη χρήση της γερανογέφυρας, δια του τηλεχειριστηρίου, ανύψωνε τον κάδο, ο οποίος, αφού πλέον το εξάρτημα σχήματος "Π" δεν ήταν ασφαλισμένο με τις αλυσίδες και τα άγκιστρα, έκλινε, κατά την ανύψωση, προς τα εμπρός και έτσι άδειαζε το φορτίο του στην καρότσα του φορτηγού αυτοκινήτου.

Την 11-6-2004 και ώρα 18.30' περίπου, ο ενάγων, βρισκόμενος μόνος του στο εργοστάσιο της πρώτης εναγομένης, εκτελούσε την ανωτέρω εργασία στο τμήμα "κοπής-σχιστήριο" του ανωτέρου εργοστασίου, στο οποίο είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό του. Εκεί, με τον τρόπο, ο οποίος προαναφέρθηκε, είχε αδειάσει στην καρότσα του αυτοκινήτου του δυο ή τρεις κάδους με υπολείμματα μαρμάρων και προσπαθούσε πλέον να αδειάσει και τον τελευταίο κάδο.

Αφού ανύψωσε και οδήγησε αυτόν πάνω από την καρότσα του φορτηγού, όταν τον κατέβασε στην καρότσα, η βάση του κάδου δεν εδράσθηκε επί του ελευθέρου από υπολείμματα μαρμάρων τμήματος του δαπέδου της καρότσας, οπότε θα είχε καθίσει απολύτως οριζόντια επ' αυτής και επομένως σταθερά, αλλά κάθισε στο σωρό των υπολειμμάτων μαρμάρων, τα οποία είχε αδειάσει μέχρι τότε στην καρότσα, χωρίς, τουλάχιστον, να έχει μεριμνήσει προηγουμένως, ώστε τα εν λόγω υπολείμματα να αποκτήσουν λεία και οριζόντια επιφάνεια, οπότε ο κάδος θα εδράζονταν και πάλι ασφαλώς κάτι το οποί ήταν εύκολο να επιτύχει, πλην άλλων και με τη χρήση του κάδου, ήτοι ανεβοκατεβάζοντας αυτόν γεμάτον στο σωρό των μαρμάρων.

Σε κάθε δε περίπτωση, εφόσον δεν υπήρχε ελεύθερος από μάρμαρα χώρος στο δάπεδο της καρότσας ή εφόσον δεν επιθυμούσε να διαμορφώσει λεία και οριζόντια επιφάνεια στα απορριφθέντα ήδη υπολείμματα μαρμάρων, όφειλε να μεταφέρει και να απορρίψει στην τελική τους θέση τα υπολείμματα και, εν συνεχεία, να επιστρέψει και να φορτώσει και τον τελευταίο κάδο, οπότε θα παρέτεινε μεν το χρόνο απασχολήσεώς του, πάντοτε, όμως, εντός του νομίμου, κατά τα προεκτεθέντα, ωραρίου του, πλην, όμως , θα εκτελούσε την εργασία του με ασφάλεια, αφού πλέον το δάπεδο της καρότσας θα ήταν ελεύθερο και ο κάδος θα εδράζονταν επ' αυτού ασφαλώς.

Η προαναφερθείσα ενέργεια του ενάγοντος, ήτοι το ότι άφησε να καθίσει ο κάδος στο σωρό των υπολειμμάτων μαρμάρων, τα οποία είχε αδειάσει μέχρι τότε στην καρότσα, είχε ως αποτέλεσμα η βάση του κάδου να μη καθίσει οριζοντίως, αφού ο σωρός των μαρμάρων δεν επέτρεπε τούτο, αλλά με κλίση. Στη συνέχεια, ο ενάγων, με τη χρήση ξύλινης σκάλας, την οποία τοποθέτησε στην πόρτα της καρότσας, ανέβηκε σ' αυτή, προκειμένου να απαγκιστρώσει τις δυο αλυσίδες του κάδου.

Και ενώ προσπαθούσε να πράξει τούτο με την αλυσίδα, η οποία βρίσκονταν προς την πλευρά της κλίσεως του κάδου, ο κάδος αυτός, επειδή ακριβώς δεν εδράζονταν σταθερά, για την προεκτεθείσα αιτία, ήτοι ως εκ του ότι είχε καθίσει στο σωρό των μαρμάρων, λόγω υποχωρήσεως των μαρμάρων, μετακινήθηκε προς το μέρους του και τον κτύπησε στον αυχένα και στο δεξιό μέρος της πλάτης του, τραυματίζοντάς τον σοβαρά.

Λόγω του τραυματισμού του, σταμάτησε την εργασία του και κατέβηκε από το φορτηγό με τη χρήση της ξύλινης σκάλας και κατευθύνθηκε προς την αποθήκη υλικών, η οποία βρισκόταν δίπλα στο φορτηγό, πλην, όμως, λιποθύμησε και έπεσε στο δάπεδο κοντά στην πόρτα της αποθήκης. Εκεί τον βρήκε λιπόθυμο ο τυχαίως προσελθών στο εργοστάσιο και εργαζόμενος σ' αυτό ανωτέρω μάρτυρας των εναγομένων ..., ο οποίος μερίμνησε για τη μεταφορά του με ασθενοφόρο όχημα στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, στο οποίο τον ακολούθησε.

Κατά την εξέτασή του στο εν λόγω Νοσοκομείο διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων, εξαιτίας του ανωτέρω χτυπήματος, είχε υποστεί τετραπληγία, με αποτέλεσμα να είναι παράλυτος, κατάσταση η οποία εξακολουθεί μέχρι και σήμερα, θα εξακολουθήσει δε και στο μέλλον, όσο θα ζει και για την οποία αιτείται, με την ανωτέρω αγωγή του χρηματική ικανοποίηση, συνεπεία της εξ αυτής ηθικής του βλάβης.

Ο ενάγων, λόγω της καθημερινής, κατά τα δυο τελευταία τουλάχιστον προ του ατυχήματος χρόνια, εκτελέσεως της ανωτέρω εργασίας και της εμπειρίας, την οποία, εκ του λόγου τούτου, είχε αποκτήσει σχετικώς, γνώριζε ότι για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας αυτής ο προαναφερθείς κάδος έπρεπε να εδρασθεί κατά τρόπο σταθερό στην καρότσα του φορτηγού και ότι για τη σταθερή αυτή έδρασή του απαιτείτο να καθίσει ή σε καθαρό από μάρμαρα και γενικά διάφορα αντικείμενα τμήμα του δαπέδου της καρότσας ή σε λεία και οριζόντια επιφάνεια των ριφθέντων ήδη στην καρότσα υπολειμμάτων μαρμάρων.

Επίσης, για τον ίδιο παραπάνω λόγο, γνώριζε τους κινδύνους, τους οποίους εγκυμονούσε για την ζωή του και την υγεία του η μη έδραση του κάδου κατά τρόπο σταθερό με τους προεκτεθέντας τρόπους, καθώς επίσης και τα προαναφερθέντα μέτρα, τα οποία έπρεπε να λάβει, προκειμένου να εξασφαλίσει τη σταθερή έδραση του κάδου και ότι ενόψει τούτων, δεν υφίστατο υποχρέωση των εναγομένων να γνωστοποιήσουν ιδιαιτέρως τα παραπάνω θέματα στον ενάγοντα, αφού, λόγω της γνώσεως τούτων εκ μέρους του τελευταίου, η εν λόγω γνωστοποίηση παρίστατο περιττή, ουδένα σκοπό εξυπηρετούσε και ως εκ τούτου, η παράλειψή της δεν συνδέεται αιτιωδώς με το παραπάνω ατύχημα και τα αποτελέσματά του.

Η κρίση, για το ότι ο ενάγων γνώριζε ότι έπρεπε να λάβει τα ανωτέρω μέτρα για την ασφαλή εκτέλεση της παραπάνω εργασίας του, στηρίζεται, πρωτίστως, στις παραδοχές του ιδίου, ότι εκτελεί την ανωτέρω εργασία "τα τελευταία δυο-τρία έτη". Επομένως, ενόψει της προεκτεθείσης φύσεως της εν λόγω εργασίας, εκτελώντας αυτή για δυο συνεχή έτη καθημερινώς, είχε αποκτήσει την απαιτούμενη για την ασφαλή εκτέλεση αυτής εμπειρία και, επομένως, γνώριζε ότι για την ασφαλή εκτέλεσή της έπρεπε να λάβει τα ανωτέρω μέτρα.

Άλλωστε, (συνεχίζει το Εφετείο) ενόψει του τρόπου και των αντικειμένων, με τα οποία εκτελούνταν η εργασία αυτή και της φύσεως των ανωτέρω μέτρων, οποιοσδήποτε αναλάμβανε να εκτελέσει την εν λόγω εργασία, έστω και για πρώτη φορά, χωρίς δηλαδή εμπειρία, αντιλαμβάνονταν ότι, για να μην ολισθήσει προς τα πλάγια ο κάδος κατά την απαγκίστρωσή του, θα έπρεπε αυτός να έχει εδρασθεί σταθερώς και ότι αυτό μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο αν ο κάδος είχε καθίσει σε λεία και οριζόντια επιφάνεια, έτσι ώστε τούτο ως αυτονόητο να μη χρειάζεται να του γνωστοποιηθεί κατά τρόπο ιδιαίτερο.

Με τις παραδοχές δε αυτές έκρινε ότι το παραπάνω ατύχημα και τα αποτελέσματά του οφείλονται αποκλειστικώς σε αμέλεια του ιδίου του ενάγοντος. Και τούτο, διότι αυτός, κατά την εκτέλεση της προαναφερθείσης εργασίας του, παρέλειψε να λάβει τα ανωτέρω αναγκαία για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας του αυτής μέτρα, καίτοι αφενός μεν γνώριζε ότι η λήψη των μέτρων αυτών ήταν αναγκαία για την ασφαλή εκτέλεση της εν λόγω εργασίας και ότι χωρίς τα μέτρα αυτά δεν μπορούσε να εκτελέσει με ασφάλεια την εργασία αυτή, αφετέρου δε μπορούσε να λάβει τα εν λόγω μέτρα.

Ειδικότερα, ο ενάγων παρέλειψε να εδράσει τον κάδο κατά τρόπο σταθερό αφήνοντας αυτόν να καθίσει είτε στο ελεύθερο από μάρμαρα τμήμα του δαπέδου της καρότσας του φορτηγού είτε, εφόσον τούτο ήταν αδύνατο, στο σωρό των μαρμάρων, τα οποία υπήρχαν στην καρότσα, αφού όμως διαμόρφωνε αυτά προηγουμένως με τον τρόπο ο οποίος προαναφέρθηκε, ώστε να αποκτήσουν λεία και οριζόντια επιφάνεια και, εφόσον και τούτο ήταν αδύνατο, με την προηγουμένη μεταφορά και απόρριψη των μαρμάρων, τα οποία είχε ήδη φορτώσει.

Περαιτέρω, επιχείρησε στη συνέχεια να απαγκιστρώσει τον παραπάνω κάδο, αν και γνώριζε αφενός μεν ότι, εξαιτίας των παραπάνω παραλείψεών του, ο κάδος αυτός δεν είχε την απαιτούμενη σταθερότητα, η οποία θα απέτρεπε την κλίση του προς τα δεξιά ή αριστερά, αφετέρου δε ότι η σταθερότητα αυτή ήταν απαραίτητη για την ασφαλή απαγκίστρωση του κάδου και την ολοκλήρωση της ανωτέρω εργασίας του.

Αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών και παραλείψεων του ενάγοντος ήταν να ολισθήσει ο κάδος κατά τη διαδικασία απαγκιστρώσεώς του και να κτυπήσει τον ίδιο (ενάγοντα), με τις προεκτεθείσες συνέπειες. Αντιθέτως, αν ο ενάγων είχε λάβει τα παραπάνω μέτρα και είχε εδράσει σταθερώς τον κάδο, οπωσδήποτε θα απαγκίστρωνε αυτόν ασφαλώς και το επίδικο ατύχημα θα είχε αποτραπεί.

Επομένως, ο ενάγων δεν έδειξε, κατά την εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας του, τη συμπεριφορά, την οποία θα έδειχνε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ιδίου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, αν βρισκόταν υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκε αυτός κατά τον χρόνο του ατυχήματος, αλλά, αντιθέτως, παραβίασε τις προαναφερθείσες υποχρεώσεις του, η συμπεριφορά του δε αυτή βρίσκεται σε άμεση και απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με το επίδικο ατύχημα και τα αποτελέσματά του.

Εξάλλου (συνεχίζει το Εφετείο) ουδεμία αμέλεια βαρύνει τους εναγομένους ως προς την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος. Διότι, ενόψει της κατά τα ανωτέρω γνώσεως του ενάγοντος τόσο ως προς τα μέτρα τα οποία έπρεπε να λάβει κατά την εκτέλεση της εργασίας του και τα οποία αυτός παρέλειψε όσο και ως προς τους κινδύνους τους οποίους εγκυμονούσε για τη ζωή και την σωματική του ακεραιότητα η μη λήψη των μέτρων αυτών, δεν είχαν υποχρέωση να γνωστοποιήσουν ιδιαιτέρως στον ενάγοντα τα παραπάνω θέματα, αφού αυτός, κατά τα προεκτεθέντα, γνώριζε αυτά και η εν λόγω γνωστοποίηση ουδέν θα προσέθετε.

Σε κάθε περίπτωση, ενόψει της φύσεως των παραλειφθέντων από τον ενάγοντα μέτρων και της σημασίας αυτών για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας του, όπως τα στοιχεία αυτά εκτέθηκαν ειδικότερα παραπάνω, δεν ήταν δυνατόν οι εναγόμενοι, οποιαδήποτε προσοχή και επιμέλεια και αν κατέλαβαν, να υποψιασθούν ότι ήταν δυνατόν ο ενάγων να επιχειρήσει να εκτελέσει την προαναφερθείσα εργασία χωρίς να λάβει προηγουμένως τα ανωτέρω μέτρα.

Τέλος, οι εναγόμενοι ούτε ζήτησαν ποτέ από τον ενάγοντα να εκτελεί την ανωτέρω εργασία, χωρίς να λαμβάνει προηγουμένως τα παραπάνω μέτρα, ούτε γνώριζαν ότι ο ενάγων πράττει τούτο και ανέχθηκαν την κατάσταση αυτή, αλλά ούτε και μπορούσαν, ενόψει των όσων προεξετέθησαν, να το γνωρίζουν. Ακολούθως το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος. 'Ετσι πού έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 662 ΑΚ, 4 παρ. 2, 8 παρ. 2, 11 και 12 του ΠΔ 17/1996, 4 του ΠΔ 31/90, τον Ν. 551/1914, τα ΠΔ 395/1994 και 397/1994 και τις οδηγίες ΕΟΚ 89/391 και 91/383, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό από τον Άρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στις ανωτέρω διατάξεις.

Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαίο κατά νόμο να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εάν και πότε χρονικά δόθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους οδηγίες στον αναιρεσείοντα για τον τρόπο εκτέλεσης της συγκεκριμένης (δεύτερης) εργασίας ή ποια μέτρα είχαν λάβει ή έπρεπε να λάβουν οι αναιρεσίβλητοι για να αποφευχθεί εντελώς η ανθρώπινη επέμβαση στην εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας, ούτε εάν ο τρόπος εκτέλεσης της εργασίας αυτής ήταν ο πιο ενδεδειγμένος και ασφαλής ή εάν είχε εκπαιδευτεί ο αναιρεσείων στον χειρισμό με τηλεχειριστήριο της γερανογέφυρας, εν όψει Α) των παραδοχών της προσβαλλομένης ότι ο αναιρεσείων, λόγω της καθημερινής κατά τα δύο τελευταία τουλάχιστον προ του ατυχήματος χρόνια εκτελέσεως της συγκεκριμένης εργασίας και της εμπειρίας την οποία εκ του λόγου τούτου είχε αποκτήσει σχετικώς, εγνώριζε τα μέτρα που έπρεπε να λάβει προκειμένου να εξασφαλίσει τη σταθερή έδραση του κάδου στην "καρότσα" του φορτηγού και τους κινδύνους που εγκυμονούσε για τη ζωή και την υγεία του η μη έδραση του κάδου κατά τρόπο σταθερό, καθώς και ότι, εν όψει του τρόπου και των αντικειμένων με τα οποία εκτελούνταν η εργασία αυτή και της φύσεως των μέτρων που έπρεπε να ληφθούν, οποιοσδήποτε αναλάμβανε να εκτελέσει την εργασία αυτή έστω και για πρώτη φορά χωρίς δηλαδή εμπειρία θα αντιλαμβανόταν ότι για να μην ολισθήσει προς τα πλάγια ο κάδος κατά την απαγκίστρωση του θα έπρεπε αυτός να έχει εδρασθεί σταθερώς και ότι αυτό μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο αν ο κάδος είχε σταθεροποιηθεί (καθίσει) σε λεία και οριζόντια επιφάνεια, έτσι ώστε τούτο, ως αυτονόητο, να μη χρειάζεται να του γνωστοποιηθεί κατά τρόπο ιδιαίτερο και Β) της επάλληλης σκέψης της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, εν όψει της φύσεως των μέτρων που παρέλειψε ο αναιρεσείων να λάβει και της σημασίας αυτών για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας του, δεν ήταν δυνατόν οι αναιρεσίβλητοι, οποιαδήποτε προσοχή και επιμέλεια και αν κατέλαβαν, να υποψιασθούν ότι ήταν δυνατόν ο αναιρεσείων να επιχειρήσει να εκτελέσει την προαναφερθείσα εργασία χωρίς να λάβει προηγουμένως τα αναγκαία μέτρα.

Περαιτέρω, δεν περιέχει αντίφαση ή παραδοχή του Εφετείου ότι "δεν υφίστατο υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να γνωστοποιήσουν ιδιαιτέρως στον αναιρεσείοντα τα παραπάνω θέματα (δηλαδή τον τρόπο εκτέλεσης της ανατεθείσης σ' αυτόν εργασίας) αφού, εν όψει της γνώσεως τούτων εκ μέρους του τελευταίου, η εν λόγω γνωστοποίηση παρίστατο περιττή, ουδέν σκοπό εξυπηρετούσα και ως και τούτου, η παράλειψή της δεν συνδέεται αιτιωδώς με το παραπάνω ατύχημα και τα αποτελέσματα του".

Συνεπώς οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολ.Δικ. απορρέοντες πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση την προαναφερθεισών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως (ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της), είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι αφού, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς των, πλήττουν τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων (όπως ότι εσφαλμένα δέχθηκε την διετή εμπειρία του αναιρεσείοντος ή ότι απεδείχθη ότι ο αναιρεσείων δεν είχε καμιά μακρόχρονη ή σχετική εμπειρία στο δεύτερο είδος εργασίας). Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-7-2007, αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ.442/2005 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ